Την πόρτα της εξόδου από το ευρώ δείχνει στην Κύπρο ο διεθνής χρηματοπιστωτικός τομέας μέσω του επίσημου εκπροσώπου του, του Διεθνούς Χρηματοπιστωτικού Ινστιτούτου (IFF), που εκτιμά ότι μοναδική διέξοδος για την οικονομία της χώρας μετά την ευρωπαϊκή "διάσωση" είναι η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα και η υποτίμησή του.
"Είναι η πρώτη περίπτωση στην οποία μπορούμε να δούμε μια μορφή εξόδου ως πραγματική πιθανότητα" δήλωσε σε συνέντευξη τύπου ο Φίλιπ Σατλ, επικεφαλής των οικονομολόγων του ινστιτούτου, προσθέτοντας ότι κάτι τέτοιο θα ήταν "πολύ πιο εύκολο" για μια "μικρή χώρα όπως η Κύπρος". Σημειώνεται ότι το IIF έχει την έδρα του στην Ουάσιγκτον και αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα περισσότερων από 470 χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε όλο τον κόσμο.
"Η Κύπρος υποφέρει απ' όλα τα κόστη που συνδέονται με το ευρώ, χωρίς να απολαμβάνει κανένα από τα οφέλη" συνέχισε ο Σατλ επικαλούμενος τον ακρωτηριασμό του τραπεζικού τομέα της χώρας μετά τη συμφωνία και της μεγάλης έκτασης οικονομική ύφεση που αναμένεται. "Η μόνη διέξοδος θα ήταν μια υποτίμηση" μετά την αποχώρηση από το ευρώ, μια εξέλιξη που, όπως εκτίμησε, δεν θα έχει "απαραιτήτως" επιπτώσεις στην ευρύτερη οικονομία της Ευρωζώνης.
Ο εκπρόσωπος του IIF εξέφρασε, αντιθέτως, την ανησυχία του για τις συνέπειες που μπορεί να υπάρξουν για άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες που σήμερα αντιμετωπίζουν δυσκολίες. "Είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτό θα αυξήσει τα κόστη της χρηματοδότησης των τραπεζών που είναι αδύναμες ή θεωρούνται αδύναμες", ιδιαίτερα στην Ισπανία, την Πορτογαλία ή την Ιταλία, υπογράμμισε.
Γερμανοί τραπεζίτες: "Θα το συνηθίσουν"
Οι ανησυχίες αυτές δεν έδειξαν φυσικά να αφορούν τον γενικό διευθυντή του Συνδέσμου Γερμανικών Τραπεζών Μίχαελ Κέμερ, που σε συνέντευξή του στην κρατική ραδιοφωνία της χώρας του υπογράμμισε πόσο αναγκαίο ήταν το ευρωπαϊκό σχέδιο για την Κύπρο και απέρριψε το ενδεχόμενο μιας γενικότερης τραπεζικής κρίσης με δεδομένη την κλίμακα της οικονομίας του νησιού.
"Η Κύπρος είναι μια μικρή χώρα. Έχει την οικονομική δύναμη του κρατιδίου της Βρέμης. Δεν θα πρέπει λοιπόν να υπερτιμούμε το πρόβλημα. Οι συνολικές του διαστάσεις είναι απολύτως εμφανείς και σαφείς" τόνισε και εξέφρασε την εκτίμηση ότι η αναταραχή στο τραπεζικό σύστημα της χώρας σύντομα θα κοπάσει.
"Οι άνθρωποι θα συνηθίσουν. Και δεν πιστεύω ότι είναι εύκολο για τον καθένα να πάρει τα χρήματά του και να τα μεταφέρει στο εξωτερικό... Εφόσον η κυβέρνηση προχωρήσει σε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και υποδείξει στους ανθρώπους ποια θα είναι η συνέχεια, η κατάσταση θα σταθεροποιηθεί και πάλι μετά από μερικές μέρες" σημείωσε.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόφγκανγκ Σόιμπλε. "Πάντα έτσι συμβαίνει όταν ένας πληθυσμός αγωνιά κι έχει προβλήματα. Ο λαός αναζητά κάποιον να ξεσπάσει τον θυμό του, αλλά αυτό θα περάσει" δήλωσε εκφράζοντας την κατανόησή του για την οργή των Κυπρίων για το σχέδιο διάσωσης.
Έντονη ανησυχία από Λουξεμβούργο και Σλοβενία
Την ανησυχία τους δεν έκρυψαν εξάλλου ούτε χθες και άλλες "μικρές χώρες με διογκωμένο τραπεζικό τομέα" που ενδέχεται σύντομα να δοκιμάσουν το κυπριακό μοντέλο που προωθείται από το Βερολίνο. Σε συνέντευξή του στο γερμανικό περιοδικό Der Spiegel ο υπουργός Οικονομικών του Λουξεμβούργου Λικ Φρίντεν προειδοποίησε για τις ολέθριες επιπτώσεις που μπορεί να έχει η υιοθέτηση του συγκεκριμένου μοντέλου για το τραπεζικό σύστημα ολόκληρης της Ευρωζώνης.
"Αυτό θα ωθήσει τους επενδυτές στο να μεταφέρουν τα κεφάλαιά τους εκτός Ευρωζώνης" υποστήριξε προσθέτοντας ότι "σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση θα πρέπει να αποφευχθεί οτιδήποτε οδηγεί σε αποσταθεροποίηση και πλήττει την εμπιστοσύνη των αποταμιευτών" ανέφερε.
Την ίδια ώρα ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Σλοβενίας, Μάρκο Κράνιετς απέρριπτε τις εκτιμήσεις ότι η χώρα του ενδέχεται να είναι η επόμενη στη σειρά των Μνημονίων. "Μπορώ να πω με σαφήνεια ότι η κατάσταση της Σλοβενίας δεν επιβάλλει τη χορήγηση ενός πακέτου διάσωσης" τόνισε καλώντας ταυτόχρονα τη νέα κυβέρνηση της χώρας να προχωρήσει άμεσα στην εξυγίανση των δημοσιονομικών και του τραπεζικού τομέα και κυρίως στη σταθεροποίηση της πραγματικής οικονομίας.
Εκτιμάται πως οι τράπεζες της Σλοβενίας διαθέτουν "τοξικά δάνεια" ύψους 7 δισεκατομμυρίων ευρώ, ένα ποσό που αντιστοιχεί στο ένα πέμπτο του ΑΕΠ της χώρας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΔΝΤ, η ανακεφαλαιοποίηση των τριών μεγαλύτερων τραπεζών της χώρας απαιτεί περίπου 1 δισεκατομμύριο ευρώ.