Tο Aleli είναι ένας πολύ όμορφος δίσκος, στον οποίο η Γεωργία Βεληβασαλάκη ερμηνεύει τραγούδια του Αργεντινού - αλλά διαμένοντος στη Γερμανία εδώ και πολλά χρόνια - διακεκριμένου κιθαρίστα και συνθέτη Luis Borda πλαισιωμένη από μια πολυεθνική ομάδα μουσικών της οποίας ο πυρήνας είναι βέβαια ελληνικός. Μιλήσαμε με την ερμηνεύτρια γι' αυτή την ευτυχή συνεύρεση tango και κρητικής μουσικής αλλά καθώς ο δημιουργός της βρισκόταν στην Ελλάδα για δύο ζωντανές παρουσιάσεις του έργου επωφεληθήκαμε για να υποβάλουμε μερικές ερωτήσεις και σε αυτόν.
Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα
* Πόσο σας ενδιέφερε το tango και σε ποιο βαθμό είχατε ασχοληθεί μαζί του πριν από αυτή τη συνεργασία;
Ανέκαθεν με ενδιέφερε η εξερεύνηση άλλων μουσικών παραδόσεων και τοπίων και αυτό το ξέρουν καλά όσοι έχουν παρακολουθήσει τα live μου μέσα στα χρόνια. Έχοντας μάλιστα φίλους από την Κούβα, την Ουρουγουάη, τη Χιλή και την Κολομβία είχα μυηθεί στο ισπανόφωνο γλωσσικό ιδίωμα και τους latin ρυθμούς πολύ πριν. Το tango όμως στην ουσία το γνώρισα μέσα από τις μελωδίες και τη μουσική ματιά του Luis Borda, ενός από τους σημαντικότερους στον κόσμο, όπως έχει χαρακτηρισθεί, κιθαριστές και συνθέτες του tango nuevo με τον οποίο είχα την ευτυχία να συνεργαστώ.
* Τι σας έκανε να αποφασίσετε να το κάνετε πιο ενεργά και συγκροτημένα και γιατί επιλέξατε γι' αυτό τον Luis Borda;
Καταρχήν δεν το «αποφάσισα» ακριβώς, ήταν κάτι που προέκυψε μέσα από τη μουσική επικοινωνία που είχαμε με τον Luis. Γιατί η μουσική σε πάει ή δεν σε πάει, σου μιλάει ή όχι, είναι ένα ταξίδι της καρδιάς. Από εκεί και πέρα βέβαια χρειάζεται μεράκι και πολλή δουλειά για να φτάσεις σε ένα αποτέλεσμα πραγματικά άξιο.
* Πώς ήταν η διαδικασία της ηχογράφησης με εσάς και τους υπόλοιπους Έλληνες μουσικούς και τον Borda «φιλοξενούμενο»;
Η συνεργασία αυτή πραγματοποιήθηκε με τρόπο καρδιακό. Με τον Luis ήρθαμε σε επαφή μέσω κοινών φίλων, ενώ η επικοινωνία μας έγινε κυρίως μέσω Διαδικτύου, μ΄ ένα δισταγμό στην αρχή, όπως είθισται άλλωστε μεταξύ αγνώστων, που όμως δεν άργησε να γίνει αληθινός ενθουσιασμός. Η επικοινωνιακή ροή μάλιστα ήταν τέτοια ώστε, πριν καλά - καλά φανεί τι θα ήταν το project, το υιοθέτησε ο παραγωγός Γιάννης Μαυρίδης από την Cue Productions της Θεσσαλονίκης, ο οποίος αγκάλιασε αυτή τη δουλειά με όλη του την αγάπη. Με τον ίδιο τρόπο εργάστηκαν και οι υπόλοιποι Έλληνες συντελεστές και έτσι, με επίκεντρο πάντα τον Luis Borda και εμένα, συσπειρώθηκε μια ευρύτερη ομάδα μουσικών από διάφορα μέρη του κόσμου που συνετέλεσε στο άρτιο αποτέλεσμα.
* Δυσκολευτήκατε ίσως όχι τόσο καθαρά γλωσσικά, αλλά νοηματικά να τραγουδήσετε σχεδόν έναν ολόκληρο δίσκο στα ισπανικά;
Είχα ήδη γνωρίσει την ισπανική γλώσσα πολύ πριν... Θα μπορούσε βέβαια κάποιος να με ρωτήσει προς τι το αργεντίνικο ιδίωμα; Γιατί η προφορά μου δεν είναι αυθεντική ισπανική; Η απάντηση είναι: επειδή είμαι από την Κρήτη! Η αργεντίνικη γλώσσα έχει πολλά κοινά με την κρητική διάλεκτο, όπως η μελωδικότητα ή η βαριά προφορά κάποιων γραμμάτων. Όσον αφορά στη νοηματική προσέγγιση της γλώσσας, πώς θα μπορούσα να τραγουδήσω κάτι που δεν καταλαβαίνω; Ο αργεντίνικος λόγος άλλωστε χαρακτηρίζεται από τέτοιο πάθος που δεν επιτρέπει νοηματικές εκπτώσεις στην εκφορά του. Ειδικά δε με την ποιητική του Luis, που αφορμάται από την πραγματική ζωή και αναφέρεται σε πανανθρώπινα αισθήματα, δεν ήταν καθόλου δύσκολο να ταυτιστώ με όλη μου την ψυχή.
* Αλήθεια, γιατί ο δίσκος δεν περιέχει μόνο δικά του τραγούδια; Τι σας έκανε να προσθέσετε και το σεφεραδίτικο και κυρίως τα δύο ελληνικά και γιατί αυτά συγκεκριμένα;
Γιατί αυτός ο δίσκος είναι το αποτέλεσμα ενός μουσικού συγκερασμού, αλληλεπίδρασης και συνεργασίας. Έγινε μέσα από μια μουσική επικοινωνία όπου στοιχεία ελληνικά και αργεντίνικα συνυπάρχουν με μια αυθεντική διάθεση δημιουργικότητας. Έτσι το σεφαραδίτικο τραγούδι που συμπεριλάβαμε αφορά στους Εβραίους οι οποίοι κατά το 1492, περίοδο μεγάλων διώξεων, βρήκαν καταφύγιο στη Θεσσαλονίκη και έτσι η κουλτούρα τους ενσωματώθηκε στη δική μας. Και ποιος δεν θεωρεί δικό μας τραγούδι το «La Pastora» ή αλλιώς «Μια βοσκοπούλα αγάπησα» σε μετάφραση του ποιητή Γεώργιου Ζαλοκώστα; Από την άλλη, οι Αργεντινοί έχουν ρίζες στη Μεσόγειο, που σημαίνει ότι κουβαλάνε κάτι από τη δική μας θάλασσα στο δικό τους πολιτισμό. Και πόσο επίκαιρο είναι αυτό το ζήτημα της προσφυγιάς σήμερα! Όπως λέει και ο Luis το τραγούδι αυτό είναι σαν ένα «διαμάντι που αστράφτει μέσα από μια ιστορία μίσους και διωγμών που φαίνεται πως δεν έχει τέλος»...
Παρομοίως το «Αγρίμια», το οποίο διασκεύασε με τον δικό του πολύ ιδιαίτερο τρόπο ο Κωνσταντίνος Αθυρίδης, ήταν για τον Luis Borda μια ευκαιρία να έρθει εκείνος προς τη δική μου μουσική παράδοση. Το γεγονός ότι επέλεξε αυθόρμητα να παίξει ηλεκτρική κιθάρα αντί της κλασικής αργεντίνικης πιστεύω πως έχει να κάνει αφενός με τις ροκ καταβολές του, αφετέρου με το ίδιο το επαναστατικό πνεύμα του τραγουδιού με το οποίο σαφώς συντονίστηκε. Να μην ξεχνάμε ότι ως ιδιοσυγκρασίες οι Αργεντινοί με τους Έλληνες μοιραζόμαστε την ίδια απείθαρχη φύση.... Τέλος το «Μέλι» είναι ένα τραγούδι σε μουσική Ανδρέα Ζιάκα και ελληνικούς στίχους Ανθούλας Αθανασιάδου στο οποίο ο Luis πρόσθεσε ένα ισπανόφωνο μέρος εμπνευσμένος από το ελληνικό κείμενο αλλά επίσης και από το "Lucy In The Sky With Diamonds" των Beatles.
* Πιστεύετε ότι το συγκεκριμένο project θα σας ανοίξει ίσως και κάποιες πόρτες στο εξωτερικό;
Για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν σκέφτηκα κάτι τέτοιο όσο ηχογραφούσαμε αυτή τη δουλειά. Παρ' όλα αυτά σίγουρα απευθύνεται σε ευρύτερο κοινό και ελπίζουμε να βρει φίλους έξω από οποιαδήποτε σύνορα. Το γεγονός ότι κυκλοφορεί από τη γερμανική εταιρεία Enja Records οπωσδήποτε βοηθάει προς αυτή την κατεύθυνση. Ήδη το CD διατίθεται σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες... Ίδωμεν!
* Και ποια είναι τα άμεσα σχέδιά σας για τη συνέχεια;
Οι συναυλίες που προανέφερα και άλλες οι οποίες έρχονται. Παράλληλα σχεδιάζουμε μια νέα έκδοση του παραμυθιού Το μικρό μυστικό της ζωής σε κείμενα δικά μου και μουσική Κωνσταντίνου Αθυρίδη καθώς και ένα ακόμα παιδικό musical σε μουσική Γιώργου Καρακάση, που αναμένεται να ανέβει σε θέατρο της Θεσσαλονίκης στα τέλη της επόμενης χρονιάς. Ακόμα συμμετέχω στν rock opera του Κωνσταντίνου Αθυρίδη Alexander The Great, η οποία ήδη ανοίγει φτερά για μια μεγάλη περιοδεία στο εξωτερικό. Προέχει όλων βέβαια η ολοκλήρωση των σπουδών μου στο Τμήμα Ευρωπαϊκού Πολιτισμού του ΕΑΠ και ένα μεταπτυχιακό για το οποίο ήδη έχω αρχίσει να προετοιμάζομαι.
Μια πολυπραγμοσύνη που υποδηλώνει προβληματισμό και ανησυχία πάνω στο μουσικό γίγνεσθαι που δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε ακόμα πιο ενδιαφέροντα αποτελέσματα στο μέλλον...
LUIS BORDA
Με γοήτευσε ο ήχος της κρητικής λύρας
* Πώς προέκυψε αυτό το project; Ενδιαφερόσαστε από καιρό να κάνετε κάτι που θα περιελάμβανε στοιχεία ελληνικής μουσικής ή συνέβη συγκυριακά;
Ένας Έλληνας φίλος τον οποίο γνωρίζω από τον κόσμο του tango στο Μόναχο όπου κατοικώ εδώ και δεκαοκτώ χρόνια, μου πρότεινε να έρθω σε επαφή μέσω e-mail με τη Γεωργία Βεληβασάκη. Έτσι αρχίσαμε, της έστειλα ένα τραγούδι και εκείνη το ηχογράφησε με τη φωνή της στη Θεσσαλονίκη. Στο άκουσμά του εμπνεύστηκα και συνέθεσα κάποια καινούργια τραγούδια πάνω στη φωνή της, όπου το tango και η milonga συνυπάρχουν με άλλα αστικού τύπου τραγούδια που μιλούν για τους δρόμους του Μπουένος Άιρες, τις θύμησες, τις αγάπες, τη γειτονιά κ.λπ. Οπωσδήποτε όμως η παρουσία των παραδοσιακών ρυθμών της Αργεντινής εξακολουθεί να είναι έντονη.
* Γιατί κρητική μουσική και όχι από κάποια άλλη περιοχή της Ελλάδας; Υπάρχουν κάποια κοινά ή παράλληλα στοιχεία με την αργεντίνικη μουσική ή απλώς τη γνωρίζετε καλύτερα και σας αρέσει περισσότερο;
Δεν υπάρχει κάποια παραλληλία ή επαφή μεταξύ της μουσικής της Κρήτης και της Αργεντινής. Αυτό όμως που με γοήτευσε ήταν ο ήχος της κρητικής λύρας και η μελαγχολία που καμιά φορά βγάζει. Ναι, τελικά υπάρχει μια συναισθηματική σύνδεση με τη μουσική της Αργεντινής και δεν είναι άλλη από την αγνή αγάπη που τρέφουμε, τόσο εγώ όσο και η Γεωργία, για τον τόπο απ' όπου ερχόμαστε και ίσως ακόμα η συναισθηματική μας σύνδεση με τις αναμνήσεις και τις εμπειρίες της παιδικής μας ηλικίας.
* Και τι σας έκανε να επιλέξετε τη Γεωργία Βελιβασάκη για ερμηνεύτρια, τι είναι αυτό που βρίσκετε πιο ενδιαφέρον στη φωνή της;
Η φωνή της Γεωργίας έχει έναν αισθησιασμό και συνάμα μια ιερότητα. Φωνή βαθιά και παθιασμένη, με ηχόχρωμα και τρόπο πολύ γνήσια ελληνικό. Πάντα σκέφτομαι ότι η λαϊκή μουσική, η καλά κατανοητή και αυθεντική, έχει έναν πλούτο ανυπολόγιστο κι αυτό το βρήκα στη φωνή της Γεωργίας. Λόγος αρκετός για να είμαι απόλυτα ευχαριστημένος από τη συνεργασία μας!