Live τώρα    
Financial Times / Το χρέος του Τραμπ στην Deutsche Bank
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Financial Times / Το χρέος του Τραμπ στην Deutsche Bank

Των Ben McLannahan, Kara Scannell και Gary Silverman

Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ μήνυσε την Deutsche Bank το 2008, η τράπεζα τον χαρακτήρισε «κλασικό Τραμπ» και απάντησε με δική της μήνυση. Ο Νεοϋορκέζος μεγαλοϊδιοκτήτης ακινήτων προσπαθούσε να απαλλαγεί από προσωπικές εγγυήσεις ύψους 40 εκατομμυρίων δολαρίων που είχε βάλει για δάνειο 640 εκατ. δολαρίων προκειμένου να χτίσει τον Πύργο Τραμπ (Trump International Hotel & Tower) στο κέντρο του Σικάγο. Η κρίση της Lehman Brothers ήταν ένα απρόβλεπτο γεγονός, ισχυρίστηκε, προσπαθώντας να ξεγλιστρήσει. Ο μελλοντικός Πρόεδρος των ΗΠΑ διεκδίκησε αποζημίωση 3 δισεκατομμυρίων δολαρίων, γιατί η κοινοπραξία υπό την Deutsche Bank έπαιξε ρόλο στην καταστροφή της παγκόσμιας οικονομίας. Οι δυο πλευρές τσακώθηκαν για λίγο, πριν τα βρουν σε έναν εξωδικαστικό συμβιβασμό. Και μέσα σε δύο χρόνια η Deutsche επανήλθε ως πιστωτής του Τραμπ, συνεχίζοντας μια σχέση που κρατά δεκαετίες, ακόμα και όταν άλλες μεγάλες τράπεζες εγκατέλειψαν τον δικομανή επιχειρηματία.

Τον περασμένο Ιούνιο ο Ντόναλντ Τραμπ αποκάλυψε ότι οφείλει στην Deutsche Βank δάνεια τουλάχιστον 130 εκατομμυρίων δολαρίων, έχοντας υποθηκεύσει ακίνητα στο Μαϊάμι και στην Ουάσιγκτον, πέρα από το συγκρότημα - ξενοδοχείο στο Σικάγο. Φαίνεται ότι η Deutsche δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον γι' αυτόν, σε τακτική βάση, λέει πρόσωπο που είχε εμπλακεί στην αναχρηματοδότηση του Μεγάρου της Τζένεραλ Μότορς στο Μανχάταν, μια από τις σημαντικότερες δουλειές της τράπεζας στις ΗΠΑ με τον Τραμπ, στα τέλη της δεκαετίας του 1990. «Έκαναν βήμα στο κενό» είπε ένας άλλος ειδικός σε αναδιαρθρώσεις.

Αλλά η άνοδος του επιχειρηματία ακινήτων από το Κουίνς στην προεδρία των ΗΠΑ έχει προσδώσει ακόμα πιο σύνθετο χαρακτήρα σε αυτή τη σχέση. Η Deutsche αντιμετωπίζει διάφορες νομικές διαδικασίες στις ΗΠΑ, στις οποίες περιλαμβάνεται έρευνα από το υπουργείο Δικαιοσύνης για ρωσικό σχέδιο για ξέπλυμα χρήματος, για το οποίο η τράπεζα πλήρωσε πρόστιμα περίπου 600 εκατομμυρίων δολαρίων τον Ιανουάριο. Το υπουργείο Δικαιοσύνης ερευνά επίσης το κατά πόσον εμπλέκονται χρηματιστές της Deutsche και άλλων τραπεζών σε χειραγώγηση της τιμής των ομολόγων του Αμερικανικού Δημοσίου. Ξεχωριστά, ορισμένοι βουλευτές του Δημοκρατικού Κόμματος ζητούν αρχεία από την Deutsche για να δουν αν υπάρχουν οικονομικοί δεσμοί ανάμεσα στη Ρωσία και στον Ντόναλντ Τραμπ.

Οι εγγυήσεις που έδωσε ο κύριος Τραμπ έναντι μέρους των δανείων που δεν ωριμάζουν πριν περάσουν ακόμα έξι έως επτά χρόνια θα μπορούσαν να περιπλέξουν και άλλο τις σχέσεις με την Deutsche. Αν δεν εξοφληθούν, η τράπεζα, που έχει έδρα στη Φραγκφούρτη, θα μπορούσε, θεωρητικά, να διεκδικήσει και άλλα περιουσιακά στοιχεία του κυρίου Τραμπ. Τον Δεκέμβριο, ο Άλαν Γκαρτέλ, γενικός σύμβουλος του Οργανισμού Τραμπ (Trump Organization), δήλωσε στο πρακτορείο ειδήσεων Bloomberg ότι οι εγγυήσεις δεν αποτελούσαν μακροπρόθεσμο πρόβλημα, γιατί τα δάνεια έχουν δομηθεί με τρόπο ώστε να υποστηρίζονται τελικά με υποθήκη. Η Deutsche αρνήθηκε να σχολιάσει νομικά ζητήματα, τη διάρθρωση των δανείων της, τη φύση των εγγυήσεων ή των σχέσεών της με τον κύριο Τραμπ. Εκπρόσωποι του Οργανισμού Τραμπ δεν απάντησαν σε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Οι περιπλοκές εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για σύγκρουση συμφερόντων, λέει ο Νόρμαν Έισεν, επικεφαλής για θέματα δεοντολογίας στον Λευκό Οίκο επί Ομπάμα και πρόεδρος της οργάνωσης Πολίτες για τη Λογοδοσία και Δεοντολογία στην Ουάσιγκτον. Τον Ιανουάριο η υπερκομματική ομάδα άσκησης πίεσης έκανε μήνυση στον Ντόναλντ Τραμπ για φερόμενη παραβίαση της πρόνοιας του Συντάγματος που αφορά τις απολαβές από το εξωτερικό. Η εξέταση της υπόθεσης έχει οριστεί για τον Οκτώβριο. «Είτε πρόκειται για την έρευνα είτε για το ρυθμιστικό περιβάλλον και εκατοντάδες άλλους τρόπους που επηρεάζεται η Deutsche Bank από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, αν έχουν αυτό το ειδικό βάρος πάνω στον Ντόναλντ Τραμπ τώρα, που έχουμε δει πως λειτουργεί, είναι απολύτως θεμιτό να ρωτήσουμε κατά πόσον θα είναι αντικειμενικός», λέει ο Νόρμαν Έισεν. «Αποτελεί πηγή ανησυχίας».

Ένας "ιδανικός πελάτης"

Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ έψαχνε για κεφάλαια, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ταίριαξε με την Deutsche. Η γερμανική τράπεζα, που κυριαρχούσε στην εσωτερική αγορά, προσπαθούσε απεγνωσμένα να αναπτυχθεί στις ΗΠΑ. Ειδικότερα, η τράπεζα είδε ότι βρήκε το κατάλληλο περιβάλλον για την προώθηση προϊόντων της με την εξυπηρέτηση πλούσιων επιχειρηματιών ακινήτων που είχαν χτυπήσει πάνω σε μερικά εμπόδια στο δρόμο, όπως οι Χάρι Μακλόουι και Ίαν Μπρους Άιχνερ, εξίσου γνωστοί ιδιοκτήτες που είχαν υποστεί απώλειες στην αγορά ακινήτων της Νέας Υόρκης. Τέτοιο πελάτες ήταν «ιδανικοί», λέει πρώην τραπεζίτης της Deutsche. Το έδαφος ήταν σχετικά εύκολο, καθώς πολλές αμερικανικές και ιαπωνικές τράπεζες είχαν «καεί» από τις απώλειες στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και της έδωσαν ευρύχωρη θέση. Επιπλέον, η τράπεζα μπορούσε να τους πουλήσει έξτρα υπηρεσίες μέσου του τομέα ιδιωτών - πελατών, που είχε ενισχυθεί το 1999 με την απόκτηση της Bankers Trust. «Μερικές φορές μια επιχείρηση θα βρεθεί με έναν πελάτη που δεν μπορεί να κάνει δουλειές αλλού», λέει άλλο πρώην διευθυντικό στέλεχος της Deutsche.

Σε έναν πελάτη όπως ο κύριος Τραμπ θα προσφέρονταν επιλογές όρων, σύμφωνα με άτομο που έχει γνώση των συμφωνιών: επιτόκιο π.χ. 500 μονάδες βάσης πάνω από το Libor με εγγύηση ή Libor συν 800 χωρίς εγγύηση. Βασικός «στρατολόγος» της Deutsche ήταν ο Τζον Βακάρο από τη Citybank, ο οποίος ανέλαβε ως επικεφαλής του κλάδου εμπορικών ακινήτων το 1997. Άλλα σημαντικά πρόσωπα για τον κύριο Τραμπ, με το πέρασμα του χρόνου, ήταν οι Μίκι Όφιτ και Στίβ Στούαρτ, δίδυμο που ήλθε από την Goldman Sachs, και ο Έρικ Σβαρτζ, που ήλθε από τη Moodys και έγινε το βασικό σημείο επαφής με τον επιχειρηματία. Μερικά από τα πρόσωπα αυτά προσέδωσαν μεγαλύτερος κύρος στην Deutsche στα κέντρα συναλλαγών καθώς και στις δεξιώσεις. Ο Τόμπιν Κομπ, πρώην στέλεχος της Donaldson, Lufkin & Jenrette, είναι γιος δυο Αμερικανών πρεσβευτών. Ο Τζάστιν Κένεντι, πρώην χρηματομεσίτης της Goldman Sachs, ο οποίος έγινε ένας από τους πλέον έμπιστους συνεργάτες του Τραμπ κατά τα 12 χρόνια του στην Deutsche, είναι γιος δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι παραπάνω αρνήθηκαν να κάνουν σχόλιο.

Η μεγάλη είσοδος της Deutsche στην αγορά ακινήτων έγινε παράλληλα με τη ραγδαία άνοδο της αγοράς παραγώγων από ενυπόθηκα δάνεια, που επέτρεψε στην τράπεζα να μεταφέρει το μεγαλύτερο μέρος του κινδύνου σε άλλους. Η Deutsche είχε πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτόν τον τομέα, που σημείωσε εκρηκτική άνοδο στην αμερικανική αγορά, φτάνοντας από 37 δισεκατομμύρια δολάρια συνολικά το 1997 σε 229 δισεκατομμύρια δολάρια το 2007 (όπου και κατέρρευσε).

Πρώην διευθυντικά στελέχη στον τομέα εμπορικών ακινήτων της Deutsche λένε ότι είχαν ελευθερία κινήσεων. Ούτε ο Γιόζεφ Άκερμαν, ο Ελβετός τραπεζίτης που έγινε ο πρώτος μη Γερμανός διοικητής της το 2002, ούτε ο Άνσου Τζαιν, ο οποίος τον διαδέχθηκε το 2012, έσφιξαν τα λουριά, όπως λέει πρώην υπάλληλος. «Ο οργανισμός ήταν κατακερματισμένος». Και οι δυο αρνήθηκαν να σχολιάσουν.

Στην κουλτούρα της Deutsche στη Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο υπάρχει συσσώρευση ξένων που ανταγωνίζονται τα ντόπια ταλέντα και μερικές φορές συγκρούονται μεταξύ τους, λέει ο Ντέιβιντ Χέντλερ, πρώην τραπεζικός αναλυτής της Γουόλ Στριτ, ο οποίος έχει τώρα δική του εταιρεία συμβούλων διαχείρισης ρίσκου.

Τιμωρητική εμπειρία

Δυο δεκαετίες νωρίτερα, πριν αρχίσει την επέκτασή της η Deutsche κι ενώ ο Τραμπ έφτιαχνε ακόμα το όνομά του στον κλάδο των ακινήτων στη Νέα Υόρκη, πολλές τράπεζες ήθελαν να κάνουν δουλειές μαζί του. Η Citybank, για παράδειγμα, είχε πρωταγωνιστικό ρόλο σε συμφωνίες όπως το Trump Plaza, το μεγαλύτερο καζίνο στο Ατλάντικ Σίτι εκείνη την εποχή, και η αεροπορική εταιρεία Trump Shuttle που έκανε δρομολόγια από την ανατολική στη δυτική ακτή των ΗΠΑ, την οποία ξεκίνησε ο Τραμπ το 1989. Σε πολλές συμφωνίες συμμετείχαν επίσης η Manufacturers Hanover, η οποία αγοράστηκε από την Chemical Bank το 1991, και η Chemical, η οποία αγόρασε την Chase Manhattan το 1996 παίρνοντας το όνομα. Συμμετείχε επίσης η Bankers Trust. «Τα προϊόντα του ήταν καλά», θυμάται πρώην τραπεζίτης της Deutsche. «Τα κτήριά του ήταν υψηλής ποιότητας, έπαιρνε καλά ενοίκια, πουλούσε συγκροτήματα σε υψηλές τιμές». Ο Στιβ Ουίτκοφ, πρόεδρος του ομώνυμου ομίλου που πουλά συγκροτήματα πολυτελείας και θεωρεί τον εαυτό του φίλο του Ντόναλντ Τραμπ, προσθέτει: «Νομίζω ότι είναι από τους καλύτερους που υπάρχουν».

Αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1990, όταν ο Τραμπ επεκτάθηκε υπερβολικά στο Ατλάντικ Σίτι, μέσω τραπεζικών δανείων και ομολόγων - σκουπίδια, ενώ υπέφερε όπως και ο υπόλοιπος κλάδος από την πτώση στην αγορά ακινήτων στη Νέα Υόρκη. Ένα προειδοποιητικό μήνυμα ήταν το δάνειο των 100 εκατομμυρίων δολαρίων από την Bankers Trust: ο Τραμπ το χρησιμοποιούσε για να εξοφλεί ενυπόθηκο χρέος αντί να χρηματοδοτεί τις καθημερινές λειτουργίες, σύμφωνα με πρόσωπο που έχει γνώση των διαπραγματεύσεων. Πριν περάσει πολύς καιρός, οι τέσσερις μεγαλύτερες τράπεζες -Citi, Chemical, ManiHani και Bankers Trust- δρώντας εκ μέρους 68 άλλων πιστωτών προχώρησαν σε διακανονισμό και αναδιάρθρωση χρέους, συνολικού ύψους 4 δισεκατομμυρίων δολαρίων, στο οποίο περιλαμβάνονταν εγγυήσεις 800 εκατομμυρίων δολαρίων. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχασε τον έλεγχο μεγάλου μέρους της αυτοκρατορίας του και οι τράπεζες υπέστησαν σημαντικές απώλειες, σύμφωνα με το πρόσωπο που έχει γνώση των διαπραγματεύσεων.

Η εμπειρία αυτή έπεισε πολλές τράπεζες ότι το να δανείζεις τον κύριο Τραμπ προκαλούσε περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη. Για παράδειγμα, ούτε η Citi ούτε η Chase τον δάνεισαν μετά από τη μεγάλη αναδιάρθρωση των αρχών της δεκαετίας του 1990, σύμφωνα με στοιχεία τραπεζικών δανείων που ερεύνησε η Dealogic. Και οι δυο τράπεζες αρνήθηκαν να σχολιάσουν για τις σχέσεις τους με τον Ντόναλντ Τραμπ.

Το 2013, όταν ο κύριος Τραμπ διεκδικούσε 60χρονη μίσθωση (lease) για να ανακατασκευάσει το μέγαρο του Παλαιού Ταχυδρομείου της Ουάσιγκτον, στράφηκε στον παλιό του φίλο Τομ Μπάρακ, μεγαλοεπιχειρηματία ακινήτων (ο οποίος μίλησε στο συνέδριο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος πέρυσι υπέρ του Τραμπ), για να του προσφέρει χρηματοδότηση. Ένα χρόνο μετά, όταν έπρεπε να την ξεπληρώσει, ο Οργανισμός Τραμπ αντάλλαξε το χρέος που αφορούσε τον Τομ Μπάρακ και στράφηκε πάλι στην Deutsche. Η τράπεζα του χορήγησε δάνειο 170 εκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με τις δηλώσεις που έχουν γίνει στην εφορία της Ουάσιγκτον.

Τα δάνεια για το μέγαρο του Παλαιού Ταχυδρομείου και για τον πύργο του Σικάγου δεν οφείλονται να πληρωθούν πριν από το 2024, όταν ο κύριος Τραμπ -εφόσον επανεκλεγεί- θα βρίσκεται στο τελευταίο έτος της δεύτερης θητείας του στον Λευκό Οίκο. Η υποθήκη ύψους άνω των 50 εκατομμυρίων δολαρίων στο θέρετρο του γκολφ στο Μαϊάμι πρέπει να πληρωθεί το 2023.

Στο στόχαστρο

Ο Τζον Κράιαν, εκτελεστικός διευθυντής της Deutsche από το 2015, προσπαθεί να βάλει τέλος στην πληθώρα των νομικών και ρυθμιστικών προβλημάτων της τράπεζας στις ΗΠΑ. Πέρυσι τον Δεκέμβριο η τράπεζα πέτυχε διακανονισμό ύψους 7,2 δισεκατομμυρίων με το υπουργείο Δικαιοσύνης για τις πωλήσεις παράγωγων ενυπόθηκων δανείων κατά την πορεία προς την κρίση. Τον Απρίλιο έγινε η πρώτη μεγάλη τράπεζα που τιμωρήθηκε για παραβιάσεις του νόμου Βόλκερ για τις συναλλαγές. Ο διευθυντής διαβεβαίωσε τον περασμένο μήνα τους επενδυτές ότι η Deutsche είχε κάνει «σημαντικές προόδους» στα υπόλοιπα θέματα που είναι υπό έρευνα.

Αλλά η Μαξίν Γουότερς, η Δημοκρατική βουλευτής από το Λος Άντζελες, είναι αποφασισμένη να διατηρήσει την τράπεζα στο στόχαστρο των εποπτικών αρχών. Ως εξέχον μέλος της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, απαιτεί ευρύ φάσμα οικονομικών αρχείων από την Deutsche, αναζητώντας δεσμούς μεταξύ της Μόσχας, του κυρίου Τραμπ, των μελών της οικογένειάς του, των επιχειρηματικών συνεργατών του και άλλων με τους οποίους έχει κάνει δουλειές στο παρελθόν. Η Deutsche αρνήθηκε να χορηγήσει το υλικό που της ζητήθηκε, λέγοντας ότι πρέπει να σεβαστεί «νόμους και εσωτερικούς κανονισμούς που έχουν σχεδιαστεί για να προστατεύουν εμπιστευτικές πληροφορίες πελατών».

Το Ιούλιο, μετά από δύο αποτυχημένες απόπειρες για την απόκτηση στοιχείων από την Deutsche, η κυρία Γουότερς και άλλοι τρεις Δημοκρατικοί συνάδελφοί της κατέθεσαν τροπολογία στη Βουλή ώστε να υποχρεώσουν το Τμήμα Οικονομικών Εγκλημάτων του υπουργείου Οικονομικών να παραδώσει έγγραφα. Οι Δημοκρατικοί ζητούν έγγραφα, αρχεία και αναφορές για ύποπτες δραστηριότητες σε σχέση με τα δάνεια που έδωσε η τράπεζα και τα οποία αφορούν την Bayrock, εταιρεία εμπλέκεται σε πολλές συμφωνίες για ακίνητα, που συμπεριλαμβάνουν το ξενοδοχείο Trump SoHo, και πολλές ρωσικές τράπεζες, ανάμεσα τους Sperbank, Vnesheconombank Group και VTB Group.

Η τροπολογία καταψηφίσθηκε στη βάση των κομματικών γραμμών. Αλλά το πρόσωπο της κυρίας Γουότερς είναι ανάμεσα σε μια ντουζίνα που φιγουράρουν στις οθόνες ως «εχθροί» του προέδρου σε πολιτική διαφήμιση που μεταδίδεται εδώ και ένα μήνα από μια εκστρατεία για την επανεκλογή του.

Η βουλευτής έχει δίκιο που διατηρεί την πίεση, λέει ο Νόρμαν Έισεν. Η έρευνα που εκκρεμεί, τα κανονιστικά ζητήματα... η πιθανή μόχλευση καθώς έρχεται η ώρα για την αποπληρωμή των δανείων, όλα αυτά τα ζητήματα δείχνουν γιατί ένας Πρόεδρος δεν πρέπει να διατηρεί ενεργά επιχειρηματικά συμφέροντα όταν περνά το κατώφλι του Λευκού Οίκου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0