«Οι Έλληνες δείχνουν στον κόσμο πώς είναι να είσαι άνθρωπος. Δείχνουν στον κόσμο πώς είναι να προσπαθείς να βοηθήσεις συνανθρώπους. Ευχαριστώ προσωπικά όλους όσοι βοηθούν τους πρόσφυγες από όλο τον κόσμο».
Στη Βανέσα Ρεντγκρέιβ ανήκουν αυτά τα λόγια και είναι πέρα για πέρα αληθινά. Και είναι αυτό το μάθημα ανθρωπιάς που πρέπει να μας κάνει περήφανους, να μας παρηγορεί και φυσικά να μας κινητοποιεί. Αυτή είναι η αληθινή περηφάνια κι όχι εκείνα τα φαιδρά εθνικοπατριωτικά για τη νίκη που είναι γραμμένη στο DNA του Έλληνα. Φαιδρά μεν, αλλά με τραγικές οικονομικές συνέπειες για τη χώρα. Πώς να ξεχάσεις άλλωστε την αλήστου μνήμης βαθιά πολιτική σκέψη ενός Γεράσιμου Γιακουμάτου μετά την ήττα της Εθνικής Ελλάδας στο ποδόσφαιρο, ότι με τέτοιες ήττες διασύρεται η Ελλάδα! Τούτο βέβαια δεν εμπόδισε την παράταξη του εν λόγω πολιτικού ανδρός, αντάμα με το ΠΑΣΟΚ, να σύρουν σιδηροδέσμια -με την εθνική της περηφάνια στα τάρταρα- τη χώρα στα χέρια των δανειστών της. Να μην ξεχάσουμε επίσης τη φρικώδη επιχείρηση εναντίον των μεταναστών εμπνεύσεως Δένδια, με το εθνικά υπερήφανο όνομα «Ξένιος Ζευς». Ούτε το εθνεγερτικό μήνυμα του γίγαντα Σαμαρά ότι χρειάζεται να ανακαταλάβουμε (από τους μετανάστες εννοείται) τις πλατείες. Να μην ξεχάσουμε την πάντοτε γλαφυρή εθνική φαιδρότητα του Άδωνι Γεωργιάδη, ότι πρέπει να κάνουμε δύσκολη τη ζωή των μεταναστών για να μην έρχονται στην Ελλάδα. Να μην ξεχάσουμε δηλαδή αυτό που σε γενικές γραμμές ήταν το σχέδιο αντιμετώπισης του μεταναστευτικού (με την πιπίλα της απάνθρωπης λέξης «λαθρομετανάστης», που περιδιάβαινε αμέριμνη στα χείλη όλων των εκλεκτών κυρίων και κυριών του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ., των σημερινών υποψήφιων προέδρων της συμπεριλαμβανομένων). Και κοντά σ' αυτά να μην ξεχάσουμε την εθνικά υπερήφανη στάση της Χρυσής Αυγής, με τους ξυλοδαρμούς, τα φονικά, τους τραυματισμούς, τις αιμοδοσίες «μόνο για Έλληνες», το μοίρασμα τροφίμων «μόνο σε Έλληνες», τις νυχτερινές καταδρομικές επιχειρήσεις σε σπίτια μεταναστών και τόσα άλλα που μας έκαναν... εθνικά υπερήφανους. Α, ναι: να μην ξεχάσουμε τον εθνικό πατριωτικό ζήλο της Αστυνομίας και την εθνικά υπερήφανη στάση -στο πλαίσιο μιας εθνικής ασυδοσίας- των καναλιών της ιδιωτικής τηλεόρασης. Και τόσα άλλα, ων ουκ έτσι αριθμός. Να μην τα ξεχάσουμε, όχι μονάχα για να ξέρουμε που πατούμε και που στεκόμαστε, αλλά και επειδή η μνήμη είναι στοιχείο της ανθρωπιάς.
Αυτής της ανθρωπιάς που διαπίστωσε η Βανέσα Ρεντγκρέιβ διά γυμνού οφθαλμού και που δεν διαπίστωσε (μεταξύ πολλών άλλων) ούτε ένας από τους υποψήφιους προέδρους της Ν.Δ. σε όλη την -αφόρητα και παράλογα από καθαρά πολιτική άποψη- μεγάλη προεκλογική εσωκομματική διαδικασία. Ουδείς μίλησε γι' αυτή την πραγματικά εθνικά υπερήφανη στάση ενός ολόκληρου λαού που βρέθηκε στο σημείο που έπρεπε, τη στιγμή που έπρεπε, για να δώσει και να δοθεί στον ιερό ξένο που είναι πιο δικός και από τον δικό σου άνθρωπο. Αυτή είναι η περηφάνια που χρειάζεται να την ξέρουμε για να μας κρατάει όρθιους. Γιατί δίπλα στην ανείπωτη τραγωδία του προσφυγικού προβλήματος εκτυλίσσεται μια ολόκληρη αφανής εποποιία ανθρωπιάς, που κάνει κατάπτυστες τις εξαιρέσεις και τη φρίκη της κερδοσκοπικής εκμετάλλευσης των προσφύγων. Τι να κάνουμε; Έμποροι του θανάτου υπήρχαν πάντοτε, δεν θα μπορούσαν να λείπουν (ένθεν κακείθεν των ακτών του Αιγαίου) και σ' αυτή την περίπτωση. Άλλωστε τα σαπρόφυτα σε τέτοιες καταστάσεις επωάζονται. Αλλά αυτό κατ' ουδένα τρόπο σκιάζει την εποποιία της ανθρωπιάς που λέγαμε. Και πώς είναι δυνατόν να σκιαστεί το μεγαλείο από τις άπειρες στιγμές που κάθε μια τους αποτελεί σέμνυμα και εγκαύχημα της ανθρώπινης ιδιότητας; Γιατί εκτός από το τραγικό και απελπιστικό «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» του Πρίμο Λέβι, υπάρχει και το άλλο «εάν αυτό είναι ο άνθρωπος»: αυτό που γράφουν με τη στάση τους η Δέσποινα, ο Γιώργος, ο Ανέστης, ο λιμενικός, ο άνθρωπος που πέφτει στη θάλασσα για να σώσει μιαν έγκυο, ο ψαράς και πάει λέγοντας. Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, τότε, ναι, μπορούμε να ελπίζουμε. Μπορούμε να ελπίζουμε σ' αυτούς που τους λένε ανώνυμους (κι ας κουβαλάνε όλη την επωνυμία του ανθρώπινου είδους) και τους θεωρούν περίπου χαζούς, αφού χρειάζεται να τους τα κάνεις λιανά για να καταλάβουν. Αυτοί, ο «απλός λαός». Που βέβαια κατάλαβε ακαριαία τι έπρεπε να πράξει, εκεί που δεν κατάλαβαν καν και καν αποδεικνύοντας ότι η απανθρωπιά, εκτός των άλλων, είναι και μια μορφή βαριάς βλακείας.
«Τι ώρα θα βρεθούμε» με ρώτησε η Δέσποινα πριν λίγες μέρες που βρέθηκα στην πατρίδα μου, την Καβάλα. Η Δέσποινα. Άνεργη και ρημαγμένη οικονομικά. «Κατά τις εννιά» της λέω. «Α, ωραία, για να προλάβω». «Τι να προλάβεις;» «Το καράβι που φέρνει τους πρόσφυγες από τη Μυτιλήνη, έρχεται στις επτάμισι». Η Δέσποινα και άλλοι πολλοί είναι πάντοτε εκεί. Με τρόφιμα, με κουβέρτες, με ρούχα, με μια ζεστή κουβέντα. Από πού; Από το παντού της ψυχής τους. Κι αργότερα μας είπε... και τι δεν μας είπε. Έλεγε και έκλαιγε. Για τον πρόσφυγα που της έκανε νόημα ότι έχει τρεις μέρες να φάει. Για τον παλιό συμμαθητή μου τον Ανέστη που φωνάζει από μακριά, «έχω ζεστό νερό να φτιάξουμε γάλα για τα μωρά». Για τον μπάτσο που ούρλιαζε σ' έναν κατατρομαγμένο άνθρωπο «κατέβα ζώο» κι εκείνος δεν καταλάβαινε και σήκωσε τα χέρια ψηλά. Για τη γυναίκα που κοντοστεκόταν με τα τρόφιμα στο χέρι. «Θες κάτι άλλο;». «Ναι, να σ' αγκαλιάσω». Κι άλλα πολλά. «Δεν μπορώ να πω όμως. Πληρώνομαι. Έχω μια ολόκληρη περιουσία από κομπολόγια, σπασμένα ρολόγια, μαντίλια, μικροπράγματα. Όλοι τους θέλουν να σου δώσουν κάτι». Αυτό λέω πως είναι το μεγαλείο της ανθρωπιάς: ένα σπασμένο ρολόι που δείχνει ότι οι άνθρωποι ήταν στην ώρα τους εκεί που έπρεπε. Ακριβώς.
Κώστας Καναβούρης