Η νουβέλα αυτή του Ντοστογιέφσκι τυπικά έχει ως θέμα της τον ασύμμετρο γάμο ενός τέως αξιωματικού του τσαρικού στρατού με μια δεκαεξάχρονη κοπέλα. Ο αξιωματικός εξαναγκάστηκε σε παραίτηση εξαιτίας της άρνησής του να ανταποκριθεί στην πρόκληση σε μονομαχία από έναν συνάδελφό του. Κάτι που θεωρείται -στην περίπτωση μάλιστα ενός αξιωματικού- ένδειξη δειλίας και πταίσμα ατιμωτικό, που επιφέρει την απόταξη ή παραίτησή του.
Το έργο γρήγορα ξεπερνά την τυπικότητα του θέματός του για να γυρίσει σε άλλα πλάνα. Ο πρώην αξιωματικός περνά για ένα διάστημα μια περιπλανώμενη ζωή, άστεγος, τριγυρίζοντας σε ύποπτα μέρη, ζητιανεύοντας μεθυσμένος. Ύστερα αποφασίζει να «νοικοκυρευτεί». Αγοράζει σε εξευτελιστική τιμή ένα ενεχυροδανειστήριο από κάποιον που έχει ξεπεράσει τα όρια της ανθρώπινης απελπισίας και γίνεται ενεχυροδανειστής-τοκογλύφος, σκληρός εκμεταλλευτής όσων έχουν κατρακυλήσει ακόμα πιο χαμηλά από αυτόν.
Ο μονόλογος του ενεχυροδανειστή
Το έργο ολόκληρο είναι ένας μονόλογος του ενεχυροδανειστή μπροστά στο πτώμα της νεαρής γυναίκας του, που αυτοκτόνησε πηδώντας από το παράθυρο. Το έργο αρχίζει με αυτή τη σκηνή, όπου ο άνδρας αφηγείται όλη την ιστορία και αναρωτιέται τι έφταιξε. Τη γυναίκα σε όλη τη διάρκεια του έργου δεν τη βλέπουμε ούτε την ακούμε.
Στο πλαίσιο της δουλειάς του ο άνδρας ενεχυροδανειστής έχει γνωρίσει μια άβγαλτη, φτωχή, ορφανή και πράα νεαρή κοπέλα που συντηρείται από τις άκαρδες θείες της, οι οποίες σκοπεύουν να την πουλήσουν μόλις τους δοθεί ευκαιρία. Η κοπέλα έρχεται κάθε τόσο και «ακουμπάει» σε αυτόν τα λιγοστά της υπάρχοντα, για να μπορεί να δημοσιεύει αγγελίες ότι αναζητεί εργασία. Ο ενεχυροδανειστής καταλαβαίνει τη μεγάλη ανάγκη της και της φέρεται σκληρά, σχεδόν απάνθρωπα, θέλοντας να σπάσει κάθε αντίστασή της πριν της κάνει πρόταση γάμου, επειδή την έχει σωστά ψυχολογήσει ως αυτοκαταστροφική και είναι σίγουρος ότι από τις δύο λύσεις που διαθέτει, να μείνει με τις σκληρές της θείες ή να δεχτεί να τον παντρευτεί, θα διαλέξει τη χειρότερη: τον γάμο μαζί του. Επιπλέον, της αφηγείται με κάθε λεπτομέρεια την ατιμωτική αποβολή του από το στράτευμα και την άστατη κατόπιν ζωή του, για να είναι βέβαιος ότι θα τη δαμάσει όπως δαμάζουν τα άγρια, ελεύθερα άλογα. Και έτσι, πράγματι, μοιάζει να έπιασε το τέχνασμα της «αντίθετης ψυχολογίας»: σου υποβάλλω υπόγεια να μην κάνεις αυτό που θέλω εγώ, ακριβώς για να το κάνεις. Η κοπέλα δέχεται την πρότασή του.
Πιστεύει ότι την έχει δαμάσει
Γίνεται ο γάμος και ο σύζυγος-αφέντης εξακολουθεί να την κακοποιεί, όχι μόνο ψυχολογικά, αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν την πήρε από αγάπη αλλά από οίκτο. Εκείνη δεν αντιδρά στην αρχή, μένει ήρεμη και, περιέργως, δείχνει ευτυχισμένη. Ο άντρας πιστεύει ότι την έχει πια δαμάσει και ότι μπορεί να την κάνει ό,τι θέλει. Αλλά τα γεγονότα που γρήγορα ακολουθούν τον διαψεύδουν. Η γυναίκα του δείχνει ξαφνικά έναν άλλο, εντελώς διαφορετικό, ανεξάρτητο χαρακτήρα. Σταματά να τον υπακούει, βγαίνει από το σπίτι δίχως να του δίνει λογαριασμό. Ως αποκορύφωμα της νέας συμπεριφοράς της, κυκλοφορεί ανοιχτά με έναν αντίζηλο, επίδοξο εραστή και ο νόμιμος σύζυγός της μόλις τότε αρχίζει να την ποθεί, αλλά με έναν πόθο «ζηλωτικό». Ως αντικείμενο, δηλαδή, της επιθυμίας ενός άλλου άνδρα. Εκείνη φυλάει για το τέλος την εκδίκησή της και του τη σερβίρει κρύα «στο πιάτο». Πηδάει από το παράθυρο με ένα εικόνισμα στο χέρι, για να συγχωρεθεί η μοναδική της αμαρτία και για να του δείξει ότι δεν αναγνωρίζει άλλον αφέντη και δεν δίνει λόγο σε άλλον κανέναν εκτός από τον Θεό της.
Το έργο ασφαλώς δεν είναι με κανέναν τρόπο ένα γαλλικό, ρομαντικό, ερωτικό δράμα. Διαθέτει μια θεμελιακή, «ρώσικη» ρίζα υπαρξιακή και είναι παράλληλο με το άλλο σκοτεινό δράμα του Ντοστογιέφσκι, τον «Άνθρωπο από το υπόγειο». Θυμίζοντάς μας έντονα και το επίσης ντοστογιεφσκικό «Όνειρο ενός γελοίου». Ίσως μια άτυπη ντοστογιεφσκική τριλογία επάνω στη μεγάλη δύναμη του κακού.
Αλλά εδώ, για την ώρα, σταματώ. Η δύναμη του κακού είναι πράγματι πολύ μεγάλη και απαιτεί τουλάχιστον άλλο ένα σημείωμα για να ολοκληρώσουμε τις όψεις της.
