Η παραίτηση του Κιρ Στάρμερ δίνει στους Βρετανούς μια αφορμή για έναν απολογισμό που εδώ και μια δεκαετία προσπαθούν να αποφύγουν. Όχι για την τύχη μιας ακόμη κυβέρνησης, αλλά για το αν το Brexit εκπλήρωσε τελικά τις υποσχέσεις του.
Όταν ο Ντέιβιντ Κάμερον προκήρυξε το δημοψήφισμα του 2016, δύσκολα μπορούσε να φανταστεί ότι δέκα χρόνια αργότερα η χώρα θα ετοιμαζόταν να υποδεχτεί τον έβδομο πρωθυπουργό της. Η Τερέζα Μέι έπεσε προσπαθώντας να διαχειριστεί την αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο Μπόρις Τζόνσον την διαδέχτηκε με την υπόσχεση να κόψει τον γόρδιο δεσμό. Η Λιζ Τρας κατέρρευσε έπειτα από μόλις λίγες εβδομάδες στην εξουσία. Ο Ρίσι Σούνακ υπέστη εκλογική πανωλεθρία. Και τώρα ακόμη ένας πρωθυπουργός, αυτή τη φορά από το στρατόπεδο των Εργατικών, εγκαταλείπει τη Ντάουνινγκ Στριτ.
Καμία από αυτές τις παραιτήσεις δεν οφείλεται βέβαια αποκλειστικά στο Brexit. Όλες όμως εκτυλίχθηκαν στη σκιά του. Το δημοψήφισμα που υποτίθεται ότι θα έκλεινε μια μακρά διαμάχη για τη θέση της Βρετανίας στην Ευρώπη κατέληξε να γίνει το γεγονός γύρω από το οποίο περιστρέφεται σχεδόν κάθε μεγάλη πολιτική συζήτηση της τελευταίας δεκαετίας.
Και το πιο ενδιαφέρον είναι ότι η οικονομική αποτίμηση του Brexit αποδείχθηκε πολύ πιο σύνθετη απ' όσο προέβλεπαν τόσο οι υποστηρικτές όσο και οι αντίπαλοί του. Η καταστροφή που προέβλεπαν πολλοί πριν από το δημοψήφισμα δεν ήρθε ποτέ. Η βρετανική οικονομία δεν κατέρρευσε, το Σίτι του Λονδίνου δεν εγκαταλείφθηκε μαζικά από τις τράπεζες και η χώρα δεν βυθίστηκε σε μια μόνιμη ύφεση.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το κόστος δεν υπήρξε. Οι περισσότερες σοβαρές μελέτες συγκλίνουν πλέον στην εκτίμηση ότι η βρετανική οικονομία είναι σήμερα αισθητά μικρότερη απ' ό,τι θα ήταν αν η χώρα είχε παραμείνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι υπολογισμοί διαφέρουν, αλλά συνήθως τοποθετούν τη διαφορά μεταξύ 4% και 6% του ΑΕΠ. Πρόκειται για μια απώλεια που δεν έγινε αισθητή ως ξαφνικό σοκ αλλά ως μια αργή διάβρωση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων της χώρας.
Το μεγαλύτερο μέρος του κόστους προήλθε από την ίδια τη φύση του Brexit. Η έξοδος από την ενιαία αγορά δεν σήμαινε απλώς πολιτική αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σήμαινε και την επανεμφάνιση εμποδίων στο εμπόριο με τον σημαντικότερο οικονομικό εταίρο της Βρετανίας. Οι νέες διαδικασίες, οι έλεγχοι και η γραφειοκρατία αύξησαν το κόστος συναλλαγών, ιδιαίτερα για τις μικρότερες επιχειρήσεις. Οι εξαγωγές προς την ΕΕ υποχώρησαν, ενώ ορισμένοι κλάδοι, όπως η αγροτική παραγωγή και η βιομηχανία τροφίμων, βρέθηκαν αντιμέτωποι με σοβαρές δυσκολίες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η εξέλιξη στο μεταναστευτικό, το ζήτημα που περισσότερο από κάθε άλλο καθόρισε την εκστρατεία υπέρ της εξόδου. Η υπόσχεση ήταν σαφής: αυστηρότερος έλεγχος των συνόρων και περιορισμός της μετανάστευσης. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πιο περίπλοκη. Η μετανάστευση από την Ευρώπη μειώθηκε, αλλά η βρετανική οικονομία συνέχισε να χρειάζεται εργαζόμενους. Το αποτέλεσμα ήταν η αύξηση των αφίξεων από χώρες εκτός Ευρώπης την ώρα που το NHS, η κοινωνική φροντίδα, η γεωργία και η εστίαση βρέθηκαν αντιμέτωπα με σοβαρές ελλείψεις προσωπικού.
Ίσως γι' αυτό η συζήτηση για το Brexit έχει αλλάξει χαρακτήρα. Το 2016 αφορούσε υποσχέσεις για το μέλλον. Σήμερα αφορά αποτελέσματα. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι όλο και περισσότεροι Βρετανοί θεωρούν πως η έξοδος εξελίχθηκε χειρότερα απ' όσο περίμεναν, ενώ η υποστήριξη προς μια μελλοντική επαναπροσέγγιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση αυξάνεται σταθερά.
Κι όμως, παρά τη μεταστροφή της κοινής γνώμης, κανένα από τα μεγάλα κόμματα δεν δείχνει πρόθυμο να ανοίξει ξανά το ζήτημα. Το Brexit έχει μετατραπεί σε μια πραγματικότητα που δύσκολα ανατρέπεται πολιτικά, ακόμη κι αν αμφισβητείται όλο και περισσότερο κοινωνικά.
Η παραίτηση του Κιρ Στάρμερ δεν γράφει τον επίλογο της ιστορίας του Brexit. Αντίθετα, υπενθυμίζει πόσο βαθιά εξακολουθεί να επηρεάζει τη βρετανική πολιτική. Έξι πρωθυπουργοί έχουν ήδη περάσει από τη Ντάουνινγκ Στριτ μετά το δημοψήφισμα του 2016. Ο έβδομος θα κληθεί να διαχειριστεί μια συζήτηση που κανείς δεν έχει καταφέρει ακόμη να κλείσει.