Η Υποστήριξη Υποστήριξη Προσφύγων στο Αιγαίο (RSA) καταγγέλλει ότι τον πρώτο μήνα εφαρμογής του Νέου Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο καταγράφεται ήδη η ποινικοποίηση της αίτησης ασύλου, αυθαίρετη σύλληψη, κράτηση και ποινικοποίηση προσφύγων, κατάρρευση διαδικασιών και αναστολή καταγραφών αιτημάτων ασύλου.
«Άνθρωποι που έφτασαν στη χώρα από τις 12 Ιουνίου, πρώτη μέρα εφαρμογής του Νέου Συμφώνου, και υπάγονται στο νέο νομικό πλαίσιο, παραμένουν ακατάγραφοι, κρατούμενοι, ενώ άλλοι συλλαμβάνονται αυθαίρετα, διώκονται ποινικά και κρατούνται ενώ ζητούν άσυλο (!). Αυτά συμβαίνουν ενώ οι αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου έχουν «παγώσει» τις ήδη προβληματικές διαδικασίες καταγραφής αιτημάτων ασύλου» σημειώνει η RSA παρουσιάζοντας δύο υποθέσεις που εκπροσωπεί και στις οποίες -όπως υπογραμμίζει- αποτυπώνονται οι άμεσες συνέπειες της ολίσθησης αυτής.
Αναλυτικά η RSA αναφέρει:
«Η Σάρα* είναι μόνη μητέρα με δύο μικρά παιδιά (6 και 8 χρονών). Η οικογένεια έφτασε στην Αττική και προσπάθησε να κλείσει ραντεβού μέσω της προβλεπόμενης ηλεκτρονικής πλατφόρμας για καταγραφή στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΚΥΤ) Μαλακάσας στις 6 Ιουλίου 2026, με σκοπό να ζητήσει άσυλο και να επανενωθεί με τον πατέρα των παιδιών σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Δεν της δόθηκε ραντεβού, καθώς η πλατφόρμα είναι εκτός λειτουργίας από τις 12 Ιουνίου. Την επομένη, εμφανίστηκαν στο ΚΥΤ Μαλακάσας και ζήτησαν προστασία, όμως το ΚΥΤ τους απαγόρευσε την είσοδο και κάλεσε την Αστυνομία. Η Σάρα* και τα παιδιά της, παρότι αιτούσα και αιτούντα άσυλο και μάλιστα ενώπιον των αρμόδιων αρχών, συνελήφθησαν, ενώπιον αρμόδιων υπαλλήλων του ΚΥΤ, κρατήθηκαν σε απάνθρωπες συνθήκες σε αστυνομικό τμήμα - με το μικρό παιδί άρρωστο και διακομισθέν στο κρατητήριο από Νοσοκομείο - και παραπέμφθηκαν σε εισαγγελέα για να δικαστούν για «παράνομη παραμονή», η οποία από τον Σεπτέμβριο του 2025 ποινικοποιείται και τιμωρείται με διετή φυλάκιση χωρίς αναστολή. Στη συνέχεια, η οικογένεια τέθηκε υπό κράτηση στο ΠΡΟΚΕΚΑ Αμυγδαλέζας και εκδόθηκε απόφαση απέλασης σε βάρος τους, παρότι είχαν ήδη ζητήσει άσυλο και παρά τις επανειλημμένες παρεμβάσεις μας προς όλες τις εμπλεκόμενες αρχές. Για την περίπτωση της Σάρα* κατατέθηκε αναφορά στην Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης (ΥπΥΤ) και στον Συνήγορο του Πολίτη, καθώς και προσφυγή κατά της απόφασης επιστροφής. Δύο μέρες μετά την προσφυγή, η οικογένεια μεταφέρθηκε από την Αστυνομία στο ΚΥΤ Μαλακάσας.
Η Μαριάννα Τζεφεράκου, δικηγόρος στην RSA, δήλωσε για την υπόθεση: "Η ρητή άρνηση της Διεύθυνσης του ΚΥΤ Μαλακάσας να καταγράψει μια αιτούσα και τα παιδιά της και η μετέπειτα κλήση των αστυνομικών αρχών από το ΚΥΤ Μαλακάσας που οδήγησαν στη σύλληψη τους για το ποινικό αδίκημα της παράνομης παραμονής και στην έκδοση διοικητικής απόφασης επιστροφής και κράτησής τους από τις αστυνομικές αρχές -υπό άθλιες μάλιστα συνθήκες- συνιστά παράνομη μεταχείριση που παραβιάζει κατάφωρα την ελληνική, ενωσιακή και διεθνή νομοθεσία, θέτει σε κίνδυνο ανθρώπους και προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Η εγκατάσταση τέτοιων πρακτικών, αλλά και η καταστρατήγηση αδιαμφισβήτητων δικαιωμάτων του ανθρώπου ενόψει και της εφαρμογής του Νέου Συμφώνου, είναι παράνομες και δεν είναι ανεκτές σε μια δημοκρατική πολιτεία".
Η Λόρα*, γυναίκα σε προχωρημένη κύηση, έφτασε με τον σύντροφό της Τζέιμς* στη Λέσβο στις 12 Ιουνίου 2026. Μεταφέρθηκαν από τις αρχές στην Κλειστή Ελεγχόμενη Δομή (ΚΕΔ) Λέσβου για να υπαχθούν σε διαδικασίες «ελέγχου διαλογής» και ασύλου. Παρέμειναν κρατούμενοι και ακατάγραφοι εκεί για διάστημα σχεδόν ενός μήνα, χωρίς κανένα έγγραφο, καμία ενημέρωση για το καθεστώς τους. Στα σχετικά ερωτήματα που υποβάλαμε στην ΥπΥΤ για την κατάσταση τους δεν λάβαμε απάντηση, ενώ το ζευγάρι παρέμεινε χωρίς δυνατότητα εξόδου από το καμπ. Στις 9 Ιουλίου 2026, καταθέσαμε αντιρρήσεις στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Μυτιλήνης για να σταματήσει η αυθαίρετη κράτησή τους. Μία μέρα μετά, και αφού ενημερώθηκε η Διοίκηση για τις αντιρρήσεις και προτού εκδοθεί η απόφαση του δικαστηρίου, το ζευγάρι καταγράφηκε και έλαβε δελτία αιτούντων άσυλο.
Τα ζητήματα που θέτουμε εδώ, με αφορμή τις παραπάνω δύο υποθέσεις, έχουν τεθεί υπόψη των ελληνικών αρχών και των θεσμών Ευρωπαϊκής Ένωσης ήδη από τις αρχές Ιουλίου 2026, χωρίς ανταπόκριση. Η RSA έχει εκφράσει την αντίθεση της στο Νέο Σύμφωνο και τις έντονες επιφυλάξεις της για τον εφαρμοστικό νόμο επισημαίνοντας ότι παραβιάζει διεθνείς συμβάσεις για τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Ζητούμε τη διασφάλιση των εγγυήσεων ασύλου με πρωταρχική την εξασφάλιση της πρόσβασης στο άσυλο, τον τερματισμό της κράτησης των αιτούντων/ουσών άσυλο και την τήρηση του δικαίου και των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ζητούμε τον σεβασμό, χωρίς διακρίσεις, των δικαιωμάτων στη ζωή, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου, όπως αυτά κατοχυρώνονται από το διεθνές δίκαιο και το Σύνταγμα, τα οποία παρανόμως καταστρατηγεί το Νέο Σύμφωνο και ο εφαρμοστικός του νόμος».
*Τα ονόματα έχουν αλλάξει για λόγους προστασίας της ασφάλειας και της ιδιωτικής ζωής.