Πώς θα είναι ο κόσμος την επόμενη ημέρα του πολέμου στην Ουκρανία; Τι σημαίνει η δήλωση του Πούτιν ότι η Δύση δεν πρόκειται ποτέ να πετύχει την παγκόσμια κυριαρχία που ονειρεύεται; Και τι σημαίνει η δήλωση του Μπάιντεν ότι ο Πούτιν είναι εγκληματίας πολέμου; Πώς θα είναι οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις όταν αυτές έχουν ήδη παραδοθεί στην αμοιβαία, ανοιχτή εχθρότητα; Ποια κανάλια επικοινωνίας θα μείνουν ανοιχτά για να αποτραπούν πιθανές ανεξέλεγκτες καταστάσεις; Θα υπάρχουν, άραγε, σχέσεις σε οποιοδήποτε επίπεδο;
Αν αυτά είναι τα μεγάλα ερωτήματα, τα δεκάδες άλλα “μικρά” που προκύπτουν ως συνέπεια ή συνάρτηση του πολέμου είναι ήδη τρομακτικά. Ρήξεις και μετατοπίσεις διαφαίνονται ήδη στον ορίζοντα.
Πολλοί βλέπουν πίσω από την απόφαση του Πούτιν να εισβάλει στην Ουκρανία μια λανθασμένη ανάγνωση της Ιστορίας, αλλά το ίδιο λανθασμένη μπορεί να αποδειχθεί η σπουδή της Δύσης να καθορίσει έως έναν βαθμό τη μοίρα αυτής της σύγκρουσης.
Το ίδιο λάθος;
Με μια σταθερή ροή στρατιωτικής βοήθειας από τα κράτη του ΝΑΤΟ, η Ουκρανία σύντομα μπορεί να είναι πλήρης σε οπλισμό και πυρομαχικά. “Δεδομένης της παρουσίας του ακροδεξιού στρατιωτικού Τάγματος Αζόφ και των ξένων υποστηρικτών του, τα όπλα που στέλνει η Δύση θα μπορούσαν εύκολα να καταλήξουν στα χέρια βίαιων υπερασπιστών της λευκής υπεροχής και ακροδεξιών μαχητών. Όπως και με τους τζιχαντιστές στο Αφγανιστάν, οι ενέργειες της Δύσης στην Ουκρανία ίσως σπέρνουν πάλι τους σπόρους ενός κινήματος που θα μπορούσε να ξεφύγει γρήγορα από τον έλεγχό της” προειδοποιεί ο Μπέντζαμιν Γιάνγκ, επίκουρος καθηγητής Εσωτερικής Ασφάλειας και Έκτακτων Αναγκών στη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης του Κοινοπολιτειακού Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια.
Την ίδια ώρα, τα οικονομικά μπορεί να φαίνονται βαρετή υπόθεση σε σύγκριση με τον πόλεμο. Όταν βόμβες και πύραυλοι σπέρνουν τον όλεθρο και αφανίζουν ζωές, λίγα πραγματικά έχουν σημασία. Αλλά στο τέλος της τραγωδίας ελλοχεύει ακόμη μία οικονομική κρίση παγκόσμιων διαστάσεων.
Πολλές φτωχές χώρες αντιμετωπίζουν ήδη εκτροχιασμό των δημόσιων οικονομικών τους και πιθανή αθέτηση της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους τους το 2022 ως συνέπεια της πανδημίας. Η Covid-19 μπορεί να είχε αρχικά τα χαρακτηριστικά της παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης, αλλά σύντομα μετατράπηκε σε παγκόσμια οικονομική κρίση.
Σαν να μην έφτανε αυτό, ο πόλεμος στην Ουκρανία ήρθε τώρα να δώσει τη χαριστική βολή στους φτωχούς συνδαιτυμόνες του ανεπτυγμένου κόσμου που δεν έχουν την πολυτέλεια να δανειστούν με φθηνά επιτόκια για να χρηματοδοτήσουν τα μεγάλα πακέτα δημοσιονομικής τόνωσης, όπως εκείνα της Δύσης, για να μετριάσουν τον οικονομικό αντίκτυπο των διεθνών κρίσεων στους λαούς τους.
Η πείνα είναι εδώ
Οι αφρικανικές χώρες αισθάνονται ήδη τις οικονομικές συνέπειες της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Οι τιμές των τροφίμων, των ειδών πρώτης ανάγκης, των λιπασμάτων, του πετρελαίου και μαζί τους η αγωνία για την επιδείνωση της φτώχειας σ’ όλη την αφρικανική ήπειρο έχουν πάρει την ανηφόρα.
Σχεδόν έναν μήνα μετά το ξέσπασμα του πολέμου, ο φόβος για νέο κύμα πείνας στην Αφρική έχει ξυπνήσει, καθώς η Ουκρανία και η Ρωσία είναι οι σημαντικότεροι εξαγωγείς σιταριού και δημητριακών στις χώρες της ηπείρου. Ο FAO προειδοποίησε ότι λόγω του πολέμου είναι αμφίβολο αν θα γίνει φέτος συγκομιδή δημητριακών στην Ουκρανία. Ο οργανισμός του ΟΗΕ εκτιμά ότι, με βάση τις προσωρινές αναλύσεις, οι τιμές των τροφίμων ενδέχεται να αυξηθούν από 8% έως 20% σε παγκόσμια κλίμακα. Μεταξύ του 20% και 30% των χωραφιών της Ουκρανίας όπου καλλιεργούνται χειμερινά δημητριακά, καλαμπόκι και ηλίανθος δεν θα σπαρθούν φέτος ή δεν θα γίνει συγκομιδή κατά την καλλιεργητική περίοδο 2022-23.
Φυσικά, υπάρχουν πολύ περισσότερες έμμεσες συνέπειες που ακόμη δεν έχουν γίνει αισθητές. Για παράδειγμα, οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη Μόσχα είχαν ως αποτέλεσμα να αυξηθούν οι τιμές των λιπασμάτων. Ήταν αναμενόμενο, καθώς η Ρωσία είναι μία από τους μεγαλύτερες παραγωγούς στον κόσμο. Με τη σειρά τους οι αυξήσεις αυτές αντιπροσωπεύουν μια άμεση απειλή για την ασφάλεια και την αποδοτικότητα των σοδειών στις αφρικανικές χώρες. Οποιαδήποτε διατάραξη ενός ευάλωτου από κάθε άποψη συστήματος καλλιεργειών και παραγωγής βασικών τροφίμων θα μπορούσε να οδηγήσει αναπόφευκτα σε ελλείψεις και πείνα μεγάλης κλίμακας. Το επισήμανε με δραματικό τόνο την περασμένη εβδομάδα η διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα. «Ο πόλεμος στην Ουκρανία σημαίνει πείνα στην Αφρική» είπε χαρακτηριστικά.
Ενδεικτικά, ένα τσουβάλι λιπάσματος των 50 κιλών στην Κένυα, την τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της υποσαχάριας Αφρικής που εισάγει το ένα πέμπτο των σιτηρών της από τη Ρωσία και το 10% από την Ουκρανία, κόστιζε πέρυσι 4.000 σελίνια (32 ευρώ). Σήμερα η τιμή του έχει εκτοξευθεί στα 6.500 σελίνια (52 ευρώ). Στην Ουγκάντα, οι τιμές του σαπουνιού, της ζάχαρης, του αλατιού, του μαγειρικού λαδιού και των καυσίμων έχουν επίσης εκτοξευθεί στα ύψη.
Στην πολύπαθη Αιθιοπία, που μαστίζεται από ακόμη έναν εμφύλιο τα τελευταία δύο χρόνια, 20 εκατομμύρια άνθρωποι πλήττονται απ' την ξηρασία και τον πόλεμο και χρειάζονται διαρκή επισιτιστική βοήθεια. Στο Μαλάουι, οι τιμές του ψωμιού και του λαδιού σχεδόν διπλασιάστηκαν αφότου ξέσπασε ο πόλεμος. «Δεν γίνεται να είμαστε πάντα εμείς τα θύματα κάθε φορά που ξεσπά ένας πόλεμος σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου» λένε αγανακτισμένοι οι Αφρικανοί.
Κι άλλα θύματα
Αλλά στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι μόνο οι Αφρικανοί τα θύματα. Οι πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας, που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις ρωσικές εισαγωγές διατροφικών αγαθών, θα πληρώσουν κι αυτές βαρύ τίμημα.
Από τη στιγμή που η Ρωσία ανακοίνωσε ότι απαγορεύει προσωρινά την εξαγωγή σιτηρών και ζάχαρης στις χώρες της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης, στην οποία είναι μέλος μαζί με το Καζακστάν, τη Λευκορωσία, την Αρμενία και το Κιργιστάν, για να προστατευτεί η ρωσική εσωτερική αγορά, φαινόμενα πανικού και κερδοσκοπίας έχουν κάνει την εμφάνισή τους.
Οι χώρες της Ένωσης είδαν ήδη τα νομίσματά τους να καταρρέουν ακολουθώντας το ρούβλι ως αποτέλεσμα των κυρώσεων που επέβαλε η Δύση στη Μόσχα. Στο Μπισκέκ, την πρωτεύουσα του Κιργιστάν, οι συσκευασίες ζάχαρης του ενός κιλού πωλούνταν την περασμένη εβδομάδα κατά 50% ακριβότερα σε σύγκριση με την προηγούμενη. Μια πωλήτρια σε υπαίθρια αγορά στα προάστια του Μπισκέκ είπε στον ανταποκριτή του Γαλλικού Πρακτορείου ότι διαθέτει αποθέματα ζάχαρης και βουτύρου αλλά δεν τα πουλάει, καθώς περιμένει να ανέβουν κι άλλο οι τιμές τους. Ο υπουργός Πολιτικής Προστασίας Μπούμπεκ Ατζικέγιεφ προσπάθησε να καθησυχάσει τους πολίτες λέγοντας ότι η χώρα διαθέτει επαρκή αποθέματα αλευριού, ζάχαρης και μαγειρικών ελαίων και υποσχέθηκε ότι η κερδοσκοπία «θα παταχθεί».
Δραματική μπορεί να γίνει η κατάσταση στην Αρμενία, όπου το μεγαλύτερο μέρος των εισαγωγών τροφίμων προέρχεται από τη Ρωσία και την Ουκρανία. Ενδεικτικά, η χώρα εισάγει το 98,9% του σιταριού, το 82,2% των ζυμαρικών, το 72% της μαργαρίνης και το 66,6% του ψωμιού και ειδών ζαχαροπλαστικής από τη Ρωσία και το 34% των πουλερικών από την Ουκρανία.
Στο Καζακστάν, ο Πρόεδρος Κασίμ Τζομάρτ Τοκάγεφ προειδοποίησε σε διάγγελμά του ότι οι τιμές των τροφίμων μπορεί να αυξηθούν σε επίπεδα «απόλυτου ρεκόρ» λόγω του πολέμου στην Ουκρανία και τόνισε ότι είναι σημαντική η φετινή σπορά ώστε να διασφαλιστεί η επισιτιστική ασφάλεια της χώρας. Αλλά και εδώ οι ενδείξεις κάθε άλλο παρά ενθαρρυντικές είναι. Οι χώρες της Κεντρικής Ασίας βίωσαν πέρυσι τη χειρότερη ξηρασία απ’ την εποχή της ανεξαρτητοποίησής τους από τη Σοβιετική Ένωση, πριν από τρεις δεκαετίες. Οι σοδειές ήταν φτωχές και μεγάλο μέρος του ζωικού κεφαλαίου χάθηκε.
Ειδικοί και αναλυτές προειδοποιούν ότι, όπως συνέβη στις εξεγέρσεις της Αραβικής Άνοιξης πριν από έντεκα χρόνια, η οικονομική και επισιτιστική κρίση που θα πλήξει τον κόσμο ως συνέπεια του πολέμου στην Ουκρανία δεν θα αργήσει να μεταλλαχθεί σε κοινωνική και πολιτική κρίση.