Live τώρα    
Θέατρο / Το ιερό και το βέβηλο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Θέατρο / Το ιερό και το βέβηλο

Υπόθεση του έργου: Δύο νέα παιδιά, αγόρι και κορίτσι, που οι γονείς τους εξαφανίστηκαν πριν από λίγα χρόνια χωρίς να αφήσουν ίχνος, σαν να άνοιξε αιφνιδιαστικά μια ρωγμή στον χωροχρόνο και τους κατάπιε, «παίζουν» σήμερα, στην ενδέκατη επέτειο της εξαφάνισης των γονιών τους, έχοντας επινοήσει μια «τελετή» που θα ενεργοποιήσει πάλι την ίδια κοσμική ρωγμή και θα τους «ρουφήξει» μέσα της. Ταυτόχρονα τα δύο παιδιά, το κορίτσι και το αγόρι, μπορεί να είναι οι γονείς τους που από το πίσω μέρος του γαλαξιακού καθρέφτη «βλέπουν» τα παιδιά τους να επιχειρούν, σε ένα υπερβατικό μέλλον, μέσα από την ίδια ρωγμή που θα προκαλέσουν τελεστικά τη μετάβασή τους σε ένα άλλο επίπεδο χώρου-χρόνου, σε ένα παράλληλο σύμπαν, που μπορεί όμως να είναι το ίδιο, ανεστραμμένο ή γυρισμένο το μέσα-έξω.

Δεν πρόκειται για τη βεβαρημένη με ποικίλες αμαρτίες παλαιά και νέα μεταφυσική που αναρωτιέται «αν ο Θεός παίζει ζάρια», χωρίς να είναι σε θέση να δώσει καμία απάντηση. Επειδή μόνη απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι μια μοναδική λέξη: «μπορεί». Αυτό είναι το κλειδί του έργου του Θανάση Τριαρίδη: ο Θεός μπορεί να παίζει ζάρια, μπορεί όμως και όχι. Το ερώτημα που μας θέτει ο συγγραφέας είναι κβαντικό και η απάντηση που δίνει ο ίδιος είναι εξίσου κβαντική. Όχι μεταφυσική, αλλά πιστοποιημένη από τα συμπεράσματα της σύγχρονης κβαντικής φυσικής. Το έργο του, όπως όλα τα μεγάλα έργα, διέπεται από τον νόμο της απροσδιοριστίας, όπου τα πάντα στον μακρόκοσμο δύνανται και μη δύνανται να είναι ή να μην είναι συγχρόνως το αυτό και το έτερό τους. Όπου η παρατήρηση από το ανθρώπινο μάτι μεταμορφώνει το αντικείμενο της παρατήρησής του σε κάτι άλλο. Όπως η διαβόητη «γάτα του Σρέντιγκερ», νεκρή και ζωντανή ταυτόχρονα. «Η φύσις κρύπεσθαι φιλεί», κατά τη ρήση του αρχαίου φιλοσόφου. Ο νόμος της απροσδιοριστίας είναι η άναρχη μουσική του σύμπαντος που κάποιοι ακούνε κάποτε να βοά μέσα στο αίμα τους και τους δίνεται τότε η χάρις εκ Θεού, που επίσης διέπεται από τον ίδιο νόμο της απροσδιοριστίας, να τη μεταμορφώνουν σε έργο ανθρώπινο, υπαρκτό, δηλαδή σε τέχνη.

Η «Lacrimosa» είναι ή ίδια ένα κείμενο-ρωγμή στο σώμα της νεοελληνικής δραματουργίας, που άνοιξε για πρώτη φορά με τις γαλαξιακές γραφές του ο αείμνηστος Βασίλης Ζιώγας και πλαταίνει σήμερα για να βρει την πλήρη δικαίωσή του με τα έργα, παλαιά και νέα ταυτόχρονα, συμπαντικά τεχνήματα του Θανάση Τριαρίδη. Η «Lacrimosa» του είναι ένας μαγικός αυλός που συνθέτει τη μουσική του ημιτελούς «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ με τη χαμένη εν μέρει μουσική του Ηράκλειτου και τις ανήκουστες μουσικές του Ευριπίδη. Το «Απέπρωτο» του τίτλου συνομιλεί άμεσα με το τέλος πολλών τραγωδιών του Ευριπίδη: «Εκείνο που ήταν αναμενόμενο δεν έγινε, έγινε αυτό που δεν αναμενόταν». Στα πιο πάνω θα πρόσθετα ακόμη τις συγγενικές «τεθλασμένες» μορφές των ταινιών του μεγάλου Αντρέι Ταρκόφσκι: «Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν», «Στάλκερ», «Η Θυσία» κ.ά.

Η παράσταση που παρακολουθήσαμε στο Θέατρο Νουs είναι απολύτως αντάξια του έργου. Η σκηνοθεσία του Χρήστου Καρασαββίδη δεν μένει στο θρίλερ της υπόθεσης αλλά σκάβει πιο βαθιά για να αποκαλύψει τι κρύβεται κάτω από την επιφάνεια: «Μια ελεγεία επάνω στη θυσία, στο σώμα, στην ενοχή, στην ατέρμονη βία. Ένας τόπος όπου συνυπάρχουν το ιερό και το βέβηλο, μια τελετουργία αίματος και δακρύων, όπου η οδύνη δεν γίνεται ποτέ κάθαρση αλλά διαρκές αιμάτωμα που επιχειρώ να ανασκάψω», σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του σκηνοθέτη.

Η διδασκαλία και η απόδοση των ρόλων από δύο νεότατους ηθοποιούς είναι συναρπαστική. Η Κάτια Νεκταρίου και ο Βασίλης Τριανταφύλλου γυμνώνουν τα πρόσωπα που υποδύονται από κάθε ίχνος «αμαρτίας» και από κάθε πρόσχημα για να σταθούν πάναγνοι, αστόλιστοι, ατόφιοι, σαν «τεθλασμένες», ημιβυθισμένες στο ύδωρ μορφές μπροστά στο κοινό. Σαν δύο έμψυχα αγάλματα της αιώνιας Μοίρας που ενσαρκώνουν το ατέρμονο σχήμα έλλειψης ζωή-θάνατος-ζωή.

Η άριστη μουσική επιμέλεια του σκηνοθέτη είναι ομόκεντρη του έργου. Η υποδειγματικά λιτή σκηνογραφία του Στέφανου Λώλου αποτελεί μέρος της σκηνοθεσίας. Ο σχεδιασμός των φωτισμών από τους Χρήστο Καρασαββίδη και Βασίλη Κοντογιάννη, υποβλητικοί, στηρίζουν την υπερβατική ατμόσφαιρα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0