Διαφορετικές προσεγγίσεις, ένας στόχος, πολλές ελπίδες. Η διάσκεψη του ΟΗΕ για το κλίμα στο Παρίσι δεν θέλει να είναι μια ακόμα χαμένη ευκαιρία. Δεν θέλει να αναλωθεί σε υποσχέσεις και μεγάλα λόγια, θέλει να κερδίσει το στοίχημα των ουσιαστικών και επαληθεύσιμων δεσμεύσεων για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη και να ανοίξει τον δρόμο της διάσωσής του. Ο στόχος είναι βέβαια δύσκολος, η οπτική διαφορετική από χώρα σε χώρα, από ήπειρο σε ήπειρο, και στον καθένα αναλογεί διαφορετικό μερίδιο ιστορικής ευθύνης. Η αναζήτηση της χρυσής τομής απαιτεί διαπραγμάτευση αλλά και συμβιβασμούς. Για το τι διακυβεύεται σ' αυτήν την παγκόσμια σύνοδο, για το τι θα συζητηθεί και ποιες είναι οι προοπτικές επιτυχίας της, μιλάει σήμερα στην "Αυγή" ο υπεύθυνος Ενεργειακής και Κλιματικής Πολιτικής του WWF Ελλάδας Νίκος Μάντζαρης.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον ΝΙΚΟ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ
*Το βασικό ερώτημα δεν είναι άλλο από το τι μπορούμε να περιμένουμε από αυτή τη σύνοδο για τη οποία οι παγκόσμιοι ηγέτες έχουν καλλιεργήσει τόσο μεγάλες προσδοκίες. Έχει υπάρξει περαιτέρω συναίνεση από την περυσινή σύνοδο της Λίμα για μια πιο δεσμευτική συμφωνία αυτή τη φορά;
Ίσως για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια υπάρχουν λόγοι να είμαστε αισιόδοξοι ότι θα υπάρξει μια παγκόσμια συμφωνία, η οποία δεν θα μεταθέσει τις ουσιαστικές αποφάσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής σε κάποιο μακρινό μέλλον. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πλέον συμμάχους στην προσπάθεια αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής τους δύο μεγαλύτερους ρυπαντές στον πλανήτη, τις ΗΠΑ και την Κίνα, που έχουν ήδη δεσμευτεί να κάνουν πολλά ως το 2030, ενώ και οι δύο ανέλαβαν καίριες διεθνείς πρωτοβουλίες για να στεφθεί με επιτυχία η Παγκόσμια Συνδιάσκεψη στο Παρίσι. Ενθαρρυντικό είναι επίσης το γεγονός ότι αυτή τη φορά, σε τοπικό επίπεδο, πολλές περιφέρειες και δήμοι, έχουν ξεκινήσει δράσεις κατανοώντας ότι η κλιματική αλλαγή θα επηρεάσει τα πάντα. Οι πρόσφατες δραστικές αλλαγές στην παγκόσμια κλιματική πολιτική και οι προειδοποιήσεις των επιστημόνων δεν έχουν αφήσει ανεπηρέαστους ούτε τους μεγάλους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, οι οποίοι, ο ένας μετά τον άλλο, αποσύρονται από τη χρηματοδότηση ανθρακικών μονάδων παγκοσμίως. Με τη σειρά τους, ενεργειακοί κολοσσοί όπως η EON, η Vattenfall, η ENEL και άλλες, αλλάζουν δραστικά τα χαρτοφυλάκιά τους και στρέφονται σε ΑΠΕ, αναγνωρίζοντας τα οικονομικά αδιέξοδα των ανθρακικών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Η Σύνοδος της Λίμα ήταν ουσιαστικά ένας οδικός χάρτης για την Παγκόσμια Συνδιάσκεψη για το Κλίμα στο Παρίσι. Από τη σύνοδο του Durban το 2011 γνωρίζαμε ήδη ότι η επόμενη -μετά την Κοπεγχάγη το 2009- ευκαιρία της ανθρωπότητας για τη σύναψη μιας νέας, παγκόσμιας και νομικά δεσμευτικής συμφωνίας για το κλίμα θα ήταν στο Παρίσι το 2015.
Τον τελευταίο χρόνο μετά την COP20 στη Λίμα έχουν υπάρξει πολλές εξελίξεις προς τη σωστή κατεύθυνση που χτίζουν πάνω στη δυναμική των τελευταίων 2.5 περίπου χρόνων (μια σύνοψη υπάρχει στον χάρτη εδώ). Μια από αυτές, είναι η κατάθεση εθνικών δεσμεύσεων πριν την έναρξη του COP21 από 183 αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες σε σύνολο 196. Μια πρωτοφανής συμμετοχή αν αναλογιστεί κανείς από πού ξεκινήσαμε: Το Πρωτόκολλο του Κιότο συμφωνήθηκε το 1997 και αφορούσε μόλις 55 (και ανεπτυγμένες μόνο) χώρες που κάλυπταν μόνο το 55% των παγκόσμιων εκπομπών το 1990. Κατέστη δε εφικτό να τεθεί σε ισχύ με καθυστέρηση 8 χρόνων και μάλιστα χωρίς τη συμμετοχή των ΗΠΑ, του μεγαλύτερου (τότε) ρυπαντή.
*Ποια ακριβώς θέματα θα μπουν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης;
Το μεγάλο στοίχημα της COP21 είναι η επίτευξη μιας συμφωνίας που θα δίνει αυξημένες πιθανότητες για περιορισμό της ανόδου της παγκόσμιας θερμοκρασίας ως το τέλος του αιώνα κάτω από τους 2oC, ή ακόμα καλύτερα κάτω από 1,5oC που πολλές χώρες θέτουν ως όριο για την επιβίωση τους. Οι δεσμεύσεις 146 κρατών ως την 1η Οκτωβρίου οδηγούσαν, αθροιστικά, σε μείωση του παγκόσμιου ανθρακικού αποτυπώματος κατά 30 δις τόνους ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα το 2030. Η μείωση αυτή υπολείπεται κατά περίπου 12 δις τόνους από εκεί που πρέπει να φτάσουμε ως το 2030, ώστε σύμφωνα με τους επιστήμονες, να μπούμε σε τροχιά επίτευξης του στόχου περιορισμού ανόδου της θερμοκρασίας με πιθανότητα 66%.
Για τον λόγο αυτό είναι πολύ σημαντικό να συμφωνηθεί στο Παρίσι ένας μηχανισμός συστηματικού ελέγχου της πορείας επίτευξης των στόχων αλλά και αναθεώρησής τους ανά τακτά χρονικά διαστήματα έτσι ώστε να καλυφθεί το κενό. Επίσης σημαντικό είναι να συμπεριληφθεί στη συμφωνία ένας πιο μακροπρόθεσμος χρονικός ορίζοντας από το 2030 για να δώσει σαφές μήνυμα ότι η απόφαση απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα δεν θα έχει πισωγυρίσματα. Πολύ βασικό συστατικό στοιχείο της διαπραγμάτευσης θα είναι η εξασφάλιση από τις ανεπτυγμένες χώρες χρηματοδότησης 100 δις δολαρίων τον χρόνο ως το 2020 για τη στήριξη δράσεων προσαρμογής και μετριασμού των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στις αναπτυσσόμενες χώρες. Πρόκειται για μια δέσμευση των ανεπτυγμένων χωρών από το COP16 στο Cancun, Μεξικό. Η τήρησή της αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη συμφωνίας στο Παρίσι στο πλαίσιο της κλιματικής δικαιοσύνης δεδομένου ότι ακόμα και σήμερα το πλουσιότερο 10% εκπέμπει το 50% των παγκοσμίων εκπομπών ενώ το φτωχότερο 50% εκπέμπει μόλις το 10%. Τέλος, σημείο διαπραγμάτευσης θα είναι κατά πόσο η συμφωνία θα είναι νομικά δεσμευτική και σε τι βαθμό, πράγμα που φαίνεται να απασχολεί ιδιαίτερα τις ΗΠΑ οι οποίες φοβούνται ότι μια πλήρως νομικά δεσμευτική συμφωνία θα απορριφθεί από την Αμερικανική Γερουσία. Για τον λόγο αυτό οι διαπραγματευτές προσανατολίζονται σε νομικά δεσμευτικούς κανόνες και διαδικασίες για όλους, χωρίς δεσμεύσεις ωστόσο για τους ποσοτικούς στόχους.
*Υπάρχουν άτυποι συνασπισμοί κρατών που θα μπορούσαν δυνητικά να επηρεάσουν ή ακόμα και να διαμορφώσουν το αποτέλεσμα της συνόδου;
Υπάρχει ένα αρκετά εκτεταμένο δίκτυο ομάδων κρατών που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους με διαφορετικούς τρόπους. Η επιτυχία της Συνδιάσκεψης στο Παρίσι θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από τη συνεννόηση ή μη μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών (κυρίως ΗΠΑ, Γαλλία, Γερμανία) με την ομάδα των BASICS (Κίνα, Ινδία, Βραζιλία, Νότια Αφρική) που δημιουργήθηκε το 2009 και αποτελεί ουσιαστικά την ηγετική ομάδα του G77 το οποίο αποτελείται από 134 αναπτυσσόμενες χώρες. Έχει γίνει σημαντική προεργασία σε αυτή την κατεύθυνση πριν από το Παρίσι.
Θετική συμβολή για την επίτευξη μιας συμφωνίας αναμένεται να έχουν οι συνασπισμοί ευάλωτων κρατών, όπως αυτών της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και Καραϊβικής, ή αυτών του Συνδέσμου Μικρών Νησιωτικών Κρατών. Από την άλλη, δυνάμεις που παραδοσιακά αντιστέκονται στη διαμόρφωση φιλόδοξων συμφωνιών περιλαμβάνουν τη Ρωσία, τις πετρελαιοπαραγωγικές χώρες (π.χ. Σαουδική Αραβία) και την Αυστραλία.
*Είδαμε από τις εναρκτήριες ομιλίες του Ομπάμα και του Κινέζου προέδρου Σι Τζιπινγκ μια διαφορετική προσέγγιση. Ο Ομπάμα και οι ανεπτυγμένες χώρες ζητούν μια συνολική διευθέτηση του ζητήματος των εκπομπών ρύπων, ο Σι ζητά να υπολογιστούν οι διαφορές μεμονωμένα για κάθε χώρα και να δοθεί η δυνατότητα σε κάθε μια να αναζητήσει δικούς της τρόπους αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Το Πεκίνο έχει ξεκαθαρίσει μάλιστα ότι προτίθεται να μειώσει τις εκπομπές διοξειδίου άνθρακα από το 2030 κι έπειτα. Εν ολίγοις, οι διαφορές παραμένουν. Πως θα γεφυρωθεί λοιπόν αυτό το χάσμα;
Η Κίνα έχει κάνει τεράστια πρόοδο στο ζήτημα της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Η μείωση κατά 60-65% της έντασης άνθρακα της οικονομίας της ως το 2030, η κορύφωση των εκπομπών της ως το 2030 για μια οικονομία που σήμερα βρίσκεται σε σχεδόν εκθετική τροχιά αύξησης και η συμμετοχή των ΑΠΕ κατά 20% στην κατανάλωση ενέργειας ως το 2030 είναι εξαιρετικά σημαντικές δεσμεύσεις για τον μεγαλύτερο ρυπαντή στον κόσμο που μέχρι πρότινος δεν δεχόταν καν να συζητήσει για συμμετοχή στην παγκόσμια προσπάθεια αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Ιδιαίτερα ουσιαστική κρίνεται η πρόσφατη συμφωνία της Κίνας σε 5ετή διαδικασία ελέγχων της πορείας εφαρμογής της συμφωνίας που θα επιτευχθεί στο Παρίσι, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Γάλλου προέδρου στο Παρίσι.
Η πηγή στη διαφορά στάσης μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ έγκειται στο γεγονός ότι η Κίνα είναι η άτυπη ηγέτιδα δύναμη των αναπτυσσόμενων χωρών οι οποίες έχουν σαφώς μικρότερο μερίδιο συμμετοχής στην όξυνση του φαινομένου του θερμοκηπίου και την κλιματική αλλαγή. Κατά συνέπεια οι απαιτήσεις συνεισφοράς στην αντιμετώπιση του προβλήματος από τις ανεπτυγμένες χώρες πρέπει να είναι μεγαλύτερες. Πρόκειται για τον παλιό διαχωρισμό του κόσμου σε ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο ναυάγιο προηγούμενων COP. Παρόλα αυτά μετά από προσπάθειες χρόνων, σήμερα βρισκόμαστε πιο κοντά από ποτέ στο να ξεπεραστεί αυτός ο σκόπελος στην επίτευξη μιας νέας, νομικά δεσμευτικής παγκόσμιας συμφωνίας για το κλίμα στο Παρίσι.
*Μια νέα μελέτη του Science λέει ότι, οι γνωστές στην ορολογία του ΟΗΕ, "Προτεινόμενες Εθνικά Καθορισμένες Συνεισφορές" ή INDC, έχουν την δυναμική να περιορίσουν την παγκόσμια υπερθέρμανση στους 2 βαθμούς Κελσίου. Τουλάχιστον δύο άλλες αναλύσεις, μία από τη Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας και μία από τον ευρωπαϊκό οργανισμό Climate Action Tracker εκτιμούν ότι τα INDC θα περιόριζαν την άνοδο ακόμα περισσότερο, στους 2,7 βαθμούς. Ωστόσο, άλλες τουλάχιστον δέκα ερευνητικές ομάδες, ανάμεσά τους η αμερικανική Climate Interactive προχωρούν σε δυσοίωνες εκτιμήσεις και προβλέπουν άνοδο της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας μέχρι και 3,7 βαθμούς. Τι απ' όλα αυτά ισχύει τελικά;
Οι ως τώρα κατατεθειμένες INDCs που αναλύονται από διάφορες επιστημονικές ομάδες αναφέρονται σε δεσμεύσεις κρατών ως το 2025 ή το 2030, ενώ ο στόχος του περιορισμού της ανόδου της θερμοκρασίας του πλανήτη αφορά το τέλος του 21ου αιώνα. Επομένως οι προβλέψεις επηρεάζονται πάρα πολύ από τις παραδοχές που γίνονται ή δεν γίνονται για την περίοδο μετά το 2030 και ως το 2100, πράγμα το οποίο αναγνωρίζουν και οι ίδιοι οι μελετητές. Επίσης πρέπει να τονιστεί ο στοχαστικός χαρακτήρας των προβλέψεων και το ευρύ περιθώριο αβεβαιότητάς τους. Έτσι για παράδειγμα η έρευνα της Climate Interactive και του MIT προβλέπει άνοδο της θερμοκρασίας μεταξύ 2,1 oC και 4,6oC, ενώ η έρευνα του Science δίνει σημαντική πιθανότητα (περίπου 50%) να ξεπεράσουμε το όριο των 2 oC αν μείνουμε μόνο σε αυτά που προβλέπουν οι INDCs ως το 2030 και μόλις 8% να πετύχουμε το στόχο διάσωσης του πλανήτη από τις ολέθριες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Αυτό που αναδεικνύουν όλες οι αναλύσεις είναι ότι παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί σε σχέση με καταστροφικά σενάρια αδράνειας, οι ως τώρα δεσμεύσεις των χωρών δεν είναι αρκετές, πράγμα που καθιστά επιτακτική την ανάγκη συμφωνίας στο Παρίσι σε ένα μηχανισμό αναθεώρησης των δεσμεύσεων τα επόμενα χρόνια προς πιο φιλόδοξη κατεύθυνση.
*«Αρνιόμουν να ασχοληθώ με την κλιματική αλλαγή. Ήξερα ότι συνέβαινε, αλλά θεωρούσα πως οι επιστήμονες είναι οι κατεξοχήν αρμόδιοι. Και συνέχιζα να συμπεριφέρομαι σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Δυστυχώς, δεν ήμουν η μόνη. Οι περισσότεροι είμαστε παρατηρητές. Κοιτάμε το πρόβλημα για ένα λεπτό και μετά το ξεχνάμε. Παθαίνουμε ένα είδος "περιβαλλοντικής αμνησίας". Αυτά έγραψε πρόσφατα η Ναόμι Κλάιν στην βρετανική "Γκάρντιαν". Πώς αλήθεια θα μπορούσε να αλλάξει η στάση του κόσμου, των πολιτών, απέναντι στην κλιματική αλλαγή;
Η αλήθεια είναι ότι οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής δεν είναι καθημερινά ορατές σε όλα τα σημεία του πλανήτη. Μπορεί η αύξηση της συγκέντρωσης αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα να λαμβάνει χώρα με ταχύτητα ρεκόρ σε όρους γεωλογικού χρόνου, αλλά για την χρονική κλίμακα της ανθρώπινης ζωής, συμβαίνει πολύ αργά. Αυτό αποτελεί και τη βασική εξήγηση της στάσης του κόσμου απέναντι στην κλιματική αλλαγή σύμφωνα με τον καθηγητή ψυχολογίας του Harvard Daniel Gilbert.
Παρόλα αυτά, τα πράγματα αλλάζουν καθώς όλο και περισσότεροι πολίτες δείχνουν να αντιλαμβάνονται την κρισιμότητα του προβλήματος. Το έδειξε η μαζική συμμετοχή πολιτών στο συνέδριο που οργάνωσε ο ΓΓ του ΟΗΕ Μπαν Κι Μουν για το κλίμα με συμμετοχή ηγετών από όλο τον κόσμο, αλλά και η κινητοποίηση περισσότερων από 720.000 πολιτών σε περισσότερες από 2400 δράσεις ανά τον κόσμο πριν την έναρξη του COP21. Και αυτό, λίγες μόλις μέρες μετά τα τραγικά γεγονότα της 13ης Νοεμβρίου στο Παρίσι όπου ολόκληρη η ανθρωπότητα συγκλονίστηκε αντικρίζοντας για μια ακόμη φορά τον εφιάλτη της τρομοκρατίας. Στην Αθήνα ειδικότερα, παρά το ότι η προώθηση της εκδήλωσης της Κυριακής έγινε μόνο από πολύ λίγους δημοσιογράφους και ΜΜΕ, έλαβε χώρα η μεγαλύτερη πορεία στη ιστορία της χώρας για το κλίμα με τη συμμετοχή χιλιάδων πολιτών.
Η επίγνωση που φαίνεται να έχουν οι πολίτες σχετικά με τη σοβαρότητα της κλιματικής αλλαγής φάνηκε και από το τελευταίο Ευρωβαρόμετρο, σύμφωνα με το οποίο περίπου το 69% των ευρωπαίων πολιτών πιστεύουν πως το φαινόμενο είναι «πολύ σοβαρό» - στην Ελλάδα μάλιστα αυτό το νούμερο αυξάνεται στο 87%.
Κι όλα αυτά χωρίς ακόμα να έχει καταγραφεί η επίδραση στη στάση των πολιτών, της πρόσφατης -και ελπίζουμε όχι καθυστερημένης- αλλαγής στάσης των παγκόσμιων ηγετών απέναντι στην κλιματική αλλαγή. Οι αλλαγές στην κοινωνία απαιτούν χρόνο και σίγουρα δεν είναι το ίδιο για τον μέσο Αμερικάνο να έχει πρόεδρο τον George W. Bush, έναν αρνητή της κλιματικής αλλαγής, με τον πρόεδρο Obama ο οποίος πλέον αναδεικνύεται σε μία από τις κορυφαίες ηγετικές φυσιογνωμίες στη μάχη ενάντια στην κλιματική αλλαγή.
Η καλύτερη και συχνότερη ενημέρωση για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και η παρουσίαση των σχετικών, συντριπτικών επιστημονικών δεδομένων για τον ανθρωπογενή χαρακτήρα της είναι αναγκαία αλλά όχι και ικανή συνθήκη για να αλλάξει περαιτέρω η στάση του κόσμου. Κλειδί αποτελεί η συνειδητοποίηση ότι η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής αποτελεί όχι μόνο αναγκαιότητα αλλά και ευκαιρία τόσο για τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής μας όσο και για την ανάκαμψη των οικονομιών και των κοινωνιών μας από την πολυεπίπεδη κρίση που αντιμετωπίζουμε. Η αποκεντρωμένη παραγωγή καθαρής ενέργειας από ΑΠΕ μέσω συμμετοχικών σχημάτων μπορεί να αποτελέσει δομικό συστατικό οικονομικής ανάκαμψης των τοπικών οικονομιών αλλά και επαναπροσδιορισμού των μεταξύ μας σχέσεων.
*Πριν λίγο καιρό ο Μπέντζαμιν Σπόρτον, ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Ένωσης Άνθρακα (WCA) προέτρεπε τους "λογικούς επενδυτές να κρατήσουν τα λεφτά τους στα ορυκτά καύσιμα και να κλείσουν τ' αυτιά τους στις πολιτικές παραινέσεις να αποσυρθούν". Τους διαβεβαίωνε μάλιστα πως το "ενεργειακό κέντρο του κόσμου έχει μετατοπιστεί στην Ασία", όπου τα κάρβουνο θα συνεχίσει να "καίει" για πολλές ακόμα δεκαετίες καθώς οι αναπτυσσόμενες χώρες αναζητούν "οικονομικά προσιτά, αξιόπιστα και εύκολα προσβάσιμα καύσιμα"; Πως είναι δυνατόν να περιοριστούν οι εκπομπές CO2 όταν η καπιταλιστική λογική της αγοράς κυριαρχεί ακόμα και στο θέμα της κλιματικής αλλαγής;
Είναι βέβαιο ότι εξακολουθούν να υπάρχουν πολύ ισχυρά συμφέροντα που επιθυμούν τη διατήρηση του status quo στη χρήση των ορυκτών καυσίμων αδιαφορώντας για το μέλλον του πλανήτη. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το ίδρυμα Koch με ετήσια έσοδα που φτάνουν τα $115 δις από τη δραστηριοποίηση του στον τομέα των ορυκτών καυσίμων αποτελεί έναν από τους κύριους χρηματοδότες των αρνητών της κλιματικής αλλαγής. Παρόλα αυτά το τελευταίο χρονικό διάστημα έχουν λάβει χώρα πολύ σημαντικές αλλαγές. Για παράδειγμα μόλις λίγες μέρες πριν την έναρξη του COP21 οι χώρες του ΟΟΣΑ συμφώνησαν να σταματήσουν τη χρηματοδότηση νέων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής που καίνε λιγνίτη και λιθάνθρακα εκτός αν η τεχνολογία τους είναι ultra-υπερκρίσιμη. Η σχετική πρόταση έγινε από τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία παρά το γεγονός ότι η τελευταία αποτελεί το νο1 χρηματοδότη νέων ανθρακικών μονάδων παγκοσμίως και η εξαγωγική βιομηχανία της σίγουρα θα πληγεί από αυτήν την απόφαση, η οποία έχει και ελληνικό ενδιαφέρον. Αν ίσχυε 2 χρόνια πριν, ο Γερμανικός Οργανισμός Εξαγωγικών Πιστώσεων Euler-Hermes δεν θα μπορούσε να δανείσει τη ΔΕΗ για την κατασκευή της νέας λιγνιτικής μονάδας «Πτολεμαΐδα V» που σχεδιάζεται να έχει απλώς υπερκρίσιμη τεχνολογία.
Η κλιματική αλλαγή αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για την ύπαρξή μας όπως πλέον αναγνωρίζουν και πολλοί παγκόσμιοι ηγέτες. Αντί λοιπόν να προσπαθούμε να εντάξουμε την αντιμετώπισή της στη μια ή την άλλη ιδεολογία, πρέπει να δούμε πώς οι υπάρχουσες ιδεολογίες θα υπηρετήσουν τη λύση του τεράστιου αυτού προβλήματος. Έτσι για παράδειγμα, η λειτουργία χρηματιστηρίων ρύπων όπως το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΕΣΕΔΕ) μπορεί να υπάγεται στη λογική της ελεύθερης αγοράς μεν αλλά έχει κάθε δυνατότητα να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου ιδίως δε, μετά τις πρόσφατες αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας του. Ομοίως, η συμφωνία Αμερικής – Κίνας τον προηγούμενο Νοέμβριο σηματοδοτεί μεταξύ άλλων κι έναν αγώνα δρόμου ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις για το ποιος θα επικρατήσει στην αγορά των καθαρών τεχνολογιών. Ο ανταγωνισμός αυτός μπορεί να είναι καθόλα ενταγμένος στη λογική της ελεύθερης αγοράς αλλά τελικά θα οδηγήσει σε δραστικό περιορισμό της χρήσης ορυκτών καυσίμων. Στον ιδεολογικό αντίποδα των παραπάνω, η Ναόμι Κλάιν εξηγεί πως η μάχη ενάντια στον καπιταλισμό, η αντιμετώπιση της φτώχιας και ο επαναπροσδιορισμός του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος περνά απαραίτητα μέσα από τη μάχη ενάντια στην κλιματική αλλαγή. H πρωτοβουλία μάλιστα που ανακοίνωσε η Ινδία την πρώτη μέρα του COP για τη δημιουργία μιας «ηλιακής συμμαχίας» που θα παρέχει φθηνή ενέργεια από τον ήλιο σε δισεκατομμύρια φτωχούς, κινείται σε αυτό το ιδεολογικό μήκος κύματος, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στην μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Κατά συνέπεια ο αγώνας ενάντια στην κλιματική αλλαγή γκρεμίζει τα ως τώρα γνώριμα ιδεολογικά στεγανά και μας ενώνει όλους στον κοινό αγώνα για την επιβίωση του πλανήτη.
Ειδικά στη χώρα μας, τους τελευταίους μήνες παρακολουθούμε μια προσπάθεια υπεράσπισης του πεπαλαιωμένου μοντέλου ηλεκτροπαραγωγής της ΔΕΗ, στο όνομα μάλιστα του δημοσίου συμφέροντος. Είναι ακατανόητο το πώς η συνέχιση της λιγνιτικής δραστηριότητας μιας Δημόσιας Επιχείρησης, με την κατασκευή μιας νέας λιγνιτικής μοναδας η οποία θα εκπέμπει αέρια του θερμοκηπίου, θα ρυπαίνει την ατμόσφαιρα, θα κατασπαταλά νερό και θα καταστρέφει την ανθρώπινη υγεία εξυπηρετεί τα συμφέροντα των πολιτών.
*Ποια είναι η θέση και ο ρόλος της Ελλάδας στην παγκόσμια κινητοποίηση για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής; Με δεδομένη την οικονομική και κοινωνική κρίση που αντιμετωπίζει, έχει την δυνατότητα να φέρει στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης την ενεργειακή επάρκεια μακριά από το κάρβουνο και το πετρέλαιο;
Η Ελλάδα δυστυχώς κινείται προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτή την πλειοψηφίας της διεθνούς κοινότητας και της κοινής λογικής.
Παρά την οικονομική κρίση και την εντυπωσιακή μείωση της κατανάλωσης ενέργειας (22.6% την οκταετία 2005-2012), οι εκπομπές μας ανά μονάδα ΑΕΠ όπως επίσης και οι κατά κεφαλήν εκπομπές μας είναι κατά πολύ μεγαλύτερες από τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών κρατών του ΟΟΣΑ, ενώ σύμφωνα με την τελευταία αναλυτική έκθεση της Eurostat για το 2012 η Ελλάδα εξακολουθούσε να παρουσιάζει αύξηση των εκπομπών της σε σχέση με το 1990 (6η μεγαλύτερη αύξηση στην ΕΕ28) τη στιγμή που οι περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν επιτύχει σημαντική μείωση. Την κεντρική ευθύνη για αυτές τις αρνητικές επιδόσεις της χώρας έχει ο λιγνίτης που είναι υπεύθυνος για παραπάνω από το 1/3 των εκπομπών ΑΦΘ ολόκληρης της χώρας, το 2ο υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ28 πίσω μόνο από την Βουλγαρία (το 2012 η χώρα εξέπεμψε συνολικά 113,53 εκατομμύρια τόνους ισοδύναμου διοξειδίου του άνθρακα, εκ των οποίων οι 42,4 εκατομμύρια τόνοι προήλθαν από τους λιγνιτικούς σταθμούς της ΔΕΗ, ποσοστό δηλαδή 37,4%.)
Μέσα στο 2015 η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε με γρήγορους ρυθμούς η αδειοδότηση της γιγαντιαίας λιγνιτικής μονάδας της ΔΕΗ «Πτολεμαΐδα V» χωρίς να ληφθούν υπόψη τα νέα δεδομένα στην ευρωπαϊκή κλιματική πολιτική και χωρίς καν να εξεταστούν οι καθαρές εναλλακτικές στην κατασκευή της. Η νέα μονάδα θα κοστίσει τουλάχιστον 1,4 δισεκατομμύρια ευρώ, τη στιγμή που και η ίδια η ΔΕΗ παραδέχεται πλέον ότι δεν θα είναι οικονομικά βιώσιμη λόγω των πρόσφατων αλλαγών στον τρόπο λειτουργίας του ευρωπαϊκού χρηματιστηρίου ρύπων. Η ΔΕΗ καταστρώνει σχέδια και για δεύτερη, νέα λιγνιτική μονάδα στη Μελίτη της Φλώρινας ενώ η ελληνική κυβέρνηση υπέβαλε επισήμως αίτημα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την επαναλειτουργία της παλιότερης λιγνιτικής μονάδας της ΔΕΗ «Πτολεμαΐδα ΙΙΙ», πέρα από κάθε περιβαλλοντική, νομική ή/και οικονομική λογική. Επίσης, λίγες μόλις μέρες πριν από την έναρξη της COP21, ο Έλληνας υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας δεν δίστασε να υιοθετήσει το αίτημα της νέας διοίκησης της ΔΕΗ και να ζητήσει από τον Επίτροπο Cañete τη χορήγηση δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, ώστε να μπορούν οι νέες και οι παλιές λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ να ρυπαίνουν χωρίς να πληρώνουν.
Όμως η στρατηγική στον τομέα της ενέργειας θα έπρεπε να βρίσκεται στον αντίποδα αυτών των πολιτικών επιλογών, ακριβώς εξαιτίας της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης που αντιμετωπίζει η χώρα μας. Είναι επιτακτική ανάγκη να απομακρυνθούμε από το κάρβουνο και το πετρέλαιο και να στραφούμε στην αποκεντρωμένη παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ. Να γιατί:
Ο ελληνικός λιγνίτης λόγω της πολύ χαμηλής ποιότητάς του είναι ο πιο ευάλωτος στην Ευρώπη σε αλλαγές που έχουν οικονομικό πρόσημο. Για παράδειγμα οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων προβλέπεται να εκτοξεύσουν την τιμή δικαιώματος στα 30 ευρώ/τόνο, 4 φορές περισσότερο από τη σημερινή τιμή, πράγμα το οποίο θα πλήξει πρώτα από όλα τον ελληνικό λιγνίτη και ιδιαίτερα τη νέα πανάκριβη λιγνιτική μονάδα «Πτολεμαΐδα V», όπως δείχνουν οι υπολογισμοί της ίδιας της ΔΕΗ. Το ίδιο ισχύει και για την επικείμενη αναθεώρηση των Βέλτιστων Διαθέσιμων Τεχνικών (Διαδικασία Σεβίλλης) που θα αναγκάσει τις υφιστάμενες λιγνιτικές μονάδες σε ακριβές αναβαθμίσεις επιβαρύνοντας έτσι το κόστος παραγωγής της λιγνιτικής κιλοβατώρας. Επομένως, αν όντως θέλουμε ένα όχι μόνο περιβαλλοντικά αλλά και οικονομικά βιώσιμο ενεργειακό μοντέλο, είναι επιτακτική ανάγκη να αποφασίσουμε άμεσα την σταδιακή απεξάρτηση από τον λιγνίτη ως το 2030, ματαιώνοντας κάθε σχέδιο για νέα λιγνιτική μονάδα και προετοιμάζοντας τις λιγνιτικές περιοχές της χώρας για τη μετάβαση στη μεταλιγνιτική περίοδο. Οι τεχνολογικές δυνατότητες για μια τέτοια μετάβαση υπάρχουν. Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη μελέτη του Πανεπιστημίου Stanford των ΗΠΑ που περιγράφει τον οδικό χάρτη, για τη μετάβαση 139 χωρών, μεταξύ των οποίων και της Ελλάδας σε ένα ενεργειακό σύστημα 80% και 100% ΑΠΕ ως το 2030 και το 2050 αντίστοιχα. Ειδικά για την Ελλάδα, έχουν προταθεί εναλλακτικές λύσεις που στηρίζονται στον αέρα, τον ήλιο και το νερό οι οποίες μπορούν να παράγουν την ίδια ποσότητα ενέργειας με την Πτολεμαΐδα V κάθε ώρα του χρόνου και μάλιστα με χαμηλότερο σταθμισμένο κόστος ενέργειας.
Δεύτερη αλλά επίσης σημαντική προτεραιότητα πρέπει να είναι και η απεξάρτηση από το πετρέλαιο στα νησιά. Μπορεί το πετρέλαιο να έχει πολύ μικρότερο μερίδιο στην ηλεκτροπαραγωγή από τον λιγνίτη (4,3 vs 23 ΤWh), αλλά στοιχίζει περίπου 800 εκ ευρώ τον χρόνο σε όλους τους έλληνες καταναλωτές μέσω των λογαριασμών ΥΚΩ. Η παραγωγή του 82% της ηλεκτρικής ενέργειας στο μη διασυνδεδεμένο δίκτυο από πετρέλαιο είναι ένας παραλογισμός αν αναλογιστεί κανείς πόσο προικισμένα είναι τα νησιά μας σε αιολικό και ηλιακό δυναμικό. Η λύση είναι προφανώς η αξιοποίηση αυτού του δυναμικού καθαρής ενέργειας με απόλυτο σεβασμό στη βιοποικιλότητα.