Ο Αυστριακός με ουγγρικές ρίζες θεατρικός συγγραφέας Έντεν φον Χόρβατ (1901-1938) διωκόμενος στη Γερμανία ως αντιφασίστας διέφυγε στο Παρίσι, όπου πέθανε πρόωρα σε ένα παράδοξο ατύχημα. Στην Ελλάδα τον έχουμε γνωρίσει από παραστάσεις έργων του όπως «Πίστη, Αγάπη, Ελπίδα», «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης», «Μπελβεντέρε», «Καζιμίρ και Καρολίνα», «Ιταλική νύχτα», «Νέοι χωρίς Θεό» κ.ά. Την προβληματική του ο Χόρβατ εστίαζε στο φαινόμενο της καλπάζουσας ανόδου του φασισμού στα χρόνια του Μεσοπολέμου, που ανέλυε με μεγάλη οξυδέρκεια. Μετά το τέλος του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου ανήλθε στην κορυφή των συγγραφέων πολιτικού θεάτρου συναγωνιζόμενος τον Μπρεχτ.
Στο άπαιχτο ως τώρα στην Ελλάδα έργο του, τον αριστουργηματικό «Σλάντεκ» που παρακολουθήσαμε στο Θέατρο ΠΛΥΦΑ, γραμμένο το 1929, συνδυάζει μοναδικά τον υπαρξιακό προβληματισμό με τον πολιτικό στοχασμό για να μας δώσει μια εικόνα ζωντανή των ευρωπαϊκών κοινωνιών του Μεσοπολέμου μέσα από τη μορφή του κύριου ήρωα, προλετάριου Σλάντεκ, που, ενώ δεν είναι από τη γέννησή του «καλός» ή «κακός» αλλά μια άπλαστη ακόμη ανθρώπινη ύλη, χειραγωγείται από τον επιτήδειο μηχανισμό του ναζιστικού κόμματος με την πειθώ και με τη βία έτσι ώστε να μεταβληθεί σε φονικό εργαλείο και εκτελεστικό όργανό του σκοτώνοντας τον μόνο άνθρωπο που του συμπαραστάθηκε και τον βοήθησε, τη μεγαλύτερη κατά δεκαπέντε χρόνια γυναίκα του, στην ουσία μητέρα του, Άννα. Συμβολικά αν το δούμε, ένας προλετάριος πρώην Σπαρτακιστής δολοφονεί την, έστω «αμαρτωλή μητέρα», Δημοκρατία της Βαϊμάρης.
Ο συγγραφέας, ταυτόχρονα με τους μηχανισμούς χειραγώγησης της αυταρχικής εξουσίας, εκθέτει τις ενδοτικές ψυχικές δομές του απελπισμένου μέσου ανθρώπου σε περιόδους κρίσεων όταν γίνεται πρόθυμος να δεχθεί τα πάντα για την επιβίωσή του, διατηρώντας ωστόσο μια ελάχιστη χαραμάδα ενσυνειδησίας ώστε να ξέρει τι κάνει. Αυτός είναι ο Σλάντεκ, από «ευγενική γενιά», η οποία όμως δεν του έδωσε ρίζες και εκπίπτει. Το έργο αυτό του Χόρβατ, πέραν του ότι εξηγεί «θουκυδίδεια» το φαινόμενο της μαζικής μεταπήδησης των επαναστατών Σπαρτακιστών στο ναζιστικό κόμμα («Τα πράγματα δεν αλλάζουν, επειδή η ανθρώπινη φύση είναι αναλλοίωτη»), αποδεικνύεται προφητικό, φωτίζοντας την κατάσταση των πραγμάτων στην Ευρώπη σήμερα. Παράλληλα, ο Χόρβατ ζωγραφίζει με έντονα χρώματα μια ολόκληρη «πινακοθήκη τεράτων» του ολοκληρωτισμού να παρελαύνει εμπρός μας χτυπώντας «σήμα κινδύνου» για τα δεινά που μας αναμένουν αν ενδώσουμε στον πειρασμό να «ανήκουμε» οπωσδήποτε κάπου.
Η εξπρεσιονιστική ματιά του σκηνοθέτη Θάνου Νίκα, στηριγμένη στην καλή μετάφραση του Γιώργου-Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη, δεν μένει στην επιφάνεια ενός αντιπολεμικού έργου, αλλά το ανατέμνει για να φτάσει στον βαθύ υπαρξιακό πυρήνα του. Η αφήγησή του είναι κινηματογραφική και ο τρόπος του θυμίζει εντόνως Αϊζενστάιν: μικρές σκηνές τις οποίες μοντάρει ποιητικά, έτσι ώστε το σύνολό τους να υπερβαίνει το μερικό τους άθροισμα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η διδασκαλία των ρόλων ξεπερνά τα όρια ενός τυπολογικού ρεαλισμού και ανοίγεται στον πέρα από την καθημερινότητα χώρο, για να βρει τον αληθινό διαχρονικό πολιτικό της εαυτό.
Η απόδοση των ρόλων από μια λαμπρή ομάδα νέων ως επί το πλείστον ηθοποιών ανταποκρίνεται θαυμαστά στο κάλεσμα της σκηνοθεσίας. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο του προλετάριου Σλάντεκ ο Θέμης Σουφτάς είναι έξοχος, με «μάσκα» του προσώπου ανεπανάληπτη και κίνηση αριστουργηματική, σε μια σπάνιας εμβέλειας ερμηνεία, θυμίζοντάς μας τον σπουδαίο ηθοποιό του Μεσοπολέμου Πίτερ Λόρε. Η Δανάη Κλάδη πλάθει εξαιρετικά, με ευαισθησία και σκληρότητα μαζί, τον διφυή ρόλο της Άννας Σραμ. Ο Βύρων Αναγνωστόπουλος, σμιλεύοντας με άριστη γνώση και τεχνική την ανατριχιαστική μορφή του ναζιστή Ζαλμ, δίνει μια επίσης σπουδαία ερμηνεία. Η πολύ νέα, υποσχόμενη για το μέλλον, Ευγενία Κουζέλη δίνει εύσχημο πρόσωπο στους δύο ρόλους της (Πατριώτισσα και Δεσποινίς). Ο Αλέξης Κότσυφας, με επάρκεια μέσων, πείθει απολύτως ως «μαύρος Λοχαγός». Ο Πάνος Αναγνωστόπουλος δίνει κατακτημένα τον «χλιαρό» ειρηνιστή Χορστ.
Η λιτή διαμόρφωση του σκηνικού χώρου και τα ανάλογα ωραία κοστούμια της Ευαγγελίας Κιρκινέ συνάδουν με τη σκηνοθεσία.