Στον καιρό της επισφάλειας η τύχη βοηθάει τους τολμηρούς. Αυτή τη διαπίστωση μοιάζει να υιοθετεί ο αρχιμουσικός Γιώργος Πέτρου, με μιαν από τις πλέον ενδιαφέρουσες σταδιοδρομίες της ιδιότητάς του υπό τη δαμόκλειο σπάθη υποχρηματοδότησης της «Καμεράτα», της οποίας προΐσταται.
Ταλαντούχος πιανίστας, καταπιάστηκε απρόσμενα με το μπαρόκ, δίνοντας κυριολεκτικά ζωή σε ένα είδος περίπου άγνωστο στην Ελλάδα και επιτυγχάνοντας διεθνή εμβέλεια επιδόσεων. Το τελευταίο κεφάλαιο στους καλλιτεχνικούς έρωτες του μαέστρου δεν θα ήταν δυνατόν να είναι περισσότερο απροσδόκητο, αλλά και ευπρόσδεκτο. Με ανοιχτές τις κεραίες του, χωρίς προκαταλήψεις σχολής και εποχής προς την ελληνική λόγια μουσική παράδοση, όπως απέδειξε κατά τη συναυλιακή σύνοψή της υπό τον συλλογικό τίτλο «Καλησπέρα Ελλάς» στο Μόναχο και με παρόντα τα μικρόφωνα της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας (27.11.2013), ο Πέτρου μοιάζει ερωτοχτυπημένος με μια μέχρι πρότινος αζήτητη στη χώρα μας μεγαλοκοπέλα, την οπερέτα. Ενδιαφέρουσες σελίδες της, από το εντόπιο και ευρωπαϊκό δραματολόγιο, παρουσίασε, επικεφαλής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, σε ένα καθ' ημάς Silvesterkonzert, στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών την προπαραμονή της Πρωτοχρονιάς του 2014.
Ήδη από τα πρώτα μέτρα της εισαγωγής της «Νυχτερίδας» (1874) του Γιόχαν Στράους του νεότερου (1825-1899) αντιμετωπίσαμε μια ΚΟΑ κυριολεκτικά απογειωμένη σε μια δυναμική, ανάλαφρη και αριστοκρατική ανάγνωση, ευλογημένη με τη χαρακτηριστική άρση του ρυθμού των τριών τετάρτων που τόσων μαέστρων διαφεύγει. Και επιπλέον με τέμπι ρέοντα, ανάσες και προσμονές, νοσταλγικές εγκαταλείψεις και αφρώδεις επιταχύνσεις. Έχοντας την εμπειρία της έξοχης Τζίλντα της, αντιμετωπίζουμε, ωστόσο, με επιφύλαξη τη διεκδίκηση, εκ μέρους της νεαρής υψιφώνου Χριστίνας Πουλίτση, ρόλων όπως η «Τζουντίτα» (1934), στο ομώνυμο «στερνοπούλι» του Φραντς Λέχαρ (1870-1948), με την οποία εγκαινίασε τη συμμετοχή της στο γεγονός, ρόλοι που προϋποθέτουν στιβαρή μεσαία περιοχή, κατ' αρχήν ασύμπτωτη με τεσσιτούρα ελαφράς κολορατούρα. Αντίστοιχα ισχύουν για τον τενόρο Αντώνη Κορωναίο σε σχέση με ρόλους όπως ο Σου Χονγκ στη «Χώρα του Μειδιάματος» (1929) του ίδιου συνθέτη: το Tauberlied της β' πράξης προϋποθέτει πληρότητα τόνου με μυώδη και εκφραστική μεσαία και χαμηλή περιοχή, σαρκώδη smorzandi αλλά και δραματικές εκρήξεις εξαγγελτικού πάθους.
Με πυρέρυθρη τουαλέτα τον διαδέχθηκε, αμέσως μετά από μια ζωηρή αλλά περισσότερο τευτονική του επιθυμητού εισαγωγή στην opéra bouffe «Παριζιάνικη Ζωή» (1866), η Ειρήνη Καράγιαννη. Η γοητευτική μεσόφωνος διεκδίκησε με επιτυχία την «Ωραία Ελένη» (1864) -επίσης- του Ζακ Όφφενμπαχ (1819-1880), αποδεικνύοντας τη φωνητική και ιδιοσυγκρασιακή καταλληλότητά της για γαλλικές αναθέσεις: Η επίκληση της μυθικής βασίλισσας στην Αφροδίτη επιβεβαίωσε το ελεγχόμενο πάθος και τη φινέτσα της γραμμής του τραγουδιού της. Η σκυτάλη πέρασε στην φιλέρευνη υψίφωνο Μίνα Πολυχρόνου: με ενδυματολογική προτίμηση στο κυανό, η τολμηρή και εργατική καλλιτέχνις πλαισίωσε με ποδοκρουσίες και χορευτικές νύξεις μιαν ακόμη απαιτητική άρια του Όφφενμπαχ, από την «Παριζιάνικη Ζωή» αυτή τη φορά. Η εισαγωγή από «Μια νύχτα στη Βενετία» (1883) του Γ. Στράους Β' αποτέλεσε γέφυρα για το περίφημο βαλς από την «Εύθυμη Χήρα» του Λέχαρ (1905), με την Πολυχρόνου (με μαύρη τουαλέτα) ως Χάννα και τον τενόρο Γιάννη Χριστόπουλο ως γαμήλιο της στόχο, κόμη Ντάνιλο. Ωραία πιάνι και ωραία γερμανικά!
Το β' μέρος της βραδιάς ενέπλεξε όλους σε ένα πρόγραμμα μερών από οπερέτες του Θεόφραστου Σακελλαρίδη (1883-1950), εν πολλοίς ως επωδό της ήδη αναβιωσάσης «Χαλιμάς» (1926) και ως προανάκρουσμα του τότε επικείμενου «Πικ - Νικ» (1915). Σημειώνουμε τον έξοχο συνδυασμό Πουλίτση - Καράγιαννη στο ντουέτο Βιβίκας - Κικής από τον «Βαφτιστικό» (1918), πραγματική επισκεπτήρια κάρτα του Πέτρου σε αυτό το ρεπερτόριο. Εξαιρετική η σύμπραξη της τελευταίας με ένα Χριστόπουλο ξεκούραστο και ασφαλή για το ντουέτο από τη «Χαλιμά», αλλά και ο συνδυασμός Πουλίτση - Κορωναίου, en pleine forme αμφοτέρων τη φορά αυτή, για ένα λιγότερο οικείο (τουλάχιστον στην πλήρη του εκδοχή) ντουέτο από το «Πικ - Νικ».
Το αειθαλές ντουέτο «Σφίξε με» («Πικ - Νικ», Καράγιαννη - Χριστόπουλος), η εγερτήρια άρια του δήθεν «Βαφτιστικού» «Ψηλά στο μέτωπο», με τον άξιο τενόρο να ανταγωνίζεται την ακατάβλητη ανάμνηση ενός Επιτροπάκη, και, είδει encore, το -μετασχηματισμένο για την περίσταση σε... κουιντέτο- κωμικό ντουέτο Κικής - Συνταγματάρχη «Η καρδιά μου πονεί για Σάς», από την ίδια οπερέτα, επέτυχαν την παραληρηματική ανταπόκριση ενός κοινού ευγνώμονος για την προσωρινή μάλαξη των μεριμνών του.