«Στην Ελλάδα, στη χώρα όπου τιμούν και λοιδορούν την ποίηση, εμείς που τη λατρεύουμε, είπαμε να αναζητήσουμε τους τρόπους, τα μονοπάτια, τις χαραμάδες και τα περάσματα για να πάμε μαζί στον κρυμμένο παράδεισο, να μιλήσουμε για το πόσο απαραίτητη είναι η ποίηση στη ζωή μας και πώς μπορεί να γεμίσει ομορφιά την καθημερινότητά μας» γράφει η Πιπίνη. Και μαζί με τη Χαλικιά, σε ένα ανατρεπτικό παιχνίδι «ράβε-ξήλωνε», με χιούμορ και ειλικρίνεια αποδομούν τις δικαιολογίες/δυσκολίες της ποιητικής ανάγνωσης και προσφέρουν έναν ποιητικό αντίλογο που αναδεικνύει τη δύναμη της ποίησης. Γιατί «κι αν πέσεις, πάντα κάποιο ποίημα θα υπάρχει για να σε πιάσει!».
Το βιβλίο απευθύνεται σε παιδιά, εφήβους, γονείς, εκπαιδευτικούς ως μια καίρια εισαγωγή στον κόσμο της ποίησης, βοηθώντας να ξεπεραστεί η αμηχανία που συχνά νιώθει ο αναγνώστης μπροστά στον ποιητικό λόγο. Απευθύνεται σε εκείνους που θεωρούν ότι είναι παρωχημένη και βαρετή, προσφέροντας μια διαφορετική οπτική, αλλά και στους λάτρεις της Τέχνης, καθώς η εικονογράφηση του Μαρκόπουλου οδηγεί σε μια ιδιότυπη συνάντηση λόγου και εικόνας.
Ξαφνιάζει η βιβλιοδεσία με τη γυμνή ράχη, όπου κλωστές και δεσίματα είναι ορατά. Η επιλογή αυτή, που λειτουργεί ως συνυποδήλωση, αποδίδει πλήρως τη φιλοσοφία του βιβλίου που στοχεύει να δείξει ότι η ποίηση υπερβαίνει τις φόρμες. Η ορατή ραφή στη ράχη συμβολίζει αυτό τα «ράβε-ξήλωνε» που παίζουν Πιπίνη και Χαλικιά με τα ποιήματα. Όπως γράφουν, «δεν είναι ανθολογία... δεν είναι ποιήματα που πρέπει να ξέρετε - στην τέχνη τίποτα δεν “πρέπει”... είναι ποιήματα που μας κράτησαν το χέρι... περίπατος σε λιβάδι... σε μια παραλία...».
Τα 23 ποιήματα παρατίθενται χωρίς ειδολογική, υφολογική, χρονικά κατάταξη. Σε αυτά ο Αναγνωστάκης, η Ρουκ, ο Ελύτης, η Δημουλά, η Χατζηλαζάρου, ο Ρίτσος και πολλοί άλλοι «συνομιλούν» μεταξύ τους και μαζί μας, μας επανασυστήνουν την ποίηση μέσα από μια αόρατη διαδρομή κατανόησης του κόσμου και του εαυτού.
Με μια κόκκινη κλωστή να διατρέχει κάθε σελίδα, οι δύο συγγραφείς, ποίημα το ποίημα, διανύουν την απόσταση από το χθες μέχρι το αύριο. Με κόκκινους χαρακτήρες -αντιστικτικά στους μαύρους των ποιημάτων- αρθρώνουν τον δικό τους ποιητικό, κατ’ ουσίαν, λόγο και αντίλογο που παρακινεί στην αναζήτηση της ποίησης «που είναι η φίλη σου, η φωνή σου, η σημαία σου, η κουβέρτα σου, κάθε στιγμή, σε κάθε ηλικία...». Γιατί η ποίηση υπάρχει παντού: στην καθημερινότητα, στη μουσική, στη σιωπή... και σε μαθαίνει να βλέπεις αλλιώς τον κόσμο. Καταρρίπτουν τον μύθο ότι είναι κρυπτική, ότι απευθύνεται σε «ειδικούς», ότι οι ποιητές ζουν στον δικό τους κόσμο, μακριά από την τύρβη της καθημερινότητας. Μέσα από παιχνίδια, συζητήσεις για τη γλώσσα, προσωπικές διηγήσεις φωτίζουν τη βιωμένη πλευρά της ποίησης.
Και κάπως έτσι ο αναγνώστης «καθοδηγείται» στο να βρίσκει μέσα στα ποιήματα τις λέξεις για όσα νιώθει αλλά δεν ξέρει πώς να τα εκφράσει. Και όχι μόνο. Στις τελευταίες σελίδες, Πιπίνη και Χαλικιά προσκαλούν τους αναγνώστες σε ακόμα ένα παιχνίδι: «9 τρόποι για να γράφεις ποίηση χωρίς να γίνεις ποιητής». Και αναδεικνύουν ακόμα μία διάσταση της ποιητικής γραφής: τον ρόλο της στην ανακάλυψη της προσωπικής ματιάς στη θέαση του κόσμου και της προσωπικής -όχι κατ’ ανάγκη ποιητικής- φωνής. Γιατί, εντέλει, η ποίηση είναι τρόπος να μεγαλώνεις, να ζεις, να σκέφτεσαι... «γιατί όλοι κάποτε θέλουμε να ουρλιάξουμε... ή έχουμε ανάγκη μια λέξη μαλακιά, σαν συμφιλίωση».
Η εικονογράφηση του Κώστα Μαρκόπουλου υπερβαίνει αυτό που συνήθως αναμένουμε από τον ρόλο της εικόνας σε ένα βιβλίο. Δίνοντας σώμα και σχήμα στις ιδέες και στα συναισθήματα των ποιημάτων που έχουν επιλεγεί, δημιουργεί την αίσθηση ενός ιδιότυπου διαλόγου λόγου και εικόνας. Η εικαστική προσέγγιση επεκτείνει τις λέξεις και καταδεικνύει τον ισχυρό ρόλο της φαντασίας, της προσωπικής ματιάς στην πρόσληψη των νοημάτων. Ο Μαρκόπουλος δεν εικονογραφεί... δημιουργεί ένα οπτικό ποίημα μέσα στο σώμα των ποιημάτων. Επαναφέρει την κυρίαρχη άποψη ότι δεν υπάρχει σωστός και λάθος τρόπος ανάγνωσης της ποίησης. Ο καθένας την προσεγγίζει με το δικό του τρόπο. Η εικόνα παρασύρει το μάτι σε μια διαδρομή που δεν είναι γραμμική. Για τους νεαρούς αναγνώστες αυτό λειτουργεί καθοριστικά όσον αφορά τη διαμόρφωση της αντίληψής τους για την ποίηση: μετακινεί από το « τι λέει» στο «αισθάνομαι τι μου λέει».
Το βιβλίο είναι μια «πρόσκληση» σε μια λέσχη με μέλη ανθρώπους τελείως διαφορετικούς μεταξύ τους, που δεν γνωρίζονται αλλά αναγνωρίζονται γιατί τους ενώνει κάτι κοινό και μαγικό: η ποίηση. Γιατί, όπως γράφουν η Αργυρώ και η Άλκηστη, «το να λες σήμερα αγαπώ την ποίηση είναι μια πράξη θάρρους».

Info:
«Έντεκα λόγοι για να μη διαβάσω ποίηση και άλλοι δώδεκα για να διαβάσω»
Συγγραφείς: Αργυρώ Πιπίνη-Άλκηστη Χαλικιά
Εικονογράφηση: Κώστας Μαρκόπουλος
Εκδόσεις: Καλειδοσκόπιο
Ηλικία: για 10+ ετών
15,21 ευρώ
