Στον θεατρικό χώρο Σκηνή Brecht-2510 παρακολουθήσαμε το έργο του Ανδρέα Ζαφείρη «Μακρόνησος/Τρωάδες» σε σκηνοθεσία του ίδιου. Πρόκειται για μια εντελή δραματουργικά και ισόρροπη εκατέρωθεν αναλογική σύνθεση του δράματος των εξόριστων γυναικών του ελληνικού Εμφυλίου στο κολαστήριο της Μακρονήσου, με την τραγωδία του Ευριπίδη «Τρωάδες». Μια σύνθεση νόμιμη μιας και, για να θυμηθούμε τον μεγάλο μας Παπαδιαμάντη, «σαν να ’χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου».
Τραγωδία σε ένα αγγείο
Θα αναφερθώ σε μια παράσταση ενός αρχαιοελληνικού αγγείου του 6ου αιώνα, που μας δίνει μια εικόνα εφιαλτική της «επόμενης μέρας» της άλωσης της Τροίας, με ολοζώντανο το ανείπωτο δράμα των γυναικών και των παιδιών της. Και σε ένα δημοτικό μας τραγούδι που συμπυκνώνει σε δώδεκα στίχους ολόκληρο το δράμα των αιχμαλώτων γυναικών και παιδιών σε καιρούς πολέμων, παραπέμποντάς μας ευθέως στην τραγωδία του Ευριπίδη.
Το αγγείο είναι ο λεγόμενος «Πίθος της Μυκόνου» στο αρχαιολογικό μουσείο του νησιού. Στη μία πλευρά του εικονίζονται «ρεαλιστικά» οι σκηνές της επόμενης μέρας μετά την άλωση της Τροίας: πάνοπλοι Αχαιοί αποσπούν με βία από τις μητρικές αγκάλες νήπια και βρέφη και είτε τους τσακίζουν το κεφάλι επάνω στα τείχη, είτε τα διαπερνούν με τα ξίφη από κάτω έως πάνω, σαν κοτόπουλα στη σούβλα. Αυτή είναι η ωμή, ανατριχιαστική εικόνα του αγγείου, μπροστά στην οποία ωχριά η περιγραφή από τον Ευριπίδη, των παθών των γυναικών και των παιδιών της Τροίας.
Οι γυναίκες των Λαζαίων
Έρχομαι στο δημοτικό τραγούδι. Πρόκειται για το κλέφτικο: «Οι γυναίκες των Λαζαίων» που αναπαράγει ιστορικά γεγονότα. Οι τέσσερις γιοι του αρχιαρματωλού Λάζου: Τόλιας, Χρήστος, Νίκος και Κώστας, μετά την καταστολή της επανάστασης του 1807 δολοφονήθηκαν από τον γιο του Αλή Πασά, Βελή. Οι γυναίκες τους πιάστηκαν αιχμάλωτες και οδηγήθηκαν μπροστά στον Βελή. «Τι είν’ το κακό που πάθαμε οι μαύροι οι Λαζαίοι; Μας χάλασε ο Βελή Πασάς, μας έκλεισε τα σπίτια, μας πήρε τις γυναίκες μας, μας πήρε τα παιδιά μας, στον Τύρναβο τις πάησε, πεσκέσι του Βεζύρη. Μπροστά πηγαίνει η Τόλιαινα κι’ οπίσω οι συννυφάδες, κι οπίσω οπίσω η Κώσταινα με το παιδί στο χέρι, σα μήλο, σαν τριαντάφυλλο, σαν νεραντζιά κομμένη. Βγαίνουν κυράδες, την τηρούν από τα παραθύρια. -Ποιαίς είν’ αυτές οπόρχονται στην πόρτα, στο Σαράι; - Κυράδες, τι λογιάζετε, κυράδες τι τηράτε; Εμείς είμαστε κλέφτισσες, γυναίκες των Λαζαίων».
Η άλλη όψη της συλλογικής μας μνήμης
Για το έργο, μεταφέρω ένα χαρακτηριστικό μέρος από το σημείωμα του σκηνοθέτη στο πρόγραμμα: «Η Μακρόνησος, το νησί-σύμβολο της βίας και του ιδεολογικού διωγμού, γίνεται σκηνικό όπου η αρχαία τραγωδία και η πρόσφατη ιστορία διασταυρώνονται, αποκαλύπτοντας μια επιμελώς κρυμμένη άλλη όψη της συλλογικής μας μνήμης (…) Οι “Τρωάδες” αποκτούν νέα πνοή, λειτουργώντας όχι μόνο ως θρήνος αλλά και ως κάλεσμα για επαγρύπνηση, ως διαχρονικό σχόλιο στην ανθρώπινη φύση με όλες τις αντιφάσεις της -τη βία, τη συμπόνια, την καταστροφή και την ανάγκη για δημιουργία […]»
Η σκηνοθεσία του Ανδρέα Ζαφείρη καθοδηγεί τους πέντε ρόλους: τις τέσσερις φυλακισμένες γυναίκες με τα διακριτά, σημαίνοντα ονόματά τους, Πολυξένη, Ανδρομάχη, Κασσάνδρα, Εκάβη και τον βίαιο, ανθρωποφύλακα με το κοινό όνομά του σε μια «αποστασιοποιημένη», μπρεχτική προσέγγιση που αποφεύγει την επίπεδη, οριζόντια περιγραφή για να φωτίσει κάθετα την εικόνα ως αντανάκλαση της αρχαίας τραγωδίας επάνω στο σύγχρονο δράμα, στο βάθος ενός μυστικού, «σολωμικού» φρέατος. Η Ιστορία φωτίζεται έτσι προνομιακά από το δικό της φως, γίνεται η αφηγήτρια-οδηγός και ταυτόχρονα το ιστορικό της αφηγούμενο.
Οι καλές Μαρία Βλάχου, Βίκυ Εδιάρογλου, Έρη Μαριόγλου και Ειρηάννα Μπουμπάρη γράφουν λιτά, αφαιρετικά και χαμηλότονα το ανθρώπινο «προφίλ» των τεσσάρων ηρωίδων. Ο «ανθρωποφύλακας» του Χάρη Γεωργιάδη, σε ρεαλιστικότερη γραμμή, δίνει πειστικά την όψη του απάνθρωπου βασανιστή «με την μορφή θηρίου και τη σφραγίδα αυτού», όπως θα έλεγε μια σύγχρονη «Αποκάλυψη», που όμως δεν έχει ακόμη, δυστυχώς, ολοκληρωτικά γραφεί. «Πάρτε νερό μαζί σας, το μέλλον έχει πολλή ξηρασία» προειδοποίησε ο ποιητής.
Με τους οικείους φωτισμούς του Λουκά Ξαπλαντέρη, με τους «πλάγιους» μουσικούς ήχους του Δημήτρη Τριγωνίδη, με τη φωτογράφιση στη Μακρόνησο του Μάρκου Κιμιωνή.