Χωρίς επετειακή ευκαιρία, όπως συμβαίνει με τα αντίστοιχα στον Ντμίτρι Σοστακόβιτς, εξελίσσεται, σε ανάπτυγμα πέραν του τετραμήνου, το μεγάλο αφιέρωμα του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών στον Sergei Rachmaninov, με επιστέγασμα της τρέχουσας καλλιτεχνικής περιόδου τη δίπτυχη παρουσίαση όλων των συνθέσεων για πιάνο και ορχήστρα, δηλαδή των τεσσάρων κοντσέρτων και της Ραψωδίας «πάνω σε ένα θέμα του Παγκανίνι» αυτού του παλαιότερα υποτιμημένου ως «εύπεπτου» δεξιοτέχνη και συνθέτη.
Η εσωτερική λογική του ευπρόσδεκτου και πολύπτυχου αυτού κύκλου εκδηλώσεων έχει περιλάβει, σε πρώτη φάση, ατομικές εμφανίσεις τεσσάρων Ελληνίδων και Ελλήνων δεξιοτεχνών, προωθώντας την επιβαλλόμενη εμβάθυνση επαφής τους με το αθηναϊκό κοινό στο πολλαπλώς θαλπερό περιβάλλον της αίθουσας «Δημήτρης Μητρόπουλος». À propos, ενός Έλληνα αρχιμουσικού που απόλαυσε το προνόμιο συνεργασίας με τον τιμώμενο, όπως συγκινητικά τεκμηριώνει φωτογραφία, που αναδημοσιεύεται στο ευσύνοπτο αλλά μεστό προγραμματικό δελτάριο του πρώτου από τα ρεσιτάλ αυτά, που παρακολουθήσαμε στις 28 Νοεμβρίου. Η επιστράτευση του Τίτου Γουβέλη για την εισαγωγική συναυλία ενός πολλαπλώς δραστηριοποιούμενου «καθολικού» μουσικού, δεξιοτέχνη και θεωρητικού, με πολύπλευρη και αξιοσημείωτης διακριτικότητας παρουσία στο προσκήνιο και το παρασκήνιο πλήθους και εύρους καλλιτεχνικών περιστάσεων, συμπεριλαμβανομένων εισαγωγικών ομιλιών και κειμένων παρουσίασης, ήταν θεωρούμε δικαίως επιβεβλημένη, αφού επέτρεψε σε μία τόσο οικεία παρουσία της συναυλιακής καθημερινότητάς μας να επιβεβαιώσει την αξιοσημείωτη κλάση του.
Έστω και σε περιβάλλον ευπρόσδεκτα αθρόας παρουσίασης έργων του Aleksander Skriabin κατά την τρέχουσα περίοδο, απολαύσαμε την επιλογή από τις 12 Σπουδές έργον 8, που εγκαινίασε το γεγονός, σε μια διαδρομή δακτυλικής ευφράδειας και απέριττης φυσικότητας αυτών των βραχείας διάρκειας, αλλά πυκνής έμπνευσης κομψοτεχνημάτων, χωρίς έλλειμμα ποιότητας φραστικής και δεξιοτεχνικής χειρονομίας όπου απαιτήθηκε. Ιδιαίτερη ευαισθησία κατέγραψε ο πιανίστας και έναντι του μυστικισμού της 9ης σονάτας, έργ. 68, πλέον οικείας υπό την επωνυμία της «Μαύρη Λειτουργία», με ξεχωριστό αποτύπωμα στην ανάγλυφη ακουστική θέρμη της «μικρής» αίθουσας.
Κυριολεκτικά το επίκεντρο της αξιομνημόνευτης συναυλίας κατέλαβε συγκινητικά η τελευταία σύνθεση του Ραχμάνινωφ για πιάνο σόλο, οι «Παραλλαγές πάνω σ’ ένα θέμα του Κορέλλι», έργ. 42, ευτυχώς χωρίς τις αυτοσχέδιες περικοπές ανασφάλειας από τον θορυβημένο συνθέτη ως πρώτο εκτελεστή τους το 1931, λόγω του επίμονου και εκνευριστικού βήχα του κοινού της εποχής. Αντίδραση κοινού που δικαιολογούμε εν τινι μέτρω, αφού ο ακροατής έρχεται αντιμέτωπος με ένα απαιτητικό έργο, χωρίς αρχική καθαρή έκθεση τού διαχρονικά δημοφιλούς θέματος «La Follia». Ο Γουβέλης απέδειξε ότι διαθέτει το πλήρες διαμέτρημα απόδοσης μιας σύνθεσης με συμφωνικές φιλοδοξίες, ανταμείβοντας για το κοπιώδες ταξίδι με ανακουφιστικά χαμηλότονες ανάπαυλες αναψυκτικής πανδόχευσης. Σε οικείο για τον ίδιο τον Ραχμάνινωφ πλαίσιο εκτυλίχθηκε, μετά το διάλειμμα, το πρόγραμμα της βραδιάς με τις «Εικόνες από μιαν Έκθεση» του Modest Mussorgsky, έστω και πιο δημοφιλείς στην εντυπωσιακή ενορχήστρωσή τους από τον Μωρίς Ραβέλ. Μια επιπλέον πρόκληση για τον Έλληνα βιρτουόζο, που επιστράτευσε πιανισμό μεγέθους και φωτοσκίασης από το Steinway του, εξαιρετικά ισορροπημένο στην ακουστική του αγαπημένου μας χώρου.
