Όλο και πιο ψηλά ανεβαίνει ο πήχης των προσδοκιών για τη σύνοδο των G7 την επόμενη εβδομάδα. Μετά τον Αμερικανό Πρόεδρο, που αποκάλυψε ότι θα προσέλθει στη συνάντηση με φιλόδοξες προτάσεις για την αύξηση της φορολογίας των μεγάλων επιχειρήσεων, ήρθε η σειρά των τεσσάρων μεγαλύτερων οικονομιών της Ε.Ε. να εκφράσουν τη στήριξή τους σε μια συμφωνία που θα αποτρέπει τη φοροδιαφυγή των πολυεθνικών.
Σε κοινή τους επιστολή προς την εφημερίδα Guardian οι υπουργοί Οικονομικών της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας τονίζουν ότι έπειτα από χρόνια υποσχέσεων και αποτυχημένων προσπαθειών έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου -με αφορμή την πανδημία και την ανάγκη ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας- για μια συμφωνία που θα βάζει φραγμούς στις σημερινές πρακτικές των μεγάλων επιχειρήσεων.
“Για περισσότερο από τέσσερα χρόνια η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία και η Ισπανία συνεργάζονται για τη δημιουργία ενός διεθνούς φορολογικού συστήματος κατάλληλου για τον 21ο αιώνα. Είναι ένας δρόμος με πολλές στροφές. Τώρα είναι η στιγμή να καταλήξουμε σε συμφωνία” επισημαίνουν.
Εφόσον μια τέτοια συμφωνία επιτευχθεί στη συνάντηση των G7 την επόμενη εβδομάδα, θα ανοίξει ο δρόμος για μια ευρύτερη συμφωνία που θα περιλαμβάνει χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία, καθώς τον επόμενο μήνα πρόκειται να πραγματοποιηθεί και η διάσκεψη των G20 στην Ιταλία.
Οι μέχρι τώρα διαπραγματεύσεις μεταξύ των χωρών επικεντρώνονται στην ανάγκη να τεθεί τέλος στη φοροδιαφυγή των πολυεθνικών, και ιδίως των μεγιστάνων της τεχνολογίας και του Διαδικτύου, που εκμεταλλεύονται τα πολλά “παράθυρα” στο σημερινό φορολογικό σύστημα για να μεταφέρουν τα κέρδη τους από μία χώρα σε άλλη.
Πριν από λίγες μέρες, ο Αμερικανός Πρόεδρος Τζο Μπάιντεν είχε προτείνει την υιοθέτηση παγκόσμιου κατώτατου φόρου στους μεγιστάνες της οικονομίας, ο οποίος θα αποτελεί τη ραχοκοκαλιά μιας διεθνούς συμφωνίας για το θέμα. Το σχέδιο Μπάιντεν έχει δύο βασικούς άξονες: τη δυνατότητα των χωρών να φορολογούν μέρος των κερδών που βγάζουν οι 100 μεγαλύτερες εταιρείες του πλανήτη ανεξάρτητα από τη φορολογική τους έδρα και τη θέσπιση κατώτατου φόρου για τον οποίο ο Λευκός Οίκος προτείνει “τουλάχιστον” το επίπεδο του 15%.
Είναι μια πρόταση βέβαια που εξαρχής γέννησε αμφιβολίες για τη βούληση της Ε.Ε. να τη στηρίξει, καθώς πολλά κράτη - μέλη της, όπως η Κύπρος, η Ιρλανδία και η Ουγγαρία, επιβάλλουν σήμερα πολύ μικρότερους φόρους. Διαπραγματεύσεις για την υιοθέτηση μιας τέτοιας συμφωνίας διεξάγονται αυτή τη στιγμή μεταξύ 135 χωρών και στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ με χρονικό ορίζοντα τον φετινό Οκτώβριο.
Αν η φορολόγηση των μεγάλων επιχειρήσεων αυξανόταν στο επίπεδο του 15%, η Ε.Ε. θα εξασφάλιζε 50 επιπλέον δισεκατομμύρια ευρώ φορολογικών εσόδων κάθε χρόνο σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Φορολογικού Παρατηρητηρίου Ε.Ε. (EU Tax Observatory) που δόθηκαν αυτή την εβδομάδα στη δημοσιότητα. Εάν μάλιστα ο φόρος αυξανόταν στο επίπεδο του 25%, η Ε.Ε. θα είχε επιπλέον έσοδα 170 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις εκμεταλλεύονται σήμερα τα φορολογικά “παράθυρα” στο διεθνές φορολογικό σύστημα μεταφέροντας τα κέρδη τους από χώρα σε χώρα. Έσοδα από πωλήσεις σε μια χώρα δηλώνονται έτσι σε κάποια άλλη. Ένας από τους τρόπους με τους οποίους επιτυγχάνεται αυτό είναι η ίδρυση θυγατρικών επιχειρήσεων σε χώρες που φορολογούν ελάχιστα ή και καθόλου τις μεγάλες επιχειρήσεις, φορολογικούς παραδείσους όπως οι Βρετανικές Παρθένοι Νήσοι και οι Βερμούδες.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Βρετανία, που πρόσφατα αποχώρησε από την Ε.Ε., ήταν μία από τις πρώτες ευρωπαϊκές χώρες που έσπευσαν να εκφράσουν επιφυλάξεις απέναντι στη συμφωνία. Η χώρα διαθέτει σήμερα τα χαμηλότερα επίπεδα φορολόγησης των μεγάλων επιχειρήσεων ανάμεσα στις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο τα σκήπτρα κατέχει, όπως είναι γνωστό, η Ιρλανδία, που διατηρεί σταθερά τον φόρο στο 12,5%, παρέχοντας βέβαια χρήσιμο άλλοθι για όλους όσοι υποστηρίζουν παρόμοιες μεταρρυθμίσεις μόνο στα λόγια.