Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Εκ πρώτης όψεως η ιδέα ήταν ιδιοφυής. Σε περίοδο εξαιρετικά περιορισμένων πόρων, που δεν παύει όμως να ασφυκτιά από την αδυσώπητη επανάληψη μιας φούχτας έργων, η επιστράτευση μιας λιγότερο οικείας και πάντως σπανίως αναβιούσης tragedia lirica του Βιντσέντσο Μπελλίνι, όπως «I Capuleti e I Montecchi», είναι δυνατόν να αποτελεί το παροιμιώδες «μάννα εξ ουρανού». Και τούτο επειδή το λιμπρέτο του οικείου από τη μεταγενέστερη «Νόρμα» Φελίτσε Ρομάνι, αντλώντας περιορισμένα μόνο στοιχεία από τη σαιξπηρική αναφορά του «Ρωμαίου και Ιουλιέττας», επικεντρώνεται σε μια ολιγομελή ομάδα βασικών χαρακτήρων, ενώ δεν απαιτεί, κατ' ανάγκη, μεγάλη σκηνογραφική εναλλαγή, λόγω μιας απολύτως εστιασμένης στις κεντρικές προσωπικές σχέσεις πλοκής. Τα πράγματα περιπλέκονται όμως αν η «οικονομία» μιας «γυμνής» από εντυπωσιοθηρικά προσθέματα δράσης συνεκτιμηθεί με τους απαρέγκλιτους όρους, υπό τους οποίους αυτή η λιτότητα είναι δυνατόν να λειτουργήσει στην κατεύθυνση της λυτρωτικής απόλαυσης μιας κλασικής ακολουθίας μελωδιών υψηλού μπελκάντο, έστω και όχι ακόμη εντελώς προσωπικού και ώριμου για τα δεδομένα του συνθέτη από την Κατάνια της Σικελίας.
Εδώ έγκειται το πρόβλημα μιας επιλογής όπως η προκειμένη: Ό,τι επιχειρείς να εξοικονομήσεις, με την ολιγομελή ομάδα ερμηνευτών και μια εικαστικά προσανατολισμένη παραγωγή, όπως αυτή του Αρνώ Μπερνάρ, όπου αποφεύγεται η αλλαγή σκηνικού (οι ήρωες εξέρχονται των πινάκων ενός μουσείου, είδαμε παρόμοια για τον «Τροβατόρε» στο περσινό Φεστιβάλ Ζάλτσμπουργκ), απαιτείται να το δαπανήσεις για την επιστράτευση τριών κορυφαίων belcantistes και ενός αρχιμουσικού με το χάρισμα αναγωγής της στοιχειώδους ορχηστρικής γραφής του Μπελλίνι σε επίπεδο απολλώνιας θέωσης της μελωδικής γραμμής. Τη δυσχέρεια σ' αυτό υποδεικνύει όχι μόνο ο ευσύνοπτος κατάλογος σχετικών αναμεταδόσεων της EBU, αλλά και, πρωτίστως, η ωσαύτως αραιή και σπανίως επιτυχής δισκογραφία. Δισκογραφία με αναφορές ακόμη για την Ιουλιέττα μια Μπέβερλυ Σιλλς ή τη (νεαρή) Εντίτα Γκρουμπέροβα και για τον Ρωμαίο μια Ντέημ Τζάνετ Μπέηκερ ή μια Αγνή Μπάλτσα.
Το πρόβλημα, λοιπόν, με την πρόσφατη αναβίωση της όπερας, που ο Μπελλίνι συγκρότησε βιαστικά, αξιοποιώντας μεγάλο μέρος της αποτυχούσης «Ζαΐρα», είναι ότι, τουλάχιστον σε σχέση με τη β' διανομή που εμείς παρακολουθήσαμε (18.11.2015), δεν διακρίναμε εκείνους τους εξέχοντες καλλιτέχνες που θα ήταν ικανοί να οργανώσουν τη σχεδόν διαρκή ατμόσφαιρα έκστασης που μας είχε καταλάβει το 1998 παρακολουθώντας ραδιοφωνική μετάδοση από τη Δρέσδη με το δίδυμο Λουτσία Αλιμπέρτι - Βεσσελίνα Καζάροβα υπό έναν κυριολεκτικά χαρισματικό Μαρτσέλλο Βιόττι, ενώ η ανάμνηση του Ρωμαίου της Μπάλτσα παραμένει ζωντανή στον χώρο του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών για όσους είχαμε παρακολουθήσει την αναβίωση της ίδιας δεκαετίας στην τότε «Αίθουσα Φίλων της Μουσικής».
Παρά την εμπειρία και την αίσθηση του ύφους που διαθέτει, η Ειρήνη Καράγιαννη απετόλμησε τον Ρωμαίο σε απαγορευτικά προκεχωρημένο στάδιο της σταδιοδρομίας της, με τη φωνή να μη διαθέτει τον απαραίτητο όγκο για την ακουστική της αίθουσας «Αλ. Τριάντη», ενώ περιορισμένη ελευθερία και ασφάλεια κατέγραφε τόσο η υψηλή όσο και η χαμηλή περιοχή της. Αρκετή μελέτη αναμένει και την Ιουλιέτα της νεαρής και ήδη δραστήριας στην αλλοδαπή Έλενας Ξανθουδάκη. Σε μια ανάθεση που βοά για ποιότητες πρωτίστως λυρικής υψιφώνου, μια σουμπρέτα, επιπροσθέτως με τονικά θολή και αβέβαιη στρατόσφαιρα, δεν επαρκεί, παρά την αναμφισβήτητη μουσικότητα και το όμορφο παρουσιαστικό της νέας. Όσο για τον αντίζηλο του Ρωμαίου, τον Τεμπάλντο, αρκεί η εντελώς ευκαιριακή προϋπηρεσία του νεαρού Λουτσάνο Παβαρόττι στον ρόλο, προκειμένου ο πήχης να τεθεί σε ύψος δυσχερώς προσβάσιμο για τον Αντώνη Κορωναίο, εξοικειωμένο μεν με τους αισθητικούς κώδικες της μουσικής, αλλά απομειωμένο σε αντοχή και όγκο τής πάντοτε ευγενούς εκφοράς του. Ο πλέον ηχηρός και πειστικός εκ των πρωταγωνιστών υπήρξε ο βαθύφωνος Τάσος Αποστόλου ως μονίμως οργίλος Καπέλλιο, ουδόλως όμως ικανοποίησε ο εκ Βερολίνου ορμώμενος μπασοβαρύτονος Διονύσης Τσαντίνης ως -γιατρός για την περίσταση- Λορέντσο, φωνή φευ ήδη υποθηκευμένη σε προβληματική τεχνική. Ο έμπειρος Λουκάς Καρυτινός προσάρμοσε μεν τη διεύθυνσή του στις ανάγκες των μονωδών του, ως όφειλε, υποτονίζοντας όμως στιγμές έντασης, όπως η πολεμόχαρη καμπαλέτα του Ρωμαίου στην α' πράξη, που θα χάριζαν εναλλαγές στη διαδρομή του έργου.