Έναν χρόνο μετά το λουκέτο, το Εθνικό Κολυμβητήριο στη Θεσσαλονίκη παραμένει κλειστό χωρίς σαφές πλάνο επαναλειτουργίας, χωρίς εξασφαλισμένη χρηματοδότηση και χωρίς ορατό ορίζοντα ολοκλήρωσης των απαιτούμενων παρεμβάσεων. Η απουσία της μεγαλύτερης αθλητικής υποδομής υγρού στίβου της πόλης έχει ήδη διαμορφώσει συνθήκες ασφυξίας για συλλόγους, αθλητές και οικογένειες, χωρίς να έχει δοθεί αντίστοιχη εναλλακτική λύση.
Το Εθνικό Κολυμβητήριο, που για δεκαετίες αποτελούσε την καρδιά του υγρού στίβου στη Βόρεια Ελλάδα, σφραγίστηκε για λόγους ασφάλειας τον Μάρτιο του 2025. Αρχικά, η εντύπωση που είχε καλλιεργηθεί ήταν πως, μετά τις απαραίτητες εργασίες και την τακτοποίηση των αδειοδοτήσεων, θα επαναλειτουργούσε. Ωστόσο, με βάση τις πρόσφατες δηλώσεις της προέδρου των Εθνικών Αθλητικών Κέντρων Θεσσαλονίκης Δήμητρας Γιαννιού, το σενάριο αυτό φαίνεται πλέον μακρινό.
Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε σε πρόσφατη μελέτη που ανέδειξε εκτεταμένα προβλήματα και περιέγραψε το κολυμβητήριο ως μια υποδομή που «ήταν θέμα χρόνου να καταρρεύσει». Σύμφωνα με την ίδια, το κόστος αποκατάστασης έχει αναθεωρηθεί προς τα πάνω σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις προσεγγίζοντας τα 6 εκατομμύρια ευρώ, ενώ η χρηματοδότηση δεν έχει ακόμη εξασφαλιστεί.
Ασφυξία για οικογένειες και αθλητές
Αυτή η εκκρεμότητα έχει άμεσο αποτύπωμα στον υγρό στίβο της πόλης. Γονείς παιδιών που ασχολούνται με τον υγρό στίβο δηλώνουν στο avgi.gr ότι δεν εκπλήσσονται από τις εξελίξεις και αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο για νέες κινητοποιήσεις το επόμενο διάστημα. Όπως λένε, μετά το κλείσιμο του Εθνικού Κολυμβητηρίου δεν έχουν βρεθεί ουσιαστικές λύσεις για την κάλυψη των αναγκών. «Χειρότερη δεν θα μπορούσε να είναι η κατάσταση», σημειώνουν, περιγράφοντας ένα περιβάλλον συνεχούς επιβάρυνσης για αθλητές και οικογένειες.
Παράλληλα, εκτιμούν ότι, με βάση τα δεδομένα που υπάρχουν, το κλείσιμο του Εθνικού Κολυμβητηρίου τείνει να αποκτήσει οριστικό χαρακτήρα στην πράξη, λόγω της απουσίας συγκεκριμένου σχεδίου επαναλειτουργίας. Στο ίδιο πλαίσιο, σχολιάζοντας τις κυβερνητικές αναφορές περί προτεραιότητας στην ανάπτυξη των αθλητικών εγκαταστάσεων της Θεσσαλονίκης, απορρίπτουν το ενδιαφέρον της πολιτείας, τονίζοντας ότι δεν έχει μεταφραστεί σε χειροπιαστά αποτελέσματα.
Μετά το κλείσιμο του Εθνικού Κολυμβητήριου, οι αθλητές-τριες διαμοιράστηκαν σε άλλες εγκαταστάσεις, χωρίς ωστόσο να έχει δημιουργηθεί μια ισορροπημένη και λειτουργική λύση.
Το Ποσειδώνιο κολυμβητήριο έχει απορροφήσει το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητας, αλλά περιγράφεται ως υπερφορτωμένο, με συνθήκες που δυσχεραίνουν την καθημερινή προπόνηση. Το κολυμβητήριο Ωραιοκάστρου δεν καλύπτει επαρκώς τις ανάγκες, κυρίως λόγω απόστασης και δυσκολιών πρόσβασης για μεγάλο μέρος των οικογενειών που διαμένουν στα ανατολικά. Το κολυμβητήριο της Νεάπολης επίσης χαρακτηρίζεται απο τους ίδιους ανεπαρκές για τη φιλοξενία μεγάλων διοργανώσεων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, γονείς αναφέρουν ότι σημαντικός αριθμός αθλητών έχει ήδη εγκαταλείψει τον υγρό στίβο, καθώς η καθημερινότητα των προπονήσεων έχει γίνει ιδιαίτερα δύσκολη. Παράλληλα, εκφράζουν επιφυλάξεις για το κατά πόσο τα σχέδια δημιουργίας νέων δημοτικών κολυμβητηρίων στους δήμους Θεσσαλονίκης και Αμπελοκήπων-Μενεμένης μπορούν να καλύψουν το κενό που άφησε το Εθνικό Κολυμβητήριο.


