Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Ο Σπύρος Φιλίσκος Σαμάρας (1861 - 1917) είναι ο Έλληνας συνθέτης αμιγώς λόγιας μουσικής που διακρίθηκε διεθνώς περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα αποτελεί υποσημείωση στην εγκύκλια καλλιέργεια των μορφωμένων Ελλήνων (ακόμη και η Πολεοδομία Κερκύρας διατείνεται σε έγγραφά της ότι στεγάζεται στην οδό... Σαμαρά 3!) δεν αποτελεί, ωστόσο, αποκλειστική συνέπεια της νεοελληνικής μετριοκρατίας ή της προέλευσής του από την δεινώς βληθείσα Επτανησιακή Μουσική Σχολή. Στην περίπτωση του Σαμάρα, η συνεχιζόμενη αμηχανία σε σχέση με την αναβίωση των μεγάλων έργων του οφείλεται προεχόντως στην απώλεια της ενορχηστρωμένης μορφής των περισσοτέρων, αποτέλεσμα αφ' ενός της καταστροφής του κτηρίου του εκδοτικού οίκου Sonzogno (ήδη Ostali) κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αφ' ετέρου της μοιραίας και άκριτης εκποίησης υλικού, στην οποία επί πολλά έτη προέβαινε η χήρα του συνθέτη. Αυτές και πολλές άλλες παράμετροι που καθόρισαν τη θέση του Σαμάρα ως «μεγάλου αδικημένου της έντεχνης ελληνικής μουσικής» εκτίθενται με γλαφυρό και συμμετοχικό τρόπο στον επιβλητικό τόμο του Γιώργου Λεωτσάκου, μουσικολόγου και μαχητικού μουσικοκριτικού του τελευταίου μισού και πλέον αιώνα, μιας αντισυμβατικής, αλλά και εμβληματικής φυσιογνωμίας των ελληνικών μουσικών γραμμάτων.
Μετά το κομβικό βιβλίο του για τον Παύλο Καρρέρ, ο Λεωτσάκος επιδίδεται στη «δοκιμή βιογραφίας» του Σαμάρα με τον οίστρο του ζηλωτή και τη διεξοδικότητα του αποστόλου. Μια απλή φυλλομέτρηση του βιβλιογραφικού μαστόδοντου των 1.007 ανεικονογράφητων σελίδων εντυπωσιάζει με το πλήθος και την εμβρίθεια των παραπομπών, που συνήθως, αντί να λειτουργούν εξαντλητικά, εισάγουν ευκαιρίες ιστορικού διαλόγου για διηνεκή προβλήματα της λόγιας ελληνικής μουσικής ως διαδικασίας σύνθεσης, εκπαίδευσης, ερμηνείας και ιστορικής καταγραφής της. Με τον τρόπο αυτό το βιβλίο υπερβαίνει κατά πολύ το μέτρο της -έστω και εκτεταμένης- ιστορικής βιογραφίας, επιτυγχάνοντας την παράλληλη αναβίωση ενός μικρόκοσμου πολιτισμικής ζωής, που όχι μόνον εν πολλοίς αγνοούσαμε, αλλά και του οποίου η περιορισμένη και -απ' ό,τι φαίνεται- στρεβλή αντίληψη αποτελούσε υπόστρωμα ιδεολογημάτων υπεροχής ενός φτωχού παρόντος έναντι ενός πολύ περισσότερο ενδιαφέροντος παρελθόντος. Η εικόνα αυτή συγκροτείται μέσα από επίμοχθα παραρτήματα, όπως, κατ' εξοχήν, το διαφωτιστικό λυρικό παραστασιολόγιο των Αθηνών, των ετών 1837- 1900, μια αυτοτελής δυσθεώρητη πρωτότυπη εργασία, το εξαιρετικά σύνθετων δυνατοτήτων ευρετήριο περιεχομένων, ονομάτων και έργων, αλλά και η δισκογραφία - ηχογραφία που ο συγγραφέας εμπιστεύθηκε στον σεμνό και επαρκώς γνωστό σε ερευνητικούς κύκλους για τη γενναιοδωρία του ερασιτέχνη μουσικολόγο, ιστορικό και συλλέκτη Στάθη Αρφάνη.
Η αναγνωστική σαγήνη που εκπέμπει το βιβλίο, παρά την ασυμβίβαστη επιστημονικότητα της τεκμηρίωσης, δεν είναι άσχετη προς τη στράτευση του συγγραφέα στην υπόθεση της ελληνικής σοβαρής μουσικής, στράτευση της οποίας η ένταση, όπως και εκείνης του Αρφάνη, δεν έχει μέχρι σήμερα απειληθεί σοβαρά από το αντίστοιχο εκπαιδευτικό πλαίσιο. Εξίσου εύγλωττο για τη δύναμη που αναπτύσσουν στην Ελλάδα οι εκτός θεσμικού πλαισίου δημιουργικές δυνάμεις του τόπου είναι και το γεγονός ότι το βιβλίο του Λεωτσάκου, όπως και το κυριολεκτικά μοναδικό Αρχείο Αρφάνη, συγκροτήθηκε χωρίς πανεπιστημιακή κάλυψη ή συμβολή των φορολογουμένων, Ελλήνων ή Ευρωπαίων, μέσω ΕΣΠΑ κάθε είδους, αλλά με ιδία δαπάνη χρήματος, χρόνου και μόχθου σε βάθος πέραν της 20ετίας, σε πείσμα προβλημάτων κινητικών και/ή υγείας αμφοτέρων, όπως και με σημαντική οικονομική συμβολή του συγγραφέα υπό την τιμητική εκδοτική σκέπη του Μουσείου Μπενάκη. Τόσο ο Λεωτσάκος όσο και ο Αρφάνης προέρχονται από τις παλαιότερες και πλέον διακεκριμένες οικογένειες των Αθηνών και της Σύρου αντιστοίχως. Τυχαίο; Μάλλον όχι!
Εν κατακλείδι, ο υποκειμενισμός της ιστορικής αφήγησης του Λεωτσάκου προφανώς δεν διεκδικεί την αποκλειστική αλήθεια επί του θέματος, επικαλείται όμως με ακρίβεια και πληρότητα την τεκμηρίωση και εκπέμπει, με τον χαρακτηριστικό, εγερτήριο τρόπο της, ανοιχτή πρό(σ)κληση ουσιαστικού επιστημονικού διαλόγου προς κάθε ενδιαφερόμενο μέσα από τον όγκο του εγχειρήματος, την απόπειρα βιωματικής αποκατάστασης κενών και, εν τέλει, την προσωπικότητα του ίδιου του συγγραφέα, η οποία εμπλουτίζει το πόνημα με αποκαλυπτικά στοιχεία για τον ίδιο και τις αντιλήψεις του ως αυτοτελές κεφάλαιο της σύγχρονης μουσικολογικής γραμματείας.
Λεωτσάκος, Γιώργος, Σπύρος Σαμάρας (1861-1917). Ο μεγάλος αδικημένος τής έντεχνης ελληνικής μουσικής. Δοκιμή βιογραφίας, «Βιβλιοθήκη του Μουσείου Μπενάκη, Μελέτες για την τέχνη - 4», 1.007 σελίδες (πρώτη μονογραφία για τον συνθέτη με εκτενή περίληψη στην αγγλική γλώσσα, σελ. 809-847)