Στην αρχή του προεκλογικού αγώνα στη Θουριγγία ο Μπόντο Ράμελο είχε τεθεί τόσο αυτονόητα επικεφαλής μιας μελλοντικής συμμαχίας της Αριστεράς, των Σοσιαλδημοκρατών και των Πράσινων, ώστε να φανεί προς στιγμή ότι, εάν τα κατάφερνε, αυτή η αλλαγή στο κρατίδιο θα ήταν σχεδόν… βαρετή. Αυτό που ετοίμαζε και ο ίδιος και το κόμμα του της Αριστεράς δεν ήταν μια επανάσταση, έλεγε εξ αρχής. Στόχος του ήταν να αποφορτίσει εκ των προτέρων τις όποιες ιστορικές εντάσεις, να δείξει ότι μετά από τόσα χρόνια είναι εφικτή μια κυβέρνηση υπό την ηγεσία ενός κόμματος που διαδέχθηκε το SED, το ενιαίο σοσιαλιστικό κόμμα που κυβερνούσε την DDR.
Κι όμως, ο Ράμελο γελάστηκε. Μετά την καταμέτρηση του εκλογικού αποτελέσματος, μετά τις διαπραγματεύσεις που κατέληξαν σε συμφωνία για ένα κοινό κυβερνητικό πρόγραμμα, έπειτα από ένα θετικό κομματικό δημοψήφισμα (του SPD), πρέπει να περάσει κι από τη δοκιμασία τριών κομματικών συνεδρίων καθώς και της ψηφοφορίας για το πρόσωπό του ως πρωθυπουργού στη Βουλή. Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να φοβάται ότι η αλλαγή στη Θουριγγία θα είναι... βαρετή. Ούτε τώρα, ούτε τα επόμενα πέντε χρόνια με την κόκκινη - κόκκινο - πράσινη κυβέρνηση.
Δεν θα είναι βαρετή, διότι η κατάσταση είναι πολύ φορτισμένη - με πολλών ειδών φορτία. Το πρώτο είναι και το θεμελιώδες, η βασική αποστολή μιας κυβέρνησης να λειτουργήσει καλά προς όφελος των πολιτών. Σ' αυτό έρχεται να προστεθεί η επιπλέον δυσκολία που έχει να συντονιστεί μια κυβέρνηση που αποτελείται από τρεις εταίρους, αντί για τους συνηθισμένους δύο, καθώς και η οριακή πλειοψηφία, μόνο μίας έδρας, που διαθέτουν τα τρία κόμματα στην τοπική Βουλή. Το πιο βαρύ φορτίο, όμως, στις πλάτες του Ράμελο και της ομάδας του είναι το παρελθόν, η κληρονομιά της DDR 25 χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου.
Το κόμμα της Αριστεράς στη Θουριγγία συμφώνησε, έπειτα από πολλή προσπάθεια, ότι η DDR δεν ήταν κράτος δικαίου. Αλλά αυτό δεν αρέσει ούτε σε όλους στο κόμμα του, αλλά και ούτε ικανοποιεί όλους τους πολίτες, που τους παρακολουθούσε η STASI και είχαν στερηθεί την ελευθερία τους. Είναι ήδη από τώρα σαφές ότι ο Ράμελο θα χρειαστεί περισσή ευαισθησία για να ελέγξει αυτή την κόντρα και να φέρει τη συμφιλίωση. Τη δουλειά του την κάνει ακόμα πιο δύσκολη η CDU, η οποία, τώρα που χάνει την εξουσία, χάνει και κάθε δημοκρατικό ανακλαστικό, κάθε έννοια πολιτικής δικαιοσύνης. Και επιμένει, επίτηδες και ψευδώς, ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ του SED του τότε και του κόμματος της Αριστεράς τού σήμερα.
Επιπλέον, ακόμη ένα βαρύ φορτίο είναι το... πρωτότυπο του εγχειρήματος. Μια κόκκινη - κόκκινη - πράσινη κυβέρνηση στην Ερφούρτη θα μπορούσε να λειτουργήσει ως παγοθραυστικό για να ανοίξει τον δρόμο για έναν τέτοιο συνασπισμό και σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Η πρόεδρος του κόμματος Κάτια Κίπινγκ ονειρεύεται ήδη να φτιάξει ένα κόκκινο δαχτυλίδι γύρω από το μαύρο (το χρώμα της CDU) της καγκελαρίας. Το πώς θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο δεν το λέει: κυρίως σε θέματα εξωτερικής πολιτικής η Αριστερά απέχει παρασάγγας από τις βασικές απόψεις των Σοσιαλδημοκρατών και των Πράσινων. Κι όσο η Αριστερά επιμένει στη ριζοσπαστική ειρηνιστική της απομόνωση, πέραν των απαιτήσεων των συμμαχιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κυρίως του ΝΑΤΟ, αυτές οι διαφορές δεν μπορούν να γεφυρωθούν. Μέχρι τότε, η ιδέα μιας κόκκινη - κόκκινη - πράσινης κυβέρνησης στο Βερολίνο δεν είναι παρά άσκηση επί χάρτου. Αλλά μια άσκηση γοητευτική και για το SPD, που μόνο μαζί με την Αριστερά έχει στο ορατό μέλλον την πιθανότητα να κερδίσει πάλι την καγκελαρία και να πάψει να είναι ο μικρός κυβερνητικός εταίρος της CDU.
Συνεπώς, σε όλα τα επίπεδα ο βίος της κυβέρνησης Ράμελο στην Ερφούρτη, ακόμη και χωρίς επανάσταση, δεν πρόκειται να είναι ούτε στιγμή βαρετός.