Τα ζώα δεν γεννήθηκαν για να υπηρετούν εμάς. Δεν είναι «για να τα τρώμε», «για να μας ντύνουν», «για να μας διασκεδάζουν». Δεν υπάρχουν για εμάς. Υπάρχουν μαζί μας. Ή τουλάχιστον θα έπρεπε.
Η Αριστερά οικοδόμησε τη διαχρονική της ταυτότητα πάνω στην υπεράσπιση των αποκλεισμένων, των αόρατων της Ιστορίας. Κι όμως, μέσα σε αυτό το ηθικό και πολιτικό σύμπαν εκείνοι που δεν διαθέτουν καν τη δυνατότητα λόγου παραμένουν πεισματικά αόρατοι: τα μη ανθρώπινα ζώα. Οι «Ιστορίες χωρίς φωνή» του Πέτρου Κατσάκου από τις εκδόσεις Οκτάνα έρχονται να ταράξουν αυτή τη βολική σιωπή.

Στις «Ιστορίες χωρίς φωνή» η βία απέναντι στα ζώα παρουσιάζεται ως τρόπος οργάνωσης του κόσμου. Θα λέγατε πως η νεωτερικότητα χτίστηκε πάνω στον αποκλεισμό του μη ανθρώπινου;
Ο σύγχρονος κόσμος οργανώθηκε γύρω από μια απλή αλλά βαθιά πολιτική ιδέα που θέλει μόνο τον άνθρωπο να μετράει πραγματικά. Από εκεί ξεκινά μια ιεράρχηση της ζωής που επηρεάζει τα πάντα. Την οικονομία, την επιστήμη, την ανάπτυξη, ακόμη και τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε. Τα ζώα αντιμετωπίστηκαν ως πρώτες ύλες, ως ιδιοκτησία, ως κάτι που υπάρχει για να αξιοποιηθεί. Αυτή η λογική έδωσε τη δυνατότητα για απεριόριστη εκμετάλλευση χωρίς κοινωνική ή ηθική συνέπεια. Η βία απέναντι στα ζώα, λοιπόν, δεν είναι κάποιο σκοτεινό παράπλευρο φαινόμενο. Είναι οργανικό στοιχείο του τρόπου που μάθαμε να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο αλλά και την πρόοδο του είδους μας. Όσο αυτός ο αποκλεισμός παραμένει αόρατος, το σύστημα λειτουργεί ομαλά. Το βιβλίο επιχειρεί να κάνει αυτόν τον αποκλεισμό ορατό και να δώσει φωνή σε όσους δεν έχουν φωνή που να γίνεται κατανοητή από το είδος μας.
Η βία απέναντι στα ζώα είναι κοινωνική και πολιτική. Μπορεί ο βιγκανισμός να λειτουργήσει ως πράξη αντίστασης απέναντι σε έναν κόσμο που τη νομιμοποιεί;
Ο βιγκανισμός αποκτά πολιτικό περιεχόμενο όταν παύει να είναι ατομική ταυτότητα και συνδέεται με συλλογική ευθύνη. Κάθε κοινωνία στηρίζεται σε υλικές πρακτικές. Η παραγωγή τροφής, η κατανάλωση και η εκμετάλλευση των ζώων αποτελούν κεντρικό πυλώνα της σημερινής οικονομίας. Όταν κάποιος αποσύρει τη συμμετοχή του από αυτό το σύστημα, έστω και μερικώς, δημιουργεί ρωγμές. Αυτές οι ρωγμές μεγαλώνουν όταν συνοδεύονται από πολιτικό λόγο, από διεκδίκηση αλλαγών, από πίεση για άλλες μορφές παραγωγής και κατανάλωσης. Τότε ο βιγκανισμός λειτουργεί ως πράξη αντίστασης όχι επειδή είναι «αγνή», αλλά επειδή αμφισβητεί μια βαθιά ριζωμένη κανονικότητα.
Αν η δικαιοσύνη χρειάζεται νέο περιεχόμενο στον 21ο αιώνα, ποια θέση οφείλουν να έχουν τα μη ανθρώπινα ζώα;
Η έννοια της δικαιοσύνης διαμορφώνεται πάντα μέσα από τις συγκρούσεις της εποχής της. Σήμερα ζούμε σε έναν κόσμο όπου δισεκατομμύρια ζώα γεννιούνται αποκλειστικά για να εκμεταλλευτούν και να θανατωθούν. Αυτή η πραγματικότητα αφορά την ηθική, την πολιτική και το περιβάλλον ταυτόχρονα. Η ενσωμάτωση των ζώων στη συζήτηση για τη δικαιοσύνη αλλάζει τον τρόπο που κατανοούμε την εξουσία. Μια κοινωνία που οργανώνει συστηματικά τη βία απέναντι στους πιο αδύναμους εκπαιδεύεται στη βία ως γενική αρχή. Η διεύρυνση της δικαιοσύνης προς τα ζώα αφορά τελικά και τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους μεταξύ μας.
Μπορεί μια Αριστερά που αποφεύγει τη ρήξη να μείνει πιστή στις αξίες της; Υπάρχει όριο στον «ρεαλισμό»;
Ο ρεαλισμός συχνά παρουσιάζεται ως πολιτική ωριμότητα, όμως πολλές φορές λειτουργεί ως μηχανισμός προσαρμογής. Όταν η Αριστερά μιλά για ισότητα αλλά αποδέχεται ως δεδομένη τη μαζική εκμετάλλευση των ζώων, δημιουργείται μια σοβαρή ασυνέπεια. Η εκμετάλλευση αυτή στηρίζεται στην ίδια λογική που νομιμοποιεί κάθε μορφή κυριαρχίας. Η ρήξη αποτελεί ιστορικά στοιχείο της αριστερής πολιτικής. Όταν αυτή αντικαθίσταται μόνιμα από διαχείριση, η πολιτική ταυτότητα αδειάζει από περιεχόμενο. Το ζήτημα των ζώων φέρνει αυτή την αντίφαση στο προσκήνιο με ιδιαίτερη ένταση.
Έχετε νιώσει ότι στοχοποιείστε προσωπικά από πολιτικούς κύκλους ή κοινωνικές ομάδες και πώς αντιμετωπίζετε αυτή την πίεση;
Η στοχοποίηση εμφανίζεται κυρίως στην καθημερινότητα. Εκφράζεται με ειρωνεία, με υποτίμηση, και σε μια διαρκή προσπάθεια να παρουσιαστεί η στάση μου ως υπερβολή ή γραφικότητα. Συχνά προέρχεται από ανθρώπους που σε άλλα ζητήματα μιλούν για δικαιώματα και κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά δυσκολεύονται όταν η συζήτηση αγγίζει πρακτικές που αφορούν την προσωπική τους άνεση.
Η πίεση αυτή λειτουργεί ως μηχανισμός συμμόρφωσης. Στόχος της είναι να μετατοπίσει τη συζήτηση από τη βία που ασκείται στα ζώα στο υποτιθέμενο «ύφος» ή «χαρακτήρα» εκείνου που τη θέτει. Την αντιμετωπίζω ως μέρος του κοινωνικού κόστους μιας πολιτικής στάσης. Δεν την εσωτερικεύω ως προσωπικό πρόβλημα αλλά ως ένδειξη ότι το ζήτημα παραμένει ανοιχτό και άλυτο. Η καθημερινή επιμονή, η συνέπεια στις επιλογές και η άρνηση επιστροφής στη σιωπή είναι ο μόνος τρόπος διαχείρισης αυτής της πίεσης.
