Του Μιχάλη Τρίκκα
Η δηλητηριώδης αιθαλομίχλη που σκέπαζε την προηγούμενη εβδομάδα δύο από τις πολυπληθέστερες πόλεις του πλανήτη, το Πεκίνο και το Νέο Δελχί, έφερε ίσως με πιο δραματικό τρόπο στο προσκήνιο το πρόβλημα επιβίωσης του πλανήτη μας από ό,τι οι ομιλίες των περισσότερων από 150 ηγετών χωρών και κυβερνήσεων που συγκεντρώθηκαν στο Παρίσι για την πολυαναμενόμενη διάσκεψη του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή.
Η διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών φιλοδοξεί να θέσει τέλος σε χρόνια απραξίας και προηγούμενες αποτυχημένες διεθνείς προσπάθειες για τη μείωση των εκπομπών αερίων που ευθύνονται για το καταστροφικό Φαινόμενο του Θερμοκηπίου. Προσπάθειες όπως η διάσκεψη της Κοπενχάγης, που πριν από έξι χρόνια κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία. Για να το πετύχει αυτό, η συγκεκριμένη προσπάθεια θα πρέπει, αυτή τη φορά, να καταλήξει σε μια πολυμερή δεσμευτική συμφωνία που θα πηγαίνει πολύ πιο μακριά από τα συνήθη ευχολόγια.
Ο στόχος άλλωστε που έχει προσδιοριστεί είναι αρκετά μετριοπαθής: η συγκράτηση της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη σε επίπεδο που δεν θα υπερβαίνει τους δύο βαθμούς Κελσίου σε σχέση με τα επίπεδα που καταγράφονταν στην προβιομηχανική εποχή. Σημαντικά περιθώρια για αισιοδοξία αφήνει επίσης η διμερής συμφωνία στην οποία κατέληξαν πέρσι ΗΠΑ και Κίνα, οι οποίες μαζί ευθύνονται για σχεδόν 40% των εκπομπών. Τον Νοέμβριο του 2014, οι δύο υπερδυνάμεις συμφώνησαν να συνεργαστούν για τη σταδιακή αποδέσμευσή τους από τα ορυκτά καύσιμα.
Τη διάσταση αυτή φρόντισε να υπογραμμίσει και ο Αμερικανός πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα στην ομιλία του στο Παρίσι. "Ως οι χώρες που ρυπαίνουμε περισσότερο με διοξείδιο του άνθρακα, είμαστε πεπεισμένοι ότι είναι ευθύνη μας να αναλάβουμε δράση" τόνισε, σημειώνοντας ότι η χώρα του έχει ήδη δεσμευτεί να μειώσει σημαντικά τις εκπομπές έως το 2025. Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ υπενθύμισε την ιστορική ευθύνη των χωρών της Δύσης για την κλιματική αλλαγή, τονίζοντας ότι είναι απαραίτητο να ληφθούν υπ' όψιν οι οικονομικές διαφορές μεταξύ των χωρών και να επιτραπεί στις χώρες να αναπτύξουν τις δικές τους λύσεις στο πρόβλημα.
Είναι η γνωστή αντιπαράθεση Βορρά - Νότου που έρχεται στην επιφάνεια σε κάθε ανάλογη προσπάθεια. Δικαιολογημένα, ο αναπτυσσόμενος κόσμος υποστηρίζει ότι οι χώρες που αναπτύχτηκαν τους προηγούμενους αιώνες χτίζοντας τις βιομηχανίες τους πάνω σε ορυκτά καύσιμα θα πρέπει να πληρώσουν το μεγαλύτερο μέρος του λογαριασμού για τη μετάβαση στην "πράσινη" οικονομία.
Νέες πτυχές της αντιπαράθεσης αυτής ήρθε να φωτίσει την προηγούμενη εβδομάδα ακόμη μία έκθεση της οργάνωσης Oxfam, που επικεντρώνεται συχνά στις ανισότητες μεταξύ αναπτυσσόμενων και αναπτυγμένων χωρών. Διαψεύδοντας το επίμονο στερεότυπο των τελευταίων χρόνων για τις "ξυλόσομπες των φτωχών" που ευθύνονται για τη ραγδαία επιδείνωση του Φαινομένου του Θερμοκηπίου, η έκθεση συμπεραίνει ότι το φτωχότερο 50% του παγκόσμιου πληθυσμού ευθύνεται τελικά μόλις για το 10% των εκπομπών.
Στην αντιπέρα όχθη, το πλουσιότερο 10% του παγκόσμιου πληθυσμού είναι υπεύθυνο για σχεδόν τη μισή ατμοσφαιρική ρύπανση. Και η ανισότητα γίνεται ακόμη πιο αβυσσαλέα όταν ο φακός των ερευνητών στρέφεται στο περιβόητο 1% των υπερπλουσίων: ένα και μόνο άτομο από την παγκόσμια οικονομική ελίτ χρησιμοποιεί με τον τρόπο του 175 φορές περισσότερο άνθρακα από εκείνους που βρίσκονται στο χαμηλότερο στρώμα της κοινωνικής πυραμίδας.
Η έκθεση επικεντρώνεται, όπως είναι επόμενο, και στις διαφορές μεταξύ χωρών. Έτσι, μαθαίνουμε ότι οι φτωχοί Ινδοί καταναλώνουν το ένα εικοστό του άνθρακα από ό,τι οι φτωχοί Αμερικανοί και ότι ακόμη και οι πλουσιότεροι κάτοικοι της Ινδίας καταναλώνουν αισθητά λιγότερο από το φτωχότερο μισό του αμερικανικού πληθυσμού.
Πώς ακριβώς γίνεται αυτό; "Ενώ οι εκπομπές αυξάνονται ταχύτερα στις αναπτυσσόμενες χώρες, το μεγαλύτερο μέρος γι' αυτό οφείλεται στην παραγωγή αγαθών που καταναλώνονται σε άλλες χώρες, κάτι που σημαίνει ότι οι εκπομπές που συνδέονται με τον τρόπο ζωής της μεγάλης πλειονότητας των πολιτών είναι ακόμη αισθητά χαμηλότερες από εκείνες των ομολόγων τους στις αναπτυγμένες χώρες" σημειώνεται.
Όπως τονίζει η Oxfam, "οι μόνοι άνθρωποι που επωφελούνται από το σημερινό status quo και που έχουν να κερδίσουν από μια αδύναμη συμφωνία στο Παρίσι είναι μια μικρή ομάδα δισεκατομμυριούχων που έφτιαξαν τις περιουσίες τους από τη βιομηχανία υδρογονανθράκων". Δεν είναι φυσικά μια αμελητέα δύναμη.
Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζον Κέρι έδειχνε να απευθύνεται σ' αυτούς πριν από ένα μήνα όταν, σε συνέντευξη του στη "Financial Times", διαβεβαίωνε ότι δεν υπάρχουν σοβαροί λόγοι... ανησυχίας όσο δεν υπάρχει ένας μηχανισμός που να επιβλέπει τις επιδόσεις των μεγάλων δυνάμεων. "Δεν θα υπάρξει συμφωνία" σημείωνε τότε, υποστηρίζοντας ότι σε κάθε περίπτωση αποκλείεται να τεθούν "νομικά δεσμευτικοί στόχοι μείωσης", όπως έγινε με το Πρωτόκολλο του Κυότο το 1997. Ποιος όμως μιλά σήμερα γι' αυτό;