Live τώρα    
ΟΦΦΕΝΜΠΑΧ ΓΚΑΛΑ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΟΥΛΙΤΣΗ ΣΕ ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ / Ημιτελείς γεύσεις σημαντικών εκδηλώσεων
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

ΟΦΦΕΝΜΠΑΧ ΓΚΑΛΑ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΟΥΛΙΤΣΗ ΣΕ ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ / Ημιτελείς γεύσεις σημαντικών εκδηλώσεων

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Για την έναρξη της δεύτερης συναυλίας της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Ισραήλ υπό τον Ζούμπιν Μέτα (1.2.2016) ο Ινδός αρχιμουσικός επέλεξε μια από τις εξέχουσες εισαγωγές του θεωρούμενου ως πατέρα της γερμανικής ρομαντικής όπερας, του Καρλ Μαρία Φον Βέμπερ, τον «Όμπερον», έργο που, ακόμη και σήμερα, παρουσιάζεται σπανίως ολόκληρο, παρά την ποιότητα έμπνευσης του συνθέτη. Για την εισαγωγή ο Βέμπερ συνυφαίνει αντιπροσωπευτικά μουσικά θέματα της μουσικής πλοκής, την έκθεση των οποίων ο Μέτα εκτύλιξε χωρίς βιάση, χτίζοντας τον κάθε σταθμό συμφωνικής καμπής και χαρίζοντας ρομαντικό ερμηνευτικό βάρος σε μια παρτιτούρα που ολοένα και περισσότερο διεκδικείται από τη χρήση «αυθεντικών οργάνων».

Σημείο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για εμάς, ωστόσο, αποτέλεσε το ακανθώδες τρίο αριών που επέλεξε για την εμφάνισή της στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών η νεαρή, αλλά ήδη διαπρέπουσα ανά την οικουμένη υψίφωνος Χριστίνα Πουλίτση. Τον τόνο έδωσε ένας από τους επί του παρόντος κεντρικούς ρόλους της, εκείνος της Βασίλισσας της Νύχτας από την όπερα του Μότσαρτ «Ο μαγικός αυλός», τον οποίο η -και οπτικά σαγηνευτική- καλλιτέχνις ερμήνευσε χωρίς έκπτωση στη δυσχερέστατη κολορατούρα και με τη δραματουργικά απαραίτητη βαρύτητα εξαγγελίας του κειμένου, προφανώς λόγω της σκηνικής εμπειρίας που έχει αποκομίσει από εμφανίσεις σε πληθώρα θεάτρων, από τη Semperoper της Δρέσδης μέχρι το πολύπαθο Teatro Petruzzelli του Μπάρι. Η άρια της Τζίλντα από τον «Ριγκολέτο» του Βέρντι, μέρος που μόλις τον περασμένο Δεκέμβριο ερμήνευσε υπό τον Μέτα στον Μουσικό Μάιο της Φλωρεντίας, παρέσχε ευκαιρία ασφαλούς μετάπτωσης από το Fach της δραματικής σε εκείνο της λυρικής κολορατούρα και υπενθύμισε την -επ' ευκαιρία αυτής ακριβώς της ενσάρκωσης- βράβευσή της ως «Νέας καλλιτέχνιδας» από την Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών» εν έτει 2014. Τέλος, με την καβατίνα της Ροζίνας από τον «Κουρέα της Σεβίλλης» του Ροσσίνι πιστοποιήθηκε η ευχέρειά της και ως ελαφράς «αδελφής» των δύο προηγουμένων, με αδιάπτωτη επιβεβαίωση φωνητικής υγείας, «καλής» σχολής και επίζηλης ασφάλειας ακόμη και στις πλέον εκτεθειμένες πέραν του πενταγράμμου νότες των τριών αναθέσεων.

Από αυτή τη συναυλία απωλέσαμε την 6η συμφωνία του Τσαϊκόφσκυ, από τη βραδιά όμως υπό τον τίτλο «Αχ αυτός ο Όφφενμπαχ», που δόθηκε στο Αμφιθέατρο του Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη (25.02.2016), στερηθήκαμε αποκλειστικά -αν και φευ- μέρη έργων τού μονογραφικά τιμώμενου και, κατ' ουσίαν, εισέτι άγνωστου στη χώρα μας συνθέτη. Η τελευταία διαπίστωση δεν αποτελεί υπερβολή, αφού όμιλος παρακαθημένων μου κυριών διαπίστωνε με έκπληξη ότι ο Ζακ Όφφενμπαχ «έχει γράψει και άλλα έργα εκτός από τα Παραμύθια του Χόφμαν», μετρώντας μάλιστα τίτλους στο πρόγραμμα, το άθροισμα των οποίων ήταν μάλλον απρόσφορο να τις διαφωτίσει για τον πραγματικό αριθμό των 100 περίπου καταχωρήσεων της εργογραφίας του. Υπό την έννοια αυτή, η εκτίμηση του πιανίστα Αναστασίου Στρίκου ότι η ενημερωτική εισαγωγή τάχα περιττεύει στην εποχή του Google, μάλλον δεν αποδεικνυόταν ρεαλιστική, λόγω και της ηλικιακής σύνθεσης του κοινού, ενώ φαίνεται ότι το Διαδίκτυο δεν είχε συμβουλευτεί επαρκώς ούτε ο ίδιος, αφού, παρά την από ετών αναβίωση (Μονπελιέ 2002) και εμπορική κυκλοφορία (Accord 472 920-2) της τρίπρακτης δημιουργίας του «Die Rheinnixen» (1864), παρουσίασε τον Όφφενμπαχ ως συνθέτη της μιας όπερας!

Περισσότερο όμως και από αστοχίες όπως αυτή και η κατά πάσα πιθανότητα εσφαλμένη αναγραφή στο πρόγραμμα, ως «Le Roi d' Ox», της βασισμένης στον Ιούλιο Βερν opéra bouffe «Le docteur Ox», είναι επιπλέον κρίμα ότι τόση προσπάθεια επενδύθηκε αφενός σε έναν χώρο αποτρεπτικά ξηράς ακουστικής, αφετέρου δε με μόνη την πιανιστική συνοδεία, απρόσφορη να δικαιώσει λεπτότητες της γραφής και να παράσχει επαρκή κάλυψη σε καλλιτέχνες ποικίλης εξοικείωσης με τη γαλλική γλώσσα και τη λυρική της παράδοση. Ξεχωρίσαμε μολαταύτα τον γοητευτικό τενόρο Ιωάννη Καλύβα, για το ρωμανικό άρωμα και την υψηλή ευκρίνεια της άρθρωσης του αδόμενου κειμένου, όπως και τη δροσερή κολορατρίς Μαριάννα Μανσόλα, ιδίως για μια αξιαγάπητη και τεχνικά παράτολμη απόδοση της άριας της κούκλας από τα «Παραμύθια του Χόφμαν». Αμφίβολη παρέμεινε η αίσθησή μας, όμως, τόσο για τη φωνητικά θολή μεσόφωνο Ελένη Βουδουράκη στο μιλιταριστικό κουπλέ της «Μεγάλης Δούκισσας του Γκέρολστάιν» και στην ιδεαλιστικής έκστασης άρια του Νικλάουζ των «Παραμυθιών», όσο και για την υψίφωνο Σοφία Μιχαηλίδου, με γαλλικά περίπου ακατάληπτα, παρά τη μαθητεία της πλάι σε μια Ελιζαμπέτ Βιντάλ...

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0