Το θέατρο του Γάλλου Πωλ Κλωντέλ (1868-1995), ένα κατεξοχήν «θέατρο ιδεών», απαιτεί μια κατοπτρική θέαση της παγκόσμιας φιλοσοφίας, για να γίνει στοιχειωδώς προσιτό. Ποιητής, διπλωμάτης, κοσμοπολίτης, λάτρης του ισπανικού θεάτρου του «Χρυσού αιώνα», θαυμαστής του κινεζικού πολιτισμού... αλλά και στρατευμένος καθολικός, μετά από ένα «όραμα» που είδε σε πολύ νέα ηλικία, συνδυάζει στα έργα του τον μεσαιωνικό μυστικισμό, την αισιόδοξη, ανθρωπιστική ματιά της Αναγέννησης και τη νεωτερική υπαρξιακή αγωνία, θέλοντας να αποκαταστήσει στις κλονισμένες θρησκευτικές συνειδήσεις το κοσμοείδωλο του κόσμου όπως ήταν πριν από τις αλλαγές που επήλθαν τον 16οαιώνα. Τα έργα του Νικολάου Κουζάνου και του Τζορντάνο Μπρούνο, οι ανακαλύψεις του Κοπέρνικου και του Γαλιλαίου, για έναν στρατευμένο, ευσεβή καθολικό όπως ο Κλωντέλ, κατέστρεψαν τον «πεπερασμένο» κόσμο, μέσα στον οποίο η δομή του χώρου σε επάλληλα επίπεδα ενσάρκωνε μια ιεραρχία ως προς την αξία και την τελειότητα. Αυτός ο κόσμος υποκαταστάθηκε από ένα σύμπαν απροσδιόριστο, άπειρο, που δεν επιδέχεται καμία φυσική ιεράρχηση, με απώτερη συνέπεια την απόρριψη από την επιστήμη κάθε κοσμολογικής θεώρησης βασισμένης στις ιδέες της αξίας, της αρμονίας και του νοήματος. Στον κόσμο αυτόν, της τύχης και της ανάγκης, δεν έχουν θέση η πρόνοια, η πρόγνωση, ο προορισμός ή το άπειρο του θεού.
Στόχος του Κλωντέλ είναι να επαναφέρει τη χαμένη πίστη στον πεπερασμένο, «τέλειο» κόσμο των επαλλήλων επιπέδων και της φυσικής ιεραρχίας, αν όχι στον νου, πράγμα αδύνατο, τουλάχιστον στις διχασμένες καρδιές των ανθρώπων. Βλέπει αυτόν τον τέλειο και πεπερασμένο κόσμο «σαν ένα πελώριο εργοστάσιο όπου όλοι οι μηχανισμοί, όλοι οι τροχοί θα συμμετέχουν στο ίδιο έργο και όλα τα πράγματα θα συνυπάρχουν σε μια ενότητα, σε μια συντονισμένη κίνηση» (βλ. το χρήσιμο εισαγωγικό σημείωμα της Παναγιώτας Πανταζή στην ελληνική έκδοση των Θεατρικών Απάντων του Κλωντέλ, Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, τ. VI, 1994). Στέλνει, έτσι, «στην πυρά» τον καινούργιο, απροσδιόριστο, άπειρο κόσμο δίχως κέντρο και δίχως «φυσική» ιεραρχία. Σε αυτόν τον κατάκλειστο, πεπερασμένο κόσμο των ιδεών του προσκαλεί ο Κλωντέλ τον αναγνώστη ή τον θεατή. Το θέατρό του είναι ένας αποδεικτικός «σωρείτης» και μια προβολή των θρησκευτικών ή φιλοσοφικών του πεποιθήσεων. Το Ατλαζένιο γοβάκι, εντόνως αυτοβιογραφικό, θεωρείται το αριστούργημά του. Είναι ένα έργο-ποταμός, στο οποίο μας μιλάει, «κάτω από το πρίσμα της αιωνιότητας», σαν ένας άλλος μεταμελημένος άγιος Αυγουστίνος, για την «αμαρτωλή» του νιότη και για τους χαμένους ή κερδισμένους έρωτές του... Μια γιγάντια παραβολή, μια μνημειώδης «μπαρόκ» αλληγορία με επεισοδιακή πλοκή και δράση, που έχει για ιστορικό της πλαίσιο την Ισπανία του 16ου αιώνα και τις υπερπόντιες κτήσεις της... Με συχνές πυκνές αναφορές στο θέατρό της, γραμμένη σε στίχους, στο ύφος όχι τόσο του ελευθεριακού Λόπε ντε Βέγκα όσο του πιστού καθολικού Πέδρο Καλντερόν, αλλά χωρίς την ιδιοφυΐα του. Ευτυχώς, θυμίζει μεσαιωνικό ή αναγεννησιακό ιπποτικό μυθιστόρημα και διαθέτει κάτι από τη χάρη του.
Αυτό ακριβώς το προσόν εκμεταλλεύτηκε δημιουργικά η Έφη Θεοδώρου σκηνοθετώντας για το Φεστιβάλ Αθηνών ολόκληρο το κλωντελικό Γοβάκι, σε μια τετράωρη σχεδόν παράσταση, με δώδεκα ηθοποιούς σε περισσότερους από τριάντα ρόλους. Έξυπνα, πήρε την εξωτερική, μυθιστορηματική τροχιά των γεγονότων, άφησε σαν υπόγειο ρεύμα να κυλά ο εσωτερικός χρόνος των ηρώων και έστησε ένα θέαμα με μάγους, πρίγκιπες, πριγκίπισσες, πειρατές, άγριους Ινδιάνους, κομπέρ, ζογκλέρ, ερωτευμένους/ες, άπιστους/ες, αμαρτωλούς/ές, κλεμμένα παιδιά, μια παράσταση που τα είχε όλα, μάλιστα, το σπουδαιότερο, χωρίς να προδίδει το ανήσυχο πνεύμα του Κλωντέλ, που τα αγκαλιάζει, πράγματι, όλα και εγγράφει υποθήκες στη μελλοντική τους ενότητα.
Στην ικανοποιητική μετάφραση του Στρατή Πασχάλη, με χορταστικά κοστούμια - σκηνικά (Εύα Μανιδάκη, Ιωάννα Τσάμη), με γιορταστικούς, πανηγυρικούς φωτισμούς (Παυλόπουλος) και με τους: Κωνσταντίνο Αβαρκιώτη, Κωνσταντίνο Ασπιώτη, Τζωρτζίνα Δαλιάνη, Μαριάννα Δημητρίου, Μάξιμο Μουμούρη, Δημήτρη Παπανικολάου, Μαρία Σκουλά, Γιώργο Τζαβάρα, Πηνελόπη Τσιλίκα, Χάρη Φραγκούλη, Γιώργο Φριντζήλα, Νικόλαο Χανακούλα, σε ένα μαραθώνιο θεατρικό «γαϊτανάκι».