Μια εικόνα γνώριμη κάνει και πάλι την εμφάνισή της στον Θερμαϊκό Κόλπο τις τελευταίες ημέρες, προκαλώντας συζητήσεις και ερωτήματα στους κατοίκους και στους επισκέπτες της Θεσσαλονίκης. Μεγάλες συγκεντρώσεις φυτοπλαγκτού έχουν καλύψει τμήματα του παραλιακού μετώπου, δημιουργώντας μία αισθητικά απωθητική εικόνα και κάποιες στιγμές μία ενοχλητική οσμή.
«Πράγματι δεν είναι ένα πρωτόγνωρο φαινόμενο. Το συναντούμε κατά διαστήματα, εδώ και αρκετά χρόνια στον Θερμαϊκό. Είναι φαινόμενα ευτροφισμού. Απλώς υπάρχουν περίοδοι που η ανάπτυξη του φυτοπλαγκτού είναι πάρα πολύ μεγάλη», σημείωσε μιλώντας στο «Κόκκινο Θεσσαλονίκης 91,4» και την Ευγενία Χατζηγεωργίου ο Γιάννης Κρεστενίτης, ομότιμος καθηγητής Παράκτιας Τεχνικής & Ωκεανογραφίας στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του ΑΠΘ.
Όπως τόνισε, μετεωρολογικές συνθήκες, όπως της αυξημένης θερμοκρασίας, σε αρκετά παρατεταμένες περιόδους και των παρατεταμένων, χαμηλής έντασης, νοτιάδων που συσσωρεύουν νερά προς τον βόρειο κομμάτι του Θερμαϊκού και ταυτόχρονα δεν επιτρέπουν την καλή ανανέωση των νερών του κόλπου, συντελούν στο να εντείνονται τα φαινόμενα αυτά.
Εκτός από τα στοιχεία αυτά, που συνδέονται με την κλιματική κρίση, υπάρχουν ανθρωπογενείς δραστηριότητες που συνδέονται με το φαινόμενο του ευτροφισμού. Μιλάμε για ανθρώπινες δραστηριότητες που όπως εξήγησε ο κ. Κρεστενίτης, προσφέρουν θρεπτικά υλικά στη θάλασσα, κυρίως ενώσεις αζώτου και φωσφόρου, που είναι τροφή για όλους αυτούς τους οργανισμούς και επιτρέπουν την αύξηση των πληθυσμών τους.
«Αν στον κόλπο δεν υπήρχε η δραστηριότητα, δεν θα είχαμε την ένταση των φαινόμενων ευτροφισμού. Θα είχαμε φυσιολογικές διεργασίες, όπως έχουμε στις ανοιχτές θάλασσες, που η προσφορά τέτοιων υλικών είναι πολύ μικρότερη», σημείωσε χαρακτηριστικά και απαντώντας στο πώς προσφέρονται αυτά τα υλικά, τόνισε: «μέσα από τις απορροές, είτε αυτές είναι αστικών λυμάτων -ακόμα και όταν τα αστικά λύματα επεξεργάζονται, παραμένει ένα ποσοστό άζωτου και φωσφόρου-αλλά το κύριο πρόβλημα στο βόρειο τμήμα του Θερμαϊκού Κόλπου είναι η προσφορά τέτοιων υλικών μέσα από εγκαταστάσεις που δεν υφίστανται επεξεργασίες». Δηλαδή «οι αγροτικές αποστραγγίσεις και τα νερά των ποταμών, στα οποία δυστυχώς σε αρκετά τμήματά τους (…) υπάρχουν εκροές, είτε από στραγγιστικές τάφρους, είτε ακόμα και από εγκαταστάσεις επεξεργασίες λυμάτων».
Για τις επιπτώσεις του φαινομένου, ο κ. Κρεστενίτης τόνισε πως «διαταράσσεται ο κύκλος βιοποικιλότητας όταν αυτά τα φαινόμενα εμφανίζονται σε τόσο μεγάλη ένταση και συχνότητα» και αντιστοίχως «μειώνεται η ποιότητα των θαλασσινών νερών». Στο πλαίσιο αυτό διερωτάται κανείς, όπως υπογράμμισε ο ίδιος, γιατί δεν λαμβάνονται μέτρα.
«Ενώ είναι γνωστά τα φαινόμενα αυτά, παρόλα αυτά στη δεύτερη αναθεώρηση των Σχεδίων Διαχείρισης Λεκανών Απορροής τον Μάιο του 2024, η ποιότητα των νερών του κόλπου της Θεσσαλονίκης αναβαθμίστηκε από μέτρια, που ήταν στις προηγούμενες περιόδους, σε καλή. Παρά το γεγονός ότι εκφράστηκαν αντιρρήσεις στη διάρκεια της διαβούλευσης ότι αυτή η αναβάθμιση δεν είναι πραγματική και ότι δεν πρέπει να γίνει διότι μειώνεται η ένταση που θα πρέπει να υπάρχει σε λήψη μέτρων», επισήμανε.
Υπενθύμισε δε πως το 2008, ομάδα που είχε συστήσει τότε το Τεχνικό Επιμελητήριο Κεντρικής Μακεδονίας και στην οποία ήταν ο ίδιος επικεφαλής, είχε προτείνει μια διαδικασία και ένα πλήρες οργανόγραμμα για τη δημιουργία ενός ενιαίου φορέα διαχείρισης του Θερμαϊκού κόλπου. Η πρόταση αυτή υιοθετήθηκε και από το σύνολο του Τεχνικού Επιμελητηρίου και από το Συμβούλιο Περιβάλλοντος του ΑΠΘ που τότε υπήρχε. Παρόλα αυτά δεν προχώρησε. Το μόνο που έγινε ήταν στο τότε Υπουργείο Μακεδονίας- Θράκης να φτιαχτεί μια διεύθυνση που αφορά τον Θερμαϊκό. Στη συνέχεια, το 2020 όλοι οι Φορείς Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών καταργήθηκαν και φτιάχτηκε ο κεντρικός φορέας, ο ΟΦΥΠΕΚΑ, ο οποίος έχει και την πλήρη ευθύνη για να οργανώσει το σχέδιο αντιμετώπισης της ρύπανσης στο Θερμαϊκό.
Ερωτηθείς για τον καθαρισμό του Κόλπου με το γνωστό καραβάκι (την Αλκίππη) με το οποίο έχει σύμβαση ο ΟΦΥΠΕΚΑ, σημείωσε αφενός πως είναι περιστασιακή η κίνηση του σκάφους και αφετέρου ότι συλλέγει μόνο τα επιπλέοντα απορρίμματα. «Αυτό όμως δεν λύνει το πρόβλημα του λόγου για τον οποίο δημιουργούνται αυτά τα φαινόμενα, ούτε βέβαια και της παρακολούθησης του κόλπου (…). Νομίζω ότι το σημαντικό είναι ότι δεν έχει γίνει μια επεξεργασία ενός σχεδίου, του πώς θα μειώσουμε την προσφορά αζώτου και φώσφορου στο Θερμαϊκό, έτσι ώστε τα φαινόμενα αυτά να μπορέσουν να γίνουν αραιότερα και μικρότερης έντασης».