Η γέφυρα
Η επιτυχημένη σκανδιναβική σειρά «Bron/Broen», ή αλλιώς «The bridge», ξεκίνησε το 2011 με μεγάλη επιτυχία. Η έρευνα σχετικά με ένα πτώμα που βρέθηκε ανάμεσα στη Δανία και στη Σουηδία, στη γέφυρα που ενώνει την Κοπεγχάγη και το Μάλμε, καθήλωσε το κοινό, καθώς πάτησε στην επιτυχία που γνώριζε εκείνη την εποχή το «Τhe killing», το οποίο με τη σειρά του είχε πατήσει κατά κάποιον τρόπο στην επιτυχία του δανέζικου «Forbrydelsen». Το σκανδιναβικό αστυνομικό θρίλερ ήταν το νέο καυτό προϊόν της τηλεόρασης πριν από μια δεκαετία και το κοινό έδειχνε να μην χορταίνει την εξιχνίαση εγκλημάτων σε μικρές, κρύες πόλεις, όπου όλοι είναι ύποπτοι, με ντετέκτιβ που έμοιαζαν φθαρτοί, ανθρώπινοι και αντιμετώπιζαν τους δικούς τους δαίμονες, μακριά από την αυτοπεποίθηση και τη φωτογένεια πολλών Αμερικανών του είδους.
Το «Τhe bridge» διασκευάστηκε από το αμερικάνικο FX και γνώρισε μεγάλη επιτυχία, κυρίως λόγω της Νταϊάν Κρούγκερ, η οποία ενσάρκωνε μια ικανή ντετέκτιβ που έπασχε από σύνδρομο Άσπεργκερ και ερευνούσε ένα έγκλημα που συνέβη στα σύνορα του Τέξας και της πόλης Τσιουάουα στο Μεξικό. Το εύρημα του πτώματος ανάμεσα σε δύο χώρες που τους χώριζαν πολλά και της διπλής, παράλληλης έρευνας που συμπληρώνεται με τα ειδικά λαογραφικά χαρακτηριστικά της κάθε πλευράς κράτησε για αρκετά χρόνια. Το 2013 ήρθε η βρετανική εκδοχή με το «The tunnel» και ένα πτώμα που απασχόλησε Άγγλους και Γάλλους αστυνομικούς. Ακολούθησαν ένα έγκλημα που έμπλεξε Ρώσους και Εσθονούς, άλλο ένα που δίχασε τη Μαλαισία και τη Σιγκαπούρη και ένας φόνος που αποκωδικοποίησαν οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί.
Χωρίς αμφιβολία, έχει ενδιαφέρον η ιδέα της τοποθέτησης μιας τέτοιας έρευνας στη συνοριακή γραμμή μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, με την επίμονη γυναίκα αστυνόμο (Μαντώ Γιαννίκου) και τον Τούρκο ομόλογό της (Μπουράκ Χακί) να αντιμετωπίζουν τις δυνάμεις εξουσίας που εργάζονται για τη συγκάλυψη ενός μυστικού. Οι δυο τους ψάχνουν από άλλο μετερίζι τα ίχνη της άγριας δολοφονίας, η οποία εμπεριέχει πολιτικούς συμβολισμούς που ξεπερνούν το πλαίσιο ενός απλού εγκλήματος.
H ελληνική εκδοχή προσπαθεί να εντάξει στο μυστήριο τα στοιχεία πολιτικού θρίλερ και να ενσωματώσει στην έρευνα τα ακανθώδη ελληνοτουρκικά δεδομένα. Πολύ σωστά κάνει, ωστόσο το πρόβλημα είναι ότι προσπαθεί υπερβολικά και του φαίνεται. Η νουάρ ατμόσφαιρα δεν προκύπτει οργανικά και η σκοτεινή αφήγηση μοιάζει «βαρυκόκαλη», σαν να προσπαθεί να αποδείξει πολλά. Η σειρά είχε ανάγκη περισσότερο φυσικό διάλογο, λιγότερο αμήχανη διεύθυνση ηθοποιών, λιγότερο στρογγυλές ατάκες (που μοιάζουν προβαρισμένες από καιρό) και λιγότερο στιλιζάρισμα στην κίνηση. Στα θετικά τής μίνι σειράς συγκαταλέγονται οι στιγμές στο διαμέρισμα του Τούρκου επιθεωρητή, που έχει μια ωραία χημεία με την κόρη του, τα καλοδουλεμένα cliffhanger και το προσεγμένο μοντάζ, ιδιαίτερα στις στιγμές έντασης και αγωνίας.
Σώσε με
Αυτή η ενδιαφέρουσα μίνι σειρά διαδραματίζεται στην Κομοτηνή και αποτελεί διασκευή του best seller μυθιστορήματος του νεαρού συγγραφέα Δημήτρη Σίμου. Τρεις αδελφές ετοιμάζονται να επιστρέψουν στο χωριό που μένει η μητέρα τους με αφορμή το μνημόσυνο του πατέρα τους, όμως η μία δεν εμφανίζεται ποτέ. Κοντά στην περιοχή θα βρεθεί το παραμορφωμένο πτώμα μιας άγνωστης γυναίκας. Η υποψία μήπως πρόκειται τελικά για τη χαμένη αδελφή πυροδοτεί μια βουτιά στις ενοχές και στα τραύματα του παρελθόντος, με αναμνήσεις που ξεκλειδώνουν πολλά από τα αινίγματα των επόμενων επεισοδίων.
Ο σκηνοθέτης Πιέρρος Ανδρακάκος ευτυχώς δεν περιορίζεται στην εγκληματολογική σπαζοκεφαλιά και δεν παρασύρεται από εύκολα τερτίπια που χτίζουν ατμόσφαιρα, αλλά επενδύει στην εμβάθυνση των χαρακτήρων. Την πολυεπίπεδη πλοκή βοηθούν οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών, ορισμένες από τις οποίες, όπως της Δανάης Σκιάδη και της Έλενας Μαυρίδου, είναι ανέλπιστα πειστικές, σε χαρακτήρες που φλερτάρουν αδιάκοπα με την αυτοματαίωση.

Η αστυνόμος Δέσποινα Λουκίδη θα αναλάβει την εξιχνίαση της δολοφονίας του άγνωστου θύματος, από το οποίο, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, έχουν αφαιρεθεί τα μάτια. Χρειαζόταν ίσως μια καλύτερη διαχείριση της ισορροπίας ανάμεσα στην έρευνα και στο βαρύ οικογενειακό τραύμα που ορίζει τις τύχες και ανακατεύει την τράπουλα των προσδοκιών. Ωστόσο, η προσέγγιση των δημιουργών είναι ανθρωποκεντρική και η αφήγηση, ενώ πατάει σε μια παράδοση ξενόγλωσσων σειρών με ανάλογο θέμα, διατηρεί την ελληνικότητά της, κυρίως όσον αφορά τις συμπεριφορές, το ύφος και την ατμόσφαιρα, κρατώντας παράλληλα ένα στιλ αρκούντος στοχαστικό.
Η αξιοποίηση του φυσικού τοπίου και τα δυναμικά στοιχεία του παραδοσιακού crime film προσθέτουν σε επίπεδο αισθητικής και η αφήγηση δυναμιτίζεται όταν τα γεγονότα παίρνουν βίαιη τροπή - κι αυτό δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο, παρά τις μικρές «νάρκες» μη αληθοφάνειας στις οποίες το σενάριο πατάει πού και πού. Τελικά το «Σώσε με» βγαίνει κερδισμένο στις περισσότερες μάχες, καθώς, παράλληλα με την αλλόκοτα βίαιη φύση της ιστορίας, καταφέρνει και αφήνει συναισθηματικό αντίκτυπο στον θεατή, κάτι που δεν συναντάμε και τόσο συχνά σε σειρές με το αποστασιοποιημένο σκανδιναβικό ταπεραμέντο.