Του Σπύρου Κακουριώτη
Άρωμα... Χυτηρίου απλώθηκε, για άλλη μια φορά στην ελληνική θεατρική σκηνή, όταν Η ισορροπία του Νας, στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, υποχρεώθηκε να κατέβει πριν ολοκληρώσει τις παραστάσεις της, μπροστά στις πιέσεις και τις απειλές για τη σωματική ακεραιότητα κοινού και ηθοποιών, που οδήγησαν τη διεύθυνση του θεάτρου στην απόφαση αυτή.
Μόνο που, σε αυτήν την περίπτωση, τον ρόλο των μπρατσωμένων χρυσαυγιτών ανέλαβαν οι ίδιοι άνθρωποι που ένα χρόνο νωρίτερα δήλωναν «Je suis Charlie», συμμετέχοντας στον μεγάλο αγώνα για την ελευθερία της έκφρασης ενάντια στη βία, μια ελευθερία που δεν σέβεται ούτε ιερό ούτε όσιο και άρα θα είναι πάντα, για κάποιον, ενοχλητική.
Παρά την «ευγένεια» των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για να ματαιωθούν οι παραστάσεις, το αποτέλεσμα δεν ήταν διαφορετικό από εκείνο του Χυτηρίου. Μόνο που στη συγκεκριμένη περίπτωση, όσοι επεδίωξαν τη λογοκρισία της παράστασης, κυρίως οι βουλευτές της Ν.Δ., πρωτοστατούντος του αντιπροέδρου της Α. Γεωργιάδη, αλλά και του «σκιώδους υπουργού» Πολιτισμού Κ. Γκιουλέκα, θέλησαν να εξάγουν, από μια παράσταση που, από τις ανακοινώσεις τους, ήταν φανερό ότι αγνοούσαν, την ανάλογη πολιτική υπεραξία: να παρουσιάσουν μια εικόνα «σαν το Εθνικό και βεβαίως ο ΣΥΡΙΖΑ να εξυμνεί την τρομοκρατία», όπως τόνισε ο υπουργός Πολιτισμού Αριστείδης Μπαλτάς.
«Η παράσταση παιζόταν εδώ και καιρό, όλοι ήξεραν από πέρσι ποιο είναι το περιεχόμενο», μας λέει η Λυδία Κονιόρδου, που θεωρεί «έκπληξη» την καθυστερημένη αυτή αντίδραση. «Όπως βεβαιώνουν οι συντελεστές της, καταδίκαζε την αφαίρεση ανθρώπινης ζωής στο όνομα οποιαδήποτε ιδεολογίας». Από την άλλη, «αναφερόταν στα δικαιώματα των κρατουμένων, τα οποία κατοχυρώνονται από τον νόμο διεθνώς».
«Πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τη διαφορά ανάμεσα στο καλλιτεχνικό έργο και την πολιτική προπαγάνδα», τονίζει, από την πλευρά της η σκηνοθέτις της νεότερης γενιάς Σοφία Μαραθάκη. «Στην εποχή μας δεν ακούμε αυτό που λέει ο άλλος, αλλά κάτι που φανταζόμαστε ότι λέει», παρατηρεί.
«Οποιοδήποτε θέμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την τέχνη, αν προσεγγίζεται με κριτήρια καλλιτεχνικά και χωρίς φανατισμό», λέει από τη μεριά του ο Χρήστος Στέργιογλου, πρωταγωνιστής στην παράσταση Ο βίος του Γαλιλαίου, που παιζόταν στο Εθνικό την στιγμή που πάρθηκε η απόφαση για το κατέβασμα της παράστασης.
Η παράσταση, προσεγγίζοντας κάποιες πλευρές του ζητήματος της τρομοκρατίας στην Ελλάδα, άγγιξε περιοχές τραυματικές, πληγές που ακόμη είναι ανοιχτές. «Τους μόνους τους οποίους κατανοώ και, ίσως, στη θέση τους να αντιδρούσα με παρόμοιο τρόπο, ιδιαίτερα αν δεν είχα στενή επαφή με την τέχνη, είναι οι συγγενείς των θυμάτων» σχολιάζει χαρακτηριστικά η Σ. Μαραθάκη. «Από εκεί και πέρα τον πόνο τους τον εκμεταλλεύονται διάφοροι, για τους δικούς τους σκοπούς».
Οι επώνυμες πιέσεις, δημόσιες αλλά και υπόγειες, καθώς και οι ανώνυμες απειλές, οδήγησαν στην απόφαση της διεύθυνσης του θεάτρου να κατεβάσει την παράσταση και να υποκύψει στη λογοκρισία -και να την ασκήσει. Ο Χρ. Στέργιογλου είναι κατηγορηματικός: «Κάθε μορφή λογοκρισίας είναι κατακριτέα», τονίζει.
Επρόκειτο για μια απόφαση που προκάλεσε σάλο, με τις κατηγορίες για λογοκρισία να εκτοξεύονται προσωπικά εναντίον του Στάθη Λιβαθινού. «Το θέατρο υποχώρησε στις πιέσεις, αλλά εσείς τι θα κάνατε αν σας έλεγαν ότι απειλούνται οι εργαζόμενοι και οι θεατές; Αν γινόταν μια προβοκάτσια, δεν θα έριχναν όλοι τις ευθύνες στον διευθυντή;» αναρωτιέται η Λ. Κονιόρδου, για να συμπληρώσει: «Υπέκυψε, εν γνώσει του, σε έναν εκβιασμό».
Νίκη ενάντια στον φόβο
Οι αντιδράσεις, καλλιτεχνών, εργαζομένων αλλά και πολιτών, οι δύο συγκεντρώσεις έξω από το Εθνικό, δείχνουν υγιή αντανακλαστικά, σε ό,τι αφορά την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης και της καλλιτεχνικής δημιουργίας. «Αντέδρασαν και επέβαλαν να γίνει η τελευταία παράσταση στην Πειραματική», λέει ο Χρ. Στέργιογλου. «Θα πρέπει να θεωρηθεί μια μικρή νίκη. Αν οδηγός μας είναι ο φόβος... καήκαμε!»
Σημαντική, σε αυτή τη νίκη ήταν η συμβολή των εργαζομένων του Θεάτρου, που από την αρχή διαφώνησαν δημόσια με το κατέβασμα. «Όλες τις παραστάσεις τις αγκαλιάζουμε, γιατί εμείς τις φτιάχνουμε», λέει ο πρόεδρος του ΣΕΕΘ Μάκης Σπετσιέρης. «Η πραγματοποίηση της παράστασης την Κυριακή ήταν και δική μας απαίτηση. Δεσμευτήκαμε, μάλιστα, ότι θα την προστατεύσουμε με την παρουσία μας στο Ρεξ, όπως και κάναμε».
Παράλληλα, ολόκληρος ο θίασος του Γαλιλαίου αντέδρασε παίρνοντας την απόφαση να διαβάσει, πριν την παράσταση, ένα κείμενο διαμαρτυρίας απέναντι στη λογοκρισία: «Εισπράξαμε δύο τελείως διαφορετικές αντιδράσεις από το κοινό», αφηγείται προβληματισμένος ο Χρ. Στέργιογλου. «Την πρώτη βραδιά χειροκροτήθηκε με ενθουσιασμό, τη δεύτερη όμως μια μικρή μερίδα θεατών αντέδρασε και δεν ήθελε να μας αφήσει να την διαβάσουμε. Ήρθαμε σε δύσκολη θέση, αλλά επιμείναμε. Μετά έγινε η παράσταση και η τέχνη κατάφερε να ηρεμήσει τα πνεύματα...».
«Η μισαλλοδοξία είναι κάτι με το οποίο παλεύουμε καθημερινά» παραδέχεται η Σ. Μαραθάκη. «Πιστεύω πως δεν τα κατάφερε να επικρατήσει. Θύμα αυτής της ιστορίας είναι, τελικά, η ίδια η τέχνη και οι δημιουργοί, που δουλεύουν ανασφάλιστοι, για ελάχιστα χρήματα ή δεν πληρώνονται καθόλου...». Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Λαέρτης Βασιλείου, σκηνοθέτης της παράστασης Corpus Christi που εμποδίστηκε με βίαιο τρόπο να παρουσιαστεί στο Χυτήριο, μετά την εμπειρία του αυτή εγκατέλειψε την ελληνική σκηνή, αναζητώντας περισσότερο ανεκτικό περιβάλλον στη θεατρική σκηνή της Αλβανίας, όπου πλέον σκηνοθετεί.
Την υποκρισία που κρύβεται πίσω από τον θόρυβο που ξεσηκώθηκε καυτηριάζει, από τη μεριά της, η Λ. Κονιόρδου, σημειώνοντας πως «οι ίδιοι που κατηγόρησαν τον Στάθη Λιβαθινό για την επιλογή του έργου, τον κατηγορούν μετά για λογοκρισία».
Αριστείδης Μπαλτάς: «Μεγάλο τραύμα για την ελευθερία της έκφρασης»
Απάντηση στις κατηγορίες της αντιπολίτευσης και τις ακραίες φωνές που επιδίωξαν τη λογοκρισία, έδωσε, εμμένοντας σε θέσεις αρχής, ο υπουργός Πολιτισμού Αριστείδης Μπαλτάς, απαντώντας την Πέμπτη σε επίκαιρη ερώτηση του βουλευτή της Ν.Δ. (και πρώην υπουργού Πολιτισμού) Κώστα Τζαβάρα.
Ξεκαθαρίζοντας ότι «ο έλεγχος μίας παράστασης ενός, έστω, εθνικού θεάτρου δεν μπορεί να περνά ούτε από τη Βουλή ούτε από το υπουργείο Πολιτισμού», που «δεν έχει τη δυνατότητα, τη διάθεση, ούτε καν το καταστατικό καθήκον να ελέγξει προκαταβολικά ή να κρίνει ένα ρεπερτόριο», τόνισε πως «αυτήν τη συζήτηση θα μπορούσαμε να την κάνουμε, αν εγώ δεν ήμουν υπουργός, αν δεν βρισκόμασταν σε αυτήν την αίθουσα και ήμασταν απλώς θεατές ενός έργου».
Αφού σημείωσε, φέρνοντας παραδείγματα από τη λογοτεχνική παραγωγή της Γερμανίας ότι η τέχνη, με την πολυπρισματικότητά της, βοηθά στην επούλωση των τραυμάτων, τόνισε: «Αντί να μπούμε σε αυτήν την κουβέντα ως θεατές, πολιτικοποιήθηκε το θέμα. Οι κραυγές έφτασαν να είναι απολύτως ακραίες. Φτάσαμε να απαιτούνται πολιτικά μέτρα για να κατεβεί μία θεατρική παράσταση, αντί να συζητηθεί στους χώρους που της αναλογεί με όρους καλλιτεχνικούς», τόνισε, διαχωρίζοντας την πολιτική συζήτηση περί τρομοκρατίας, από την οποία έχει πληγεί η ελληνική κοινωνία, ως «απολύτως διακριτή από την τέχνη».
«Αυτή η σύγχυση είναι εις βάρος της κατανόησης της πρόσφατης ιστορίας μας και εις βάρος του ίδιου του θεάτρου ως θεσμού και της καλλιτεχνικής δημιουργίας γενικότερα», είπε χαρακτηρίζοντας «μεγάλο τραύμα για την ελευθερία της έκφρασης» το γεγονός ότι ο καλλιτεχνικός διευθυντής «βρέθηκε στην ανάγκη να κατεβάσει το έργο» επειδή «υπήρξαν όλων των ειδών οι απειλές, ανέβηκαν οι τόνοι σε όλα τα επίπεδα». «Ήταν τραύμα η διαδικασία αυτή για όλους μας», κατέληξε.