Από την πρώτη στιγμή που ήρθαμε σε επαφή με το έργο του Βαγγέλη Κατσούλη πεισθήκαμε ότι πρόκειται για μια ξεχωριστή περίπτωση Έλληνα δημιουργού. Στην διάρκεια της πολύχρονης γνωριμίας – που οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι εξελίχθηκε σε ζεστή φιλία – μας μαζί του συνειδητοποιήσαμε ότι, πέραν φυσικά από τις λαμπρές σπουδές του στην Αθήνα αλλά και την Γερμανία και το μεγάλο ταλέντο του, αυτό οφείλεται και στο «ήρεμο πείσμα» του για όσα αγαπά παρά την έμφυτη ευγένεια του και την σχεδόν «ζεν» γαλήνη που τον διακρίνει σαν άνθρωπο. Είναι αυτό το πείσμα που εξαρχής, ήδη από τότε που επέστρεψε στην Ελλάδα, τον έκανε να πάει κόντρα στα κάθε είδους «κύρια ρεύματα» μα και κατεστημένα της μουσικής, μετέτρεψε την σαγηνευτική ποικιλία από εσωτερική ανάγκη σε δομικό στοιχείο του έργου του και τον κατέστησε ικανό να κινείται άνετα, με βιωματική γνώση και καθόλου αλαζονική αυτοπεποίθηση, σε μια μεγάλη γκάμα ιδιωμάτων της σύγχρονης μουσικής, από την αμιγώς avant garde στον μινιμαλισμό και από εκεί στην προσθήκη jazz και αυτοσχεδιαστικών – και λιγότερο rock – στοιχείων ώσπου όλα αυτά ζυμώθηκαν με μιαν ισχυρότατη δόση γνήσιου μετά-κλασικού λυρισμού αλλά και με την ιδιαίτερα έντονη παρουσία των ηλεκτρονικών και γενικότερα της τεχνολογίας ως εκφραστικού μέσου και κατέληξαν στην αποκρυστάλλωση του απολύτως αναγνωρισμού πλέον προσωπικού του ύφους.
Ήταν όμως το ίδιο πείσμα το οποίο επίσης τον έκανε να ιδρύσει – σε καιρούς, στα τέλη της δεκαετίας του '80 δηλαδή, που τέτοια εγχειρήματα ήταν ακόμα πολύ σπάνια για την χώρα μας – μαζί με τον εκλεκτό ομότεχνο του Θύμιο Παπαδόπουλο την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία Utopia Records τόσο για να εξασφαλίσει την προσωπική του δημιουργική ελευθερία όσο και για να δώσει βήμα σε άλλους άξιους μουσικούς. Και ήταν βέβαια η ίδια πάντα αιτία που τους ώθησε στο τέλος της περυσινής χρονιάς και μετά από περισσότερα από δέκα πέντε χρόνια αδράνειας να επαναδραστηριοποιήσουν την Utopia με τέσσερις νέους δίσκους ένας εκ των οποίων είναι και το «Orfeo» το οποίο περιλαμβάνει την ομώνυμη μονόπρακτη όπερα του Βαγγέλη Κατσούλη με ερμηνευτές τους Νίκο Σπανό, Σόνια Θεοδψρίδου, Θεοδώρα Μπάκα και Τάσο Αποστόλου και δύο τραγούδια του σε ποίηση Οκτάβιο Παζ με την φωνή και πάλι της Σόνιας Θεοδψρίδου. Αν όμως τα κύρια χαρακτηριστικά της μουσικής «γλώσσας» του είναι η λιτότητα, η σαφήνεια, η λεπτότητα και η κομψότητα αποδεικνύεται πως και όταν μιλάει με λέξεις αντί για νότες ο συνθέτης είναι το ίδιο ειλικρινής, ευκρινής και καθαρός ως προς οτιδήποτε έχει να πει επιβεβαιώνοντας έτσι την αίσθηση ενός δημιουργού που μέσα από το έργο του κατόρθωσε να κατακτήσει την έσωθεν διαλλακτικότητα επιλύοντας όλες σχεδόν τις αντιφάσεις του και έχοντας συμφιλιωθεί πριν απ' όλους με τον ίδιο τον εαυτό του. Μήπως αυτό δεν είναι παρά ο ορισμός τόσο της ανθρώπινης όσο και της εκφραστικής ωριμότητας;
Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα
Τι σας έκανε να θελήσετε να αποτίσετε έναν φόρο τιμής στον Μοντεβέρντι και γιατί στο συγκεκριμένο έργο του και μάλιστα με ένα ομότιτλο δικό σας;
Ο Μοντεβέρντι υπήρξε ένας πολύ μεγάλος συνθέτης. Η όπερά του «Orfeo» είναι ένα αριστούργημα και συγχρόνως η πρώτη σημαντική όπερα που σώζεται. Αποτίοντας φόρο τιμής στον Μοντεβέρντι και στο ιδίωμά του καθόρισα εξ αρχής το στιλιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα έπρεπε να κινηθώ και με το οποίο έπρεπε ν' ανοίξω διάλογο.
Πέραν του συγκεκριμένου concept ο μύθος του Ορφέα και της Ευριδίκης σας ενδιέφερε πάντα και, αν ναι, γιατί; Και ποιος είναι ο λόγος που γράψατε ο ίδιος το λιμπρέτο και δεν το αναθέσατε/εμπιστευθήκατε σε κάποιον άλλο;
Όταν το 2006 η Εθνική Λυρική Σκηνή μου πρότεινε να γράψω μιαν όπερα με θέμα τον Ορφέα ήταν σαν κάποιος να είχε διαβάσει τις σκέψεις μου. Είναι ένα θέμα που πάντα ξυπνούσε μέσα μου έντονα συναισθήματα και άγγιζε προσωπικές μου αλήθειες και εμπειρίες. Γι' αυτό μπορώ να πω χωρίς δισταγμό ότι η μουσική που έγραψα βγήκε κατευθείαν μέσα από την καρδιά μου. Ο λόγος που έγραψα ο ίδιος το λιμπρέτο είναι πως με τη μουσική και τον λόγο ήθελα να εκφράσω κάτι πάρα πολύ συγκεκριμένο αλλά συγχρόνως και να διατηρώ την ευελιξία ν' αλλάζω, να απορρίπτω και να αυτοσχεδιάζω όποτε κρίνω σκόπιμο. Πολύ δύσκολα συμβαίνουν όλα αυτά όταν ένας συνθέτης πρέπει να συνεργασθεί μ' έναν λιμπρετίστα.
Εκτός από τις δεδομένες φωνητικές αλλά και υποκριτικές τους δυνατότητες τι σας έκανε να επιλέξετε τους συγκεκριμένους ερμηνευτές για τους συγκεκριμένους ρόλους αυτής της όπερας;
Θεωρώ πως είναι οι ιδανικοί ερμηνευτές για τον Ορφέα – τουλάχιστον όπως εγώ τον φαντάστηκα - και αισθάνομαι τυχερός που συνεργασθήκαμε στην ηχογράφηση αυτή.
Υπάρχουν σημεία του έργου όπου η γραφή σας ακολουθεί επισταμένως το ύφος και το στιλ του Μοντεβέρντι, στα υπόλοιπα θα λέγατε ότι παραμένετε στο χρονικό και υφολογικό πλαίσιο της εποχής του τελευταίου ή ακολουθείτε την νεωτερικότητα η οποία συνάδει και με τον προσωπικό σας τρόπο σύνθεσης; Αν συμβαίνει το δεύτερο πώς ακριβώς πραγματοποιείται αυτό;
Η πρόθεσή μου ήταν να διατρέξω ολόκληρη σχεδόν την ιστορία της μουσικής, ξεκινώντας από τον Μοντεβέρντι και φτάνοντας μέχρι τα πλέον σύγχρονα ιδιώματα και την χρήση ηλεκτρονικών ήχων. Υπάρχει πλήθος κρυφών αναφορών σε συνθέτες διαφορετικών εποχών όμως ο ακροατής που τυχαίνει να μην είναι αρκετά μυημένος δεν αισθάνεται ότι χάνει κάτι. Ίσως διότι ενώ η αφετηρία μου είναι ο Μοντεβέρντι είναι παντού πολύ έντονη και η δική μου παρουσία...
Αν εξαιρέσουμε την πρόκληση, ίσως σε ένα βαθμό και την άσκηση ύφους που αποτελούσε για εσάς αυτό το έργο, πιστεύετε ότι στον καιρό μας υπάρχει ακόμα μουσική «ζωή» στην όπερα ή είναι πλέον ένα...μουσειακό είδος;
Αυτό που ακριβώς προσπάθησα στη δική μου περίπτωση ήταν να μη δημιουργήσω μιαν όπερα που θα ανήκει στο «μουσειακό» είδος αλλά μιαν όπερα που αφορά τον σύγχρονο άνθρωπο και μπορεί ν' αγγίξει τον καθένα γιατί καταπιάνεται με θέματα πανανθρώπινα και διαχρονικά. Το αν υπάρχει σήμερα ζωή στην όπερα είναι άμεση συνάρτηση του να υπάρχουν στα σύγχρονα έργα οι προθέσεις και οι προϋποθέσεις αυτές.
Τι σας ελκύει στην ποίηση του Οκτάβιο Παζ και γιατί επιλέξατε να μελοποιήσετε τα δύο συγκεκριμένα ποιήματα του;
Η ποίηση του Οκτάβιο Παζ κινείται στον αντίποδα των φιλοσοφικών ερωτημάτων που θέτει ο μύθος του Ορφέα ο οποίος περιστρέφεται τόσο πολύ γύρω από τον θάνατο. Ο Παζ μιλάει για την αιωνιότητα, όχι στη «μετά θάνατον ζωή» αλλά στην παρούσα.
Συμπεριλάβατε τις δύο αυτές μελοποιήσεις στο CD απλά για να δώσετε λίγη περισσότερη μουσική στον αγοραστή του ή νομίζετε ότι το ύφος και η αισθητική τους ταιριάζουν με εκείνα του «Orfeo»
Όπως προανέφερα ο Οκτάβιο Παζ δίνει μιαν άλλη απάντηση στα μεταφυσικά ερωτήματα που θέτει ο μύθος του Ορφέα. Είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, το γιν και το γιανγκ που συνυπάρχουν στον κόσμο. Γι' αυτό η όπερα και τα δύο τραγούδια συνδέονται μεταξύ τους ουσιαστικά ενώ και η αισθητική τους επίσης είναι πολύ συγγενής.
Στην εποχή μας ο συνθέτης μπορεί ακόμα να εμπνέεται από την ποίηση και - μετά μάλιστα από τόσες σπουδαίες απόπειρες και επιδόσεις σε αυτή την διαδικασία – έχει πια νόημα η μελοποίηση της; Ποια είναι η προσωπική σας οπτική αλλά και πρακτική απέναντι σε αυτό το αρκετά «ακανθώδες» ζήτημα;
Πιστεύω ότι τα πράγματα είναι πολύ απλά, αν έχεις να πεις κάτι μπορείς να το πεις, αν δεν έχεις καλύτερα να σωπαίνεις. Αν κάποια ποίηση μου μιλάει και με κάνει να θέλω, μελοποιώντας την, να πω και εγώ κάτι τότε θα το πω. Όλα αυτά τα αριστουργήματα της ποίησης και της μουσικής που έχουν προηγηθεί μπορεί να λειτουργήσουν ως ανάσχεση στη δημιουργία, μπορεί όμως και να λειτουργήσουν σαν πρόκληση.
Πόσον έχει δοκιμαστεί και επηρεαστεί ο πολιτισμός και ειδικότερα η μουσική δημιουργία από αυτά τα τέσσερα χρόνια συνολικής και δομικής και όχι μόνον οικονομικής κρίσης;
Η εικόνα διάλυσης που βλέπουμε να υπάρχει στα πάντα επεκτείνεται αναπόφευκτα στον πολιτισμό και την τέχνη, πάντα με ορισμένες εξαιρέσεις δραστήριων και δημιουργικών περιπτώσεων. Έχω δει καλλιτέχνες που η κατάσταση τους έχει εντελώς αποκαρδιώσει και άλλους που τίποτα δεν φαίνεται ικανό να εμποδίσει την δημιουργικότητά τους.
Το συντεταγμένο κράτος και οι εκάστοτε φορείς του, οι εκλεγμένες κυβερνήσεις, μπορούσε να κάνει κάτι για να περιορίσει τις συνέπειες αυτής της θύελλας που έχει πλέον σχεδόν μετατρέψει την χώρα σε τοπίο πνευματικής ερήμωσης; Έπραξε ως όφειλε το καθήκον του απέναντι στον λαό και τον πολιτισμό της Ελλάδας;
Όχι μόνον δεν έπραξε ως όφειλε αλλά έβαλε τα δυνατά του για να στείλει αυτή τη χώρα στην καταστροφή. Καλό θα είναι να καταλάβουμε κι εμείς κάποτε ότι το συμφέρον του λαού είναι διαμετρικά αντίθετο από το συμφέρον αυτών που μας κυβέρνησαν ως τώρα!
Θα μπορούσε κανείς, ειδικά υπό τις σημερινές συνθήκες, να πει «λεφτά υπάρχουν» για τον πολιτισμό και το πνεύμα και όχι μόνο να μην είναι ψέμα αλλά και να το αποδείξει με συγκεκριμένες πρωτοβουλίες και κινήσεις;
Λεφτά υπάρχουν σίγουρα, όχι μόνο για τον πολιτισμό αλλά και για την υγεία και την παιδεία! Τα οφείλουν στο κράτος όλοι οι ισχυροί που κανείς ποτέ δεν αγγίζει και δεν αναφέρει καν το όνομά τους...Και δεν πρόκειται να τους αγγίξει κανείς ποτέ γιατί αυτοί είναι η πραγματική αν και «αόρατη» εξουσία πίσω από την δήθεν εξουσία των πολιτικών που υπάρχει μόνο για να κρατάει τα προσχήματα και να παραπλανεί τον κόσμο.
Βλέπετε και προσωπικά σημάδια της επίδρασης της κρίσης, τόσο στον τρόπο που εργάζεστε, το πόσο παραγωγικός είστε κ.λπ. όσο και στην φύση ή έστω την κατεύθυνση του ίδιου του έργου σας;
Όταν άρχισε η κρίση αυθόρμητα πήρα μιαν απόφαση, «δεν πρόκειται να τους επιτρέψω να μου καταστρέψουν τη ζωή». Δεν πρόκειται να μαραζώσω και να ζήσω μέσα στη μιζέρια επειδή έτσι αποφάσισαν κάποιοι. Δεν θα σταματήσω ποτέ να κάνω αυτό που πάντα έκανα, θα έχω όμως τα μάτια μου ανοιχτά για να μην το καρπωθούν οι ασυνείδητοι που μας οδηγούν στην καταστροφή.
Διακρίνετε κάποια διέξοδο από αυτή την γενικευμένη κρίση; Μια τέτοια διέξοδος κατά την γνώμη σας μπορεί να είναι αμιγώς πολιτική, πνευματική/πολιτισμική ή ένας συνδυασμός των δύο;
Όταν βλέπω τον λαό συμβιβασμένο, να έχει αποδεχθεί την κατάσταση και απλά να προσπαθεί να βολευτεί μέσα στη μιζέρια του, απογοητεύομαι. Από την άλλη πλευρά είναι γεγονός ότι πλέον ο πολιτικός κόσμος έχει χάσει κάθε ίχνος αξιοπιστίας. Είναι επόμενο λοιπόν να αναζητούμε κάτι διαφορετικό που δεν θα προέρχεται από τον πολιτικό χώρο...
Περιμένετε ανυπόμονα τις επόμενες βουλευτικές εκλογές και πιστεύετε ότι μόνον αυτές μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα ή θεωρείτε ότι τίποτα σπουδαίο δεν θα συμβεί και τότε γιατί οποιοδήποτε αποτέλεσμα μόνο του δεν είναι αρκετό για να σταματήσει την καταστροφή;
Πιστεύω ότι ο μόνος τρόπος που υπάρχει για να βγούμε από το αδιέξοδο στο οποίο βρισκόμαστε είναι να πάψουμε να εμπιστευόμαστε τους πολιτικούς και τις λύσεις που μας προτείνουν. Ίσως να ακούγεται κυνικό αλλά αυτή είναι η πεποίθηση μου...
Με ποιον – και βέβαια πολύ διαφορετικό από εκείνον που την χαρακτήριζε όταν ξεκινούσε - τρόπο ανταποκρίνεται η Utopia στα αιτήματα του καιρού μας και τι να περιμένουν οι μουσικόφιλοι από αυτήν μετά από τις τέσσερις πρώτες κυκλοφορίες της νέας περιόδου της;
Το κοινό έχει πλέον βαρεθεί με τα ίδια και τα ίδια. Η Utopia φέρνει το διαφορετικό και πρώτα - πρώτα την νέα σειρά CD που όλα τους θα έχουν τον ίδιο τίτλο, «Sing As If Nobody's Listening» («Τραγούδησε σαν να μη σ' ακούει κανείς») και στα οποία για πρώτη φορά σπουδαίοι μουσικοί θα συμμετέχουν διακριτικά «κρυμμένοι» πίσω από ψευδώνυμα. Είναι κάτι από κάθε άποψη καινούργιο και ενδιαφέρον που περιμένουμε να κεντρίσει την περιέργεια όχι μόνο του εγχώριου κοινού αλλά και του διεθνούς. Με τέτοιου είδους ιδέες η Utopia προτίθεται να ταράζει κάθε τόσο τα νερά της τελματωμένης δισκογραφίας η οποία βέβαια αντικατοπτρίζει το ατομικό και κοινωνικό αδιέξοδο που όλοι βιώνουμε.
Και τα προσεχή σχέδια, τόσο τα προσωπικά σας όσο και εκείνα για την Utopia;
Προς το παρόν η σειρά CD «Sing As If Nobody's Listening» αισθάνομαι να έχει απορροφήσει ένα πολύ μεγάλο μέρος από τον χρόνο και την ενέργειά μου. Πιστεύω πολύ σ' αυτήν και θέλω να δώσω τον καλύτερο εαυτό μου για να πετύχει τον στόχο της!
Και αληθινά δεν είναι μόνον η αμέριστη προσωπική μας εκτίμηση για τον άνθρωπο και δημιουργό Βαγγέλη Κατσούλη που μας κάνει να μην αμφιβάλλουμε καθόλου ότι θα το κατορθώσει!