Η ρωσική εισβολή της Πέμπτης στην Ουκρανία σήμανε βίαια το τέλος της τριαντάχρονης μεταψυχροπολεμικής περιόδου στην Ευρώπη. Ορόσημά της ήταν η γερμανική επανένωση και η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ουσιαστικά, ο παλιός διπολικός κόσμος των δύο πυρηνικών υπερδυνάμεων μετατράπηκε σε μονοπολικό, ανοίγοντας τον δρόμο για την απόλυτη κυριαρχία των ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή.
Ήταν μια εποχή με το αποτύπωμα της επικυριαρχίας της αμερικανικής “νέας παγκόσμιας τάξης” ορατό παντού.
Φυσικά, μόνο περίοδος απόλυτης σταθερότητας και απαραβίαστης ειρήνης δεν ήταν η μεταψυχροπολεμική για τον κόσμο. “Καταιγίδα της Ερήμου”, γιουγκοσλαβικοί εμφύλιοι, βομβαρδισμοί του ΝΑΤΟ στη Σερβία, απόσχιση Κοσόβου, αμερικάνικες εισβολές σε Αφγανιστάν-Ιράκ, πόλεμος κατά της τρομοκρατίας, ΝΑΤΟϊκοί βομβαρδισμοί στη Λιβύη.
Στον γεωγραφικό χώρο της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, εστίες εθνοτικών συγκρούσεων διαμόρφωσαν την πορεία και τις ταυτότητες των χωρών που αναδύθηκαν από τη διάλυσή της: πόλεμος στην Τσετσενία, πόλεμος στην Ινγκουσετία, στην Υπερδνειστερία, στην Αμπχαζία, στη Νότια Οσετία, στο Ναγκόρνο Καραμπάχ...
Πραγματικότητα και αφηγήσεις
Ταυτόχρονα, η Δύση επέκτεινε την “επικράτεια” του ΝΑΤΟ πολύ πέραν των “φυσικών” ορίων της βορειοατλαντικής κοινότητας, ενσωματώνοντας διαδοχικά στους κόλπους του μια σειρά χωρών της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, ορισμένες από τις οποίες ήταν πρώην μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας, αλλά και πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες. Το 1999 η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Δημοκρατία της Τσεχίας εντάχθηκαν στη Συμμαχία εν μέσω πολλών συζητήσεων εντός του οργανισμού αλλά και ρωσικών αντιρρήσεων. Μια άλλη επέκταση ήρθε το 2004 με την ένταξη επτά χωρών: Εσθονίας, Λετονίας, Λιθουανίας, Βουλγαρίας, Ρουμανίας, Σλοβακίας και Σλοβενίας. Η Αλβανία και η Κροατία έγιναν μέλη το 2009. Πιο πρόσφατα, το Μαυροβούνιο, εντάχθηκε το 2017, και η Βόρεια Μακεδονία το 2020.
Η ΝΑΤΟϊκή επέκταση δημιούργησε εκ των πραγμάτων μια ανισοβαρή κατάσταση στο γεωπολιτικό ισοζύγιο της Ευρώπης. Η δυτική αφήγηση ότι ο Ψυχρός Πόλεμος τελείωσε, ότι οι ζώνες επιρροής αποτελούν κατάλοιπο του παρελθόντος και ότι κάθε κυρίαρχη χώρα έχει το δικαίωμα να επιλέγει τις συμμαχίες της δημιούργησαν μια νέα αφήγηση, στην οποία δεν συμπεριλαμβανόταν η Ρωσία. Με τη σειρά της, η ηγετική ομάδα του Κρεμλίνου, με την ίδια βασική σύνθεση από το 2000, έπλασε τη δική της αφήγηση για την "προδοσία" της Δύσης που δεν κράτησε τις υποσχέσεις της μετά το 1991 και έφερε το ΝΑΤΟ στα σύνορα της Ρωσίας.
Από τη σκοπιά του Πούτιν, η μεταπολεμική διαίρεση στον απόηχο του Β' Π.Π. ήταν αυτή που “έσωσε τον κόσμο από ανατροπές μεγάλης κλίμακας”, όπως είχε πει το 2015 στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Επομένως, αυτή η παλιά δοκιμασμένη συνταγή, κατά τη συλλογιστική του, θα επανέφερε σε τάξη, και κυρίως σε σταθερότητα, όλο το χάος της ιστορικής εξέλιξης.
Σημειωτέον ότι η θεώρηση αυτή δεν φαίνεται να είναι εντελώς ξένη ή απορριπτέα στη συλλογική συνείδηση της Δύσης σε σημείο που όταν στις αρχές Ιανουαρίου αμερικανική και ρωσική υψηλόβαθμη αντιπροσωπεία συναντήθηκαν στη Γενεύη, στη σκιά της συγκέντρωσης ρωσικών στρατευμάτων στα σύνορα με την Ουκρανία, αρκετά διεθνή ΜΜΕ έκαναν αναφορές στις προοπτικές μιας νέας αμερικανο-ρωσικής συμφωνίας “τύπου Γιάλτας”.
Το “ελιξήριο”
Για τους αναλυτές, αυτή η “νέα Γιάλτα” είναι κάτι σαν ελιξήριο που θα μπορούσε να βασίζεται σε μια δυνατή ή μια αδύναμη εκδοχή. Η ισχυρή εκδοχή θα είναι η σιωπηρή αναγνώριση μιας ρωσικής σφαίρας επιρροής σε ορισμένες μετασοβιετικές χώρες. Η πιο αδύναμη θα προβλέπει ουδετερότητα για πολλά μετασοβιετικά κράτη, κυρίως βέβαια για την Ουκρανία. Όπως και στην ιατρική, το φάρμακο έχει διαφορετικές ονομασίες σε διαφορετικά μέρη.
Ανεπίσημα, οι Ρώσοι αξιωματούχοι το περιγράφουν ως μια «νέα Γιάλτα». Αλλά ένας τέτοιος όρος είναι απαράδεκτος για τις ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ. Το ίδιο και για τους Αμερικανούς, αν και γι’ αυτούς η απόρριψη πηγάζει από την πεποίθησή τους ότι η Ρωσία, ως η ηττημένη πλευρά του Ψυχρού Πολέμου, δεν δικαιούται να ζητάει “επαναδιαπραγμάτευση” της ήττας της.
Έτσι, η πιο εύσχημη διατύπωση είναι «μια νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας». Χρησιμοποιείται μερικές φορές, αλλά όχι πάντα, ως εναλλακτική λύση στην αμηχανία που προκαλεί η αναφορά στη Γιάλτα και η παραπομπή στην τραυματική μεταπολεμική διαίρεση της Ευρώπης. Το βασικό γεωπολιτικό συστατικό ενός τέτοιου ελιξηρίου και στις δύο εκδοχές του είναι το ίδιο: η αποδοχή, ίσως σιωπηρή, των σφαιρών επιρροής στην Ευρώπη ως το τίμημα για καλύτερες σχέσεις της Δύσης με τη Ρωσία.
Αλλά τι θα μπορούσε να προβλέπει αυτή η “νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας”;
Σίγουρα το απόλυτο πάγωμα της επέκτασης του ΝΑΤΟ προς τ’ ανατολικά. Καμία ένταξη για την Ουκρανία ή τη Γεωργία, ενδεχομένως “φινλανδοποίηση” των δύο αυτών πρώην σοβιετικών Δημοκρατιών. Ίσως εγγυήσεις παρόμοιας διευθέτησης και για τη Λευκορωσία σε περίπτωση που αποκτήσει φιλοδυτική κυβέρνηση στο μέλλον.
Ανάμεσα στους όρους που, υποθετικά, θα μπορούσαν να συζητηθούν είναι και τα παρακάτω: δεν θα υπάρχουν βάσεις του ΝΑΤΟ στη Βαλτική, την Πολωνία, την Τσεχία, τη Σλοβακία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Απομάκρυνση των αμερικανικών αντιβαλλιστικών πυραύλων από την κεντρική Ευρώπη. Εγγυήσεις για απρόσκοπτη χερσαία σύνδεση μέσω της Λιθουανίας μεταξύ της ρωσικής ενδοχώρας και του θύλακα του Καλίνινγκραντ. Αναγνώριση του δικαιώματος της Ρωσίας για μόνιμη στρατιωτική παρουσία στη Μεσόγειο μέσω βάσεών της στη Συρία και πιθανώς στη Λιβύη ή σε άλλα μέρη. Άρση όλων των κυρώσεων κατά των Ρώσων ολιγαρχών, των εταιρειών τους και των συμφερόντων τους. Αναγνώριση της Κριμαίας ως ρωσικού εδάφους...
Συμβιβασμοί και αδιέξοδα
Θα μπορούσε η άλλη πλευρά να αποδεχθεί αυτά -ή κάποια από αυτά- τα αιτήματα που θεωρεί μαξιμαλιστικά ή αναθεωρητικά; Το βέβαιο είναι ότι κάθε συμφωνία τέτοιας κλίμακας περιλαμβάνει πάντα συμβιβασμούς, αλλά αυτό δεν θα είναι εύκολο μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Υπάρχει παράλληλα η διακηρυγμένη αντίθεση του Ζοζέπ Μπορέλ σε οποιαδήποτε ιδέα "ανασύστασης" του παρελθόντος. Είχε μάλιστα προειδοποίησει πριν από τις συνομιλίες της Γενεύης τον Ιανουάριο ότι οι ΗΠΑ και Ρωσία δεν πρέπει να μπουν στον πειρασμό να μιλήσουν για σφαίρες επιρροής στην Ευρώπη καθώς επιδιώκουν να διαμορφώσουν εκ νέου την “αρχιτεκτονική ασφάλειας” της ηπείρου.
«Δεν είμαστε πλέον στην εποχή της Γιάλτας. Η ιδέα για σφαίρες επιρροής δύο μεγάλων δυνάμεων δεν ανήκει στο 2022. Σε αυτό το έργο δεν υπάρχουν μόνο δύο ρόλοι, οι ΗΠΑ και η Ρωσία» είχε πει χαρακτηριστικά ο επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας στη διάρκεια επίσκεψής του στην Ουκρανία στις 5 Ιανουαρίου.
Υπάρχει όμως ένα άλλο θεμελιώδες ζήτημα. Ένα τέτοιο σύστημα διαμοίρασης των ζωνών επιρροής δεν μπορεί παρά να έχει ενσωματωμένο στον γενετικό κώδικά του την επανάληψη των αδιεξόδων του παρελθόντος.
Από το 1945 και καθώς η ΕΣΣΔ ασκούσε τον έλεγχό της στη δική της σφαίρα επιρροής, οι ΗΠΑ έστηναν μεθοδικά και με ζήλο αυτό που αποκαλούσαν φιλελεύθερη διεθνή τάξη, ένα δίκτυο μέσων ενημέρωσης (Voice of America, Radio Free Europe, Radio Liberty) θεσμών και ομοϊδεατών εθνών που ευαγγελίζονταν την φιλελεύθερη δημοκρατία, την εθνική αυτοδιάθεση, τα ατομικά δικαιώματα, την οικονομία της αγοράς. Η Αμερική αυτοσυστήνονταν ως ο ηγέτης του ελεύθερου κόσμου και η Δύση ως ο θεματοφύλακας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών.
Η πρακτική μόνο τέλεια δεν ήταν, όμως το σημαντικό στοιχείο είναι άλλο. Είναι η απόδειξη ότι το παλιό καθεστώς της Γιάλτας δεν βασιζόταν απλά σε μια σταθερή αμοιβαία συμφωνία για την αποδοχή της διαίρεσης του κόσμου σε σφαίρες επιρροής, αλλά παρέμενε ουσιαστικά ένα άκρως ανταγωνιστικό σύστημα. Ποιος, λοιπόν, θα μπορούσε να εγγυηθεί ότι και η θρυλούμενη “νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας” του μετα-μεταψυχροπολεμικού κόσμου δεν θα είναι κάτι ανάλογο, ίσως και χειρότερο; Η όξυνση των γεωπολιτικών εντάσεων, οι καπιταλιστικοί ανταγωνισμοί, η κούρσα για πρόσβαση σε ενεργειακούς πόρους κάθε άλλο πάρα επιτρέπουν ελπίδες ότι η εν λόγω "νέα αρχιτεκτονική" θα είναι λειτουργική.