Έντονες αντιδράσεις από τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ προκάλεσε η αποπομπή 59 διοικητών και αναπληρωτών διοικητών στα νοσοκομεία, 44 και 15 αντίστοιχα, γεγονός που δεν προκαλεί ωστόσο εντύπωση στο υπουργείο Υγείας, καθώς είναι η πρώτη φορά που η αξιολόγηση γίνεται με όρους διαφάνειας. "Δεν φτάνουν πια τα κομματικά ένσημα", σημείωσε χαρακτηριστικά ο αναπληρωτής υπουργός Υγείας Παύλος Πολάκης με δηλώσεις του στον ρ/σ 105,5 Στο Κόκκινο χθες το πρωί.
Αναφερόμενος στην προβληματική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στα νοσοκομεία, ο Π. Πολάκης επικαλέστηκε ως παράδειγμα τα περισσότερα λεφτά που δόθηκαν από το κράτος την προηγούμενη περίοδο, αλλά δεν αξιοποιήθηκαν ανάλογα. "Τους τελευταίους 3 μήνες δώσαμε 650 εκατ. ευρώ στα νοσοκομεία. Αυξήσαμε το όριο δαπανών κατά 150 εκατ. ευρώ. Και βγαίνουν και λένε ότι τα νοσοκομεία δεν έχουν φάρμακα", ανέφερε. Όπως είπε, αυτό που βλέπει είναι ότι "δεν ξεπληρώνονται φάρμακα, αλλά ξεπληρώνονται οι εξωτερικές υπηρεσίες, όπως φύλαξη, καθαριότητα κ.λπ. Μου το εξηγείτε λίγο αυτό; Καταλαβαίνετε πολύ καλά τι εννοώ. Θα μπορούσαν οι διοικήσεις να ξεπληρώσουν προμηθευτές".
Ξεκαθάρισε στη συνέχεια ότι πρόθεση του υπουργείου είναι να αλλάξουν τα κριτήρια για την επιλογή των διοικήσεων: "Θα συνεκτιμηθούν μια σειρά από προσόντα, θα πρέπει να συναινεί η διοίκηση με την κυβερνητική πολιτική, εδώ πάμε να στήσουμε ξανά το ΕΣΥ. Δεν φτάνουν τα κομματικά ένσημα όμως, θα πρέπει να έχει και τα άλλα προσόντα. Θα κριθούν, διότι στο τέλος ξυρίζουν τον γαμπρό...».
Την ίδια ώρα, ο υπεύθυνος του Τομέα Υγείας και βουλευτής Ν. Λάρισας της Ν.Δ. Χρήστος Κέλλας χαρακτήρισε "πολιτικό πογκρόμ" την αξιολόγηση των διοικητών και υποδιοικητών των νοσοκομείων, ενώ η υπεύθυνη Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης & Υγείας της Κ.Ο. της Δημοκρατικής Συμπαράταξης Εύη Χριστοφιλοπούλου είδε "άλλη μια προσπάθεια κομματικού ελέγχου της κρατικής μηχανής". Σταθερή θέση του υπουργείου Υγείας είναι ότι "για πρώτη φορά υπήρξε διαδικασία προφορικής συνέντευξης για την αξιολόγηση και τη λήψη απόφασης αντικατάστασης των διοικητών" όπως και ότι η διαδικασία ήταν "ανοιχτή, διαφανής και για πρώτη φορά η επιτροπή δεν ήταν κυβερνητικά ελεγχόμενη".