Ο πολιτικός χάρτης του δημοκρατικού κόσμου έχει γεμίσει «ρήγματα» τελευταία. Έθνη που θεωρούνταν εξ ορισμού προπύργια της φιλελεύθερης Δημοκρατίας αντιμετωπίζουν κατακλυσμό αναδυόμενων προκλήσεων: εθνικισμός, λαϊκισμός, δημαγωγία, κοινωνικός κατακερματισμός, εκτεταμένη δυσπιστία στο σύστημα και στους διαχειριστές του.
Η προπερασμένη εβδομάδα πρόσφερε πράγματι ένα εντυπωσιακό στιγμιότυπο της προβληματικής κατάστασης. Στην Πολωνία οι ψηφοφόροι ανέδειξαν έναν 42χρονο συντηρητικό από το στρατόπεδο της αντιευρωπαϊκής εθνοκεντρικής Δεξιάς, καθηγητή Ιστορίας στο επάγγελμα, χωρίς προηγούμενη πολιτική πείρα, για τη θέση του Προέδρου. Απέναντί του θα έχει μια επίσης συντηρητική, πλην φιλελεύθερη και φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση που πασχίζει να επαναφέρει την Πολωνία… στον δρόμο των Βρυξελλών. Η κατάσταση προοιωνίζεται σοβαρό αδιέξοδο.
Οχι μακρύτερα, στην Ολλανδία, ο εύθραυστος κυβερνητικός συνασπισμός Δεξιάς-Ακροδεξιάς διαλύθηκε με πρόσχημα τη μεταναστευτική κρίση. Το πρόσωπο που κινούσε τα νήματα, ο Γκέερτ Βίλντερς, αρχηγός του ακροδεξιού Κόμματος για την Ελευθερία, αποχώρησε αιφνιδιαστικά, ζητώντας εδώ και τώρα αυστηρότερα μέτρα για το Μεταναστευτικό. Κάποιοι λένε ότι απλώς έκανε τους πολιτικούς υπολογισμούς του προσβλέποντας στην «ενδυνάμωση» του ρόλου του. Έτσι κι αλλιώς το έχει πετύχει, ως έναν βαθμό.
Πολύ μακρύτερα από την Ευρώπη, στη Νότια Κορέα, ο εκεί νεοεκλεγείς Πρόεδρος Λι Τζάε-μιουνγκ ανέλαβε τα καθήκοντά του εν μέσω πολιτικού χάους, οικονομικής αβεβαιότητας και βαθιάς διαίρεσης μετά την αποτυχημένη αυταρχική απόπειρα του καθαιρεθέντος προκατόχου του Γιουν Σουκ-γέολ.
Το κοινό στοιχείο σε αυτές τις φαινομενικά ανόμοιες περιπτώσεις δεν έχει να κάνει με κάποια ιδεολογική αντιπαράθεση, ούτε βέβαια με τη γεωγραφική εγγύτητα. Έχει να κάνει με την εντεινόμενη και όλο πιο διακριτή κρίση εμπιστοσύνης στο δημοκρατικό σύστημα. Σε όλες τις ηπείρους οι Δημοκρατίες δείχνουν σημάδια νευρικού κλονισμού. Τις κοινές αφηγήσεις για τις αξίες της Δημοκρατίας και της σταθερής διακυβέρνησης εκτοπίζουν σιγά-σιγά ο κατακερματισμός, η απογοήτευση, η παραίτηση. Με τη σειρά της τις θέσεις τους παίρνει μια παρορμητική επιθυμία, σχεδόν στα όρια της λαχτάρας, για νέες αφηγήσεις -υπό τις οποίες συχνά αποκαθίσταται η παλιά καλή (;) τάξη πραγμάτων- και κυρίως για νέες μορφές δυναμικής ηγεσίας που ενστερνίζονται την αποκατάσταση της παλιάς τάξης. Αλίμονο, οι εκφραστές τους έχουν τη βούληση να την επιβάλουν...
Ταυτότητα και κυριαρχία
Ως έναν βαθμό οι πολέμιοι του πρωθυπουργού Ντόναλντ Τουσκ στην Πολωνία είχαν δίκιο όταν υποστήριζαν ότι οι προεδρικές εκλογές ήταν ένα «δημοψήφισμα». Όχι όμως για τη 18μηνη διακυβέρνησή του, αλλά για την πολιτική ατζέντα και την ταυτοτική υπόθεση. Σε όλη την προεκλογική εκστρατεία του ο Ναβρότσκι έδωσε έμφαση σε θέματα εθνικής ταυτότητας, κυριαρχίας, ρόλων, παραδοσιακών αξιών, καθολικισμού και φυσικά στην έντονη κριτική κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η νίκη του αποτελεί την πλέον ξεκάθαρη υπενθύμιση αυτή τη στιγμή ότι ο δεξιός λαϊκισμός συνεχίζει να βρίσκει γόνιμο έδαφος σε όλη την Ευρώπη και να δίνει το τέμπο στην πολιτική αντιπαράθεση. Κατά τους εκλογολόγους, η ανάδυση του Ναβρότσκι από την αφάνεια στο προσκήνιο αντανακλά μια χώρα διχασμένη μεταξύ πόλεων και υπαίθρου, μεταξύ φιλελεύθερων αντιλήψεων και συντηρητικής προσκόλλησης. Οι υποστηρικτές του τον βλέπουν ως προπύργιο του αγώνα ενάντια σε αυτό που αντιλαμβάνονται ως «πολιτισμική καταπάτηση» της Πολωνίας από τις Βρυξέλλες και, ακόμη χειρότερα, από το Βερολίνο. Για τους επικριτές του η εκλογή του σηματοδοτεί την απεμπόληση των ευρωπαϊκών δεσμών και μια ανησυχητική υιοθέτηση της πολιτικής που εστιάζει στα ταυτοτικά ζητήματα.
Στις νέες αφηγήσεις που κερδίζουν έδαφος στην Πολωνία και αλλού ο πατριωτισμός αποτελεί πολιτικό όπλο και η έννοια της εθνικής κυριαρχίας ορίζεται ως η αντίσταση στην ξένη επιρροή - ακόμη και όταν αυτή έχει τη μορφή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Υπό τον νέο Πρόεδρο η χώρα αναμένεται να συνταχθεί εκ νέου στο πλευρό ιδεολογικά όμορων μπλοκ, κυρίως των Ηνωμένων Πολιτειών υπό την ηγεσία του Τραμπ, αντί για τις Βρυξέλλες. Το μήνυμα από τη Βαρσοβία είναι σαφές: Ο εθνικισμός επέστρεψε και δεν περιορίζεται στο πολιτικό περιθώριο…
Αναζητώντας τη… συναίνεση
Στην Ολλανδία τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά. «Ταυτότητα» και «έλεγχος» παραμένουν κι εδώ βασικά ζητούμενα, αλλά αυτό που βρέθηκε στο επίκεντρο με την κρίση της προπερασμένης εβδομάδας δεν είναι άλλο από τη γενικότερη δυσλειτουργία του πολιτικού συστήματος. Έντεκα μήνες αφότου σχηματίστηκε η αμφιλεγόμενη τετρακομματική κυβέρνηση συνασπισμού ο Γκ. Βίλντερς τράβηξε την πρίζα. Η επίσημη αιτία; Η δυσαρέσκειά του για την πολιτική της κυβέρνησης στο Μεταναστευτικό. Με το κόμμα του να έχει κερδίσει τις περισσότερες έδρες στις εκλογές του 2023, ο αρχηγός του πιέζει εδώ και καιρό όλο και πιο ασφυκτικά. Η τελευταία πολιτική έφοδός του είχε τη μορφή ενός σχεδίου δέκα σημείων, που μεταξύ άλλων προέβλεπαν την ανάπτυξη στρατού για το σφράγισμα των συνόρων και την απόρριψη όλων των αιτήσεων αιτούντων άσυλο. Μ’ άλλα λόγια, η Ολλανδία θα έκλεινε τα σύνορά της και θα αποχωρούσε από την ευρωπαϊκή συμφωνία για τη συνδιαχείριση των μεταναστευτικών ροών. Όταν οι κυβερνητικοί εταίροι του έκριναν ότι το σχέδιο αυτό παραήταν «τολμηρό» και το απέρριψαν, ο Βίλντερς αποχώρησε θεωρώντας ότι έτσι διατηρεί ακέραιο το πολιτικό κεφάλαιό του και ενδεχομένως θα το αυξήσει περαιτέρω.
Η αντίδραση του κόσμου είναι αποκαλυπτική. Στα νοτιοανατολικά του Άμστερνταμ, όπου η στεγαστική κρίση έχει αναγκάσει οικογένειες να μένουν σε γκαράζ και αυτοκίνητα, οι κάτοικοι εξέφρασαν τόσο ανακούφιση όσο και σύγχυση. Η πτώση της κυβέρνησης θεωρείται από ορισμένους ως λογοδοσία που καθυστέρησε, από άλλους ως παραίτηση από τις ευθύνες. Ωστόσο, η κυβερνητική κατάρρευση αποκάλυψε μια βαθύτερη πραγματικότητα: Η πολιτική της συναίνεσης, ο ακρογωνιαίος λίθος των πολιτικών συστημάτων πολλών ευρωπαϊκών Δημοκρατιών, έχει ξεφτίσει πια -και- στην Ολλανδία.
Κοινός παρονομαστής
Πολύ μακριά, σε μια άλλη ήπειρο και σε μια χώρα με πολύ διαφορετική Ιστορία και κουλτούρα, η οποία όμως βρίσκεται στον σκληρό πυρήνα της Δύσης, στη Νότια Κορέα, η κρίση Δημοκρατίας ξεδιπλώνεται εδώ και σχεδόν μισό χρόνο σε κοινή θέα. Αφού ο αποπεμφθείς και υπόδικος πλέον συντηρητικός Πρόεδρος Γιουν Σουκ-γέολ επιχείρησε να επιβάλει στρατιωτικό νόμο τον Δεκέμβριο -μια κίνηση που καταδικάστηκε εξαρχής και έβγαλε εκατομμύρια πολίτες στους δρόμους-, ο διάδοχός του από το αντίπαλο προοδευτικό στρατόπεδο Λι Τζάε-μιουνγκ κέρδισε τις πρόωρες εκλογές της προπερασμένης εβδομάδας παρουσιάζοντας μια πλατφόρμα δημοκρατικής ανανέωσης. Ωστόσο, η χώρα έχει βυθιστεί σε έναν άνευ προηγουμένου διχασμό. Οι υποστηρικτές του Γιουν, εμπνευσμένοι από θεωρίες συνωμοσίας και ενθαρρυμένοι από τα πάμπολλα «δωμάτια αντήχησης» του Διαδικτύου, αρνούνται να αποδεχτούν τη νομιμότητα της νέας κυβέρνησης. Απηχώντας την πολιτική ρητορική που έχει κυριαρχήσει στις ΗΠΑ μετά την ανάδυση του Τραμπ στο πολιτικό προσκήνιο, χαρακτηρίζουν την παραπομπή του Γιουν «πραξικόπημα» και φωνάζουν συνθήματα δανεισμένα από αμερικανικές δεξιές διαμαρτυρίες. Γι’ αυτούς ο αποπεμφθείς Πρόεδρος δεν είναι ένας εκλεγμένος που επέβαλε στρατιωτικό νόμο, αλλά ένας «αδικημένος σωτήρας».

Οι συνέπειες της παράλληλης πραγματικότητας είναι ορατές. Ένας ηλικιωμένος διαδηλωτής αυτοπυρπολήθηκε μπροστά από το δημαρχείο της Σεούλ τον Μάρτιο, αφήνοντας πίσω του φυλλάδια που «προειδοποιούσαν» για «κομμουνιστική κατάληψη» της εξουσίας στη Νότια Κορέα. Τον Ιανουάριο πλήθος πολιτών υπέρ του Γιουν εισέβαλε σε δικαστήριο, επιτιθέμενο στην αστυνομία με μεταλλικά δοκάρια.
Πολωνία, Ολλανδία, Νότια Κορέα, καθεμία με την Ιστορία της και τις προκλήσεις της, δεν είναι παρά περιπτωσιολογικά παραδείγματα ενός γενικευμένου φαινομένου. Η διάβρωση της εμπιστοσύνης στους πολιτικούς θεσμούς και στο πολιτικό προσωπικό είναι διάχυτη και κυρίαρχη σε πολλές δυτικές Δημοκρατίες. Η απογοήτευση, που συχνά εκδηλώνεται και ως οργή, αποστροφή ή ως πλήρης απόρριψη των αξιών καθολικής αποδοχής, όπως ο πλουραλισμός και η ανοχή, έχει τόσο πολιτισμικές όσο και οικονομικές ρίζες. Για τους αναλυτές, η παγκοσμιοποίηση και τ’ απόνερά της, καθώς και η απρόσωπη τεχνοκρατική διακυβέρνηση είναι οι κύριες αιτίες που πολλοί ψηφοφόροι αισθάνονται εγκαταλειμμένοι από τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας και τις υποσχέσεις τους.
Πολύ συχνά στην Πολωνία αλλά και στην Ολλανδία η Ε.Ε. απεικονίζεται ως ένα οικοδόμημα των ελίτ αποκομμένο από τους ανθρώπους και την καθημερινή μάχη του βιοπορισμού που δίνουν. Στη Νότια Κορέα η διαχρονική πολιτική διαφθορά, οι κατά καιρούς αυταρχικές εξάρσεις των κυβερνώντων, τελευταία η οικονομική αβεβαιότητα και η εκτόξευση του κόστους ζωής έχουν υπονομεύσει την εμπιστοσύνη στο σύστημα. Η απογοήτευση μεγαλώνει και μετατρέπεται σε πόλωση και κατακερματισμό. Το πολιτικό φάσμα χάνει τη σημασία του, δεν ορίζεται πλέον από το παραδοσιακό δίπολο Δεξιάς-Αριστεράς, αλλά από τους κερδισμένους και τους χαμένους, από τους φιλελεύθερους και τους πατριώτες, από τους κοσμοπολίτες και τους παραδοσιοκράτες, από τους οπαδούς της παγκοσμιοποίησης και τους θιασώτες της εθνικής κυριαρχίας.
Για το καλό μας…
Με την πολιτική αφήγηση του κεντρώου τεχνοκρατισμού και μονόδρομου να αποκρυσταλλώνεται πλέον ως η κυρίαρχη στον δυτικό κόσμο, μοιραία οι κοινωνίες αναζητούν νέες αφηγήσεις. Κι αυτές τις προσφέρουν αβίαστα οι λαϊκιστές
Μεγάλο μέρος της λαϊκής αντίδρασης στις σημερινές δυτικές Δημοκρατίες στρέφεται σε αυτό που οι επικριτές τους αποκαλούν «τεχνοκρατικό ελιτισμό», δηλαδή στην τάση των σύγχρονων κυβερνήσεων να δίνουν προτεραιότητα στα δεδομένα, στις αγορές, στην αποτελεσματικότητα, στην παραγωγικότητα. Οι περισσότερες αποφεύγουν να μιλήσουν για κοινότητα ή ταυτότητα, πόσο μάλλον για όραμα και εναλλακτικό δρόμο. Οι πολιτικές συχνά χαράσσονται στο όνομα της προόδου, όμως ποιος τελικά ευνοείται απ’ αυτήν την «πρόοδο»; Το αφήγημα ότι «οι αγορές θα φέρουν ευημερία σε όλους» διαψεύστηκε. Πολλοί έμειναν... να κοιτούν, οι ανισότητες αυξήθηκαν. Σίγουρα οι αγορές άνθησαν, αλλά όχι οι ζωές των απλών ανθρώπων.
Στην Ολλανδία οι ψηφοφόροι βλέπουν όλο και περισσότερο τα παραδοσιακά κόμματα ως υπόχρεα προς τις Βρυξέλλες και τα εταιρικά συμφέροντα. Στην Πολωνία η Πλατφόρμα Πολιτών του Ντόναλντ Τουσκ χλευάζεται ως αποκομμένη από τους ψηφοφόρους της υπαίθρου. Στη Νότια Κορέα ο Γιουν αναρριχήθηκε στην εξουσία υποσχόμενος «αλλαγή» και στο τέλος επέβαλε στρατιωτικό νόμο. Οι άνθρωποι αισθάνονται ότι οι φωνές τους δεν ακούγονται πλέον από εκείνους που κινούν τα νήματα της εξουσίας. Οι αποφάσεις λαμβάνονται από τους «ειδικούς», όχι από τις κοινωνίες. Και όταν αυτές οι αποφάσεις δεν αποδίδουν, ειδικά σ’ ό,τι έχει να κάνει με κεντρικά ζητήματα όπως η απασχόληση, η στέγη, η ασφάλεια, η αντίδραση είναι άμεση και σαρωτική.
Βαθύς κυνισμός
Οι ψηφοφόροι βομβαρδίζονται από κούφια ρητορική, διαχείριση εικόνας και ανέξοδες υποσχέσεις. Οι προεκλογικές εκστρατείες γεννούν ελπίδες, αλλά οι κυβερνήσεις σπάνια τις εκπληρώνουν, κι αυτό συμβαίνει επανειλημμένα. Ένας βαθύς κυνισμός ριζώνει στις κοινωνίες. Οι άνθρωποι σταματούν να πιστεύουν ότι οι πολιτικοί εννοούν αυτά που λένε ή ότι μπορούν να τα υλοποιήσουν ακόμα κι αν προσπαθήσουν. Σε χώρες όπως οι ΗΠΑ το πολιτικό σύστημα έχει «διαποτιστεί» από εταιρικούς δωρητές, λομπίστες, τεχνοκράτες.
Την ίδια ώρα η αλγοριθμική ενημέρωση και ο όγκος της πληροφόρησης που διαχέεται ακατάπαυστα από τα κυρίαρχα ΜΜΕ αλλά και τα social media δημιουργούν κατακερματισμένες πραγματικότητες, ενισχύοντας την πόλωση. Η εμπιστοσύνη στο δημοσιογραφικό λειτούργημα έχει κλονιστεί. Οι άνθρωποι δεν διαφωνούν απλώς, δεν «μοιράζονται» καν την ίδια πραγματικότητα. Αποτέλεσμα; Η πολιτική συζήτηση γίνεται πεδίο μάχης και η αποξένωση από τους θεσμούς οικοδόμησης συναίνεσης ο κανόνας.
Σε αυτό το κλίμα η γοητεία της ισχυρής και αποφασιστικής ηγεσίας μεγαλώνει. Από την απόπειρα επιβολής στρατιωτικού νόμου από τον Γιουν στην Κορέα μέχρι την αποχώρηση του Βίλντερς από την κυβέρνηση στην Ολλανδία και τα κηρύγματα του Ναβρότσκι στην Πολωνία το μήνυμα είναι σαφές: Οι ψηφοφόροι θέλουν ηγέτες που είναι αποφασισμένοι να δράσουν - δυναμικά, αν χρειαστεί.

Κοιτώντας στον πυρήνα
Σε κάθε περίπτωση, οι δημοκρατικοί θεσμοί υπόκεινται σε αφόρητες εσωτερικές πιέσεις. Σε αυτές έρχονται να προστεθούν και οι γεωπολιτικές προκλήσεις. Η Πολωνία πρέπει να συνδυάσει τις δεσμεύσεις της προς το ΝΑΤΟ με τον εγχώριο εθνοκεντρισμό. Η Ολλανδία πρέπει να διαχειριστεί τις «εντολές» της Ε.Ε. για τη μετανάστευση. Ακόμη χειρότερα, η Νότια Κορέα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των εντάσεων μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας και υπό συνεχή απειλή από τη Βόρεια Κορέα. Οι εξωτερικές προκλήσεις επιδεινώνουν τις εσωτερικές διαιρέσεις. Καθώς η εθνική ταυτότητα αμφισβητείται, ταυτόχρονα γίνεται πιο σημαντική για πολλούς.
Η κρίση Δημοκρατίας που ταλανίζει σήμερα τη Δύση έχει ξεκάθαρα θεσμικό χαρακτήρα αλλά και συναισθηματικές καταβολές. Οι ψηφοφόροι δεν θέλουν απλώς χαμηλότερους φόρους ή ασφαλέστερους δρόμους. Θέλουν να ακουστούν, να είναι «ορατοί», να «ανήκουν». Με την πολιτική αφήγηση του κεντρώου τεχνοκρατισμού και μονόδρομου να αποκρυσταλλώνεται πλέον ως η κυρίαρχη στον δυτικό κόσμο, μοιραία οι κοινωνίες αναζητούν νέες αφηγήσεις, κι αυτές τις προσφέρουν αβίαστα οι λαϊκιστές.
Οι δονήσεις που συγκλονίζουν σήμερα την Πολωνία, την Ολλανδία, τη Νότια Κορέα δεν είναι μεμονωμένες. Είναι συμπτώματα μιας βαθύτερης μετατόπισης σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Οι ψηφοφόροι χάνουν την πίστη τους όχι μόνο στους πολιτικούς, αλλά και στα συστήματα που τους αναδεικνύουν. Η αποξένωση από αυτά έρχεται ως φυσικό επακόλουθο, ακολουθεί η απονομιμοποίησή τους στις συνειδήσεις. Όλα όσα είδαμε προσφάτως στις τρεις χώρες θα μπορούσαν να συμβούν ξανά και ξανά - και ίσως όχι μόνο εκεί.