Σπασμένη φλέβα **1/2
Σκηνοθεσία: Γιάννης Οικονομίδης
Πρωταγωνιστούν: Βασίλης Μπισμπίκης, Μαρία Κεχαγιόγλου, Μπέττυ Αρβανίτη
Ένας μεσήλικας οικογενειάρχης και επιχειρηματίας έχει βρεθεί με την πλάτη στον τοίχο εξαιτίας της οικονομικής κακοδιαχείρισης και του επιπόλαιου δανεισμού από τους λάθος ανθρώπους. Όταν ο αδίστακτος τοκογλύφος τού θέτει ένα ασφυκτικό χρονικό όριο για την επιστροφή των δανεικών, ο ήρωας θα φτάσει στα άκρα και θα πέσει πολύ χαμηλά προκειμένου να συγκεντρώσει το ποσό που θα τον σώσει, σε έναν αγώνα χωρίς επιστροφή.
Στη νέα του ταινία ο Γιάννης Οικονομίδης επιστρέφει στη θεματολογία που τον κάνει να νιώθει ασφαλής: το κυνικό ξεγύμνωμα της μικροαστικής οικογένειας και την κακοποίηση που εξαπολύουν στον περίγυρό τους οι εκφραστές της νεοελληνικής υποκρισίας όταν βυθίζονται στην απελπισία και στην οργή. Όμως η σκηνοθετική του ματιά δεν είναι πια περιπετειώδης και μοιάζει να επαναπαύεται στην εξερεύνηση χαρακτήρων που φέρονται σαν απόγονοι παλιότερων ταινιών του, επικοινωνώντας μέσα από διαλόγους που αντιλαλούν τις γνώριμες παροξυσμικές λογομαχίες που τον καθιέρωσαν στη συνείδηση των οπαδών του.
Εκεί που το «Μικρό ψάρι» μεταβόλιζε τη μοναξιά των ηρώων του γιαπωνέζικου σινεμά, ο «Μαχαιροβγάλτης» βυθιζόταν στο πνιγηρό γκρίζο της επαρχίας και η «Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς» βασιζόταν στην πολυπρόσωπη και πυκνή «νουάρ» πλοκή, η «Σπασμένη φλέβα» πάσχει συγκριτικά από έλλειψη καλλιτεχνικής ταυτότητας και από μια ανισότητα ύφους. Εκεί που η ταινία πετυχαίνει το στοίχημα είναι στον τρόπο που αποδομεί τον ρόλο του χειριστικού πάτερ φαμίλια που έχει μάθει να μην δίνει λογαριασμό, αν και εκτίθεται η αδυναμία του Βασίλη Μπισμπίκη να σηκώσει πρωταγωνιστικά μια δίωρη κινηματογραφική ταινία: όταν εξαντλείται η συμπεριφορική μανιέρα του ήρωα, καταφεύγει σε «τηλεοπτικές» εκφράσεις θυμού, ενώ η ερμηνεία του θα όφειλε να ήταν εσωτερικής καύσεως. Ο ακραίος αμοραλισμός του έκπτωτου ηθικά αντιήρωα που κάνει μια ύστατη απόπειρα να σώσει το τομάρι του από τον λάκκο που ο ίδιος έσκαψε θα μπορούσε να αποτελέσει την πρώτη ύλη για ένα στοχαστικό θρίλερ χαρακτήρων με αιχμηρό κοινωνικοπολιτικό σχόλιο. Ακόμη και με τη γνώριμη «οικονομιδική» αφήγηση όπου τα επαναλαμβανόμενα λεκτικά πυρά καθορίζουν την πλοκή και την προδιαγεγραμμένη τιμωρία. Αντ’ αυτού όμως ο Οικονομίδης σκηνοθετεί σαν να του έχουν ζητήσει ως παραγγελιά μια «ταινία Οικονομίδη» με όλα τα συστατικά που έχουν γίνει viral στο Διαδίκτυο και έχουν αγαπηθεί από την πιο φανατική μερίδα του κοινού του. Σπάνια ένας σκηνοθέτης κάνει με τόση προθυμία το χατίρι στο κοινό του αναβιώνοντας απροκάλυπτα χαρακτήρες, υποπλοκές και διαλόγους που έχει κατασκευάσει πολύ καλύτερα στο παρελθόν, είτε γιατί νιώθει ότι μόνο αυτό αποζητούν όλοι από τις ταινίες του είτε γιατί δεν ξέρει πώς να βγει από την πετυχημένη καλλιτεχνική συνθήκη όπου έχει εγκλωβιστεί. Κάπως σαν γνήσιος οικονομιδικός ήρωας με άλλα λόγια.

Πέθανε, αγάπη μου **1/2
Σκηνοθεσία: Λιν Ράμσεϊ
Πρωταγωνιστούν: Τζένιφερ Λόρενς, Ρόμπερτ Πάτινσον
Ένα νεαρό και ερωτευμένο ζευγάρι εγκαταλείπει την πόλη και κάνει μια νέα αρχή σε ένα εξοχικό σπίτι στη φύση. Η Γκρέις θα φέρει στον κόσμο το νεογέννητο μωρό τους όταν η μοναξιά της κοινωνικής απομόνωσης και η μεταγεννητική κατάθλιψη θα την κάνουν να χάσει τον εαυτό της. Το βαθύ κενό μέσα της θα το γεμίσει με οργή και το ματαιωμένο όνειρο της ειδυλλιακής οικογενειακής ζωής θα τροφοδοτήσει μια παραληρηματική συμπεριφορά χωρίς κανένα φίλτρο. Η Λιν Ράμσεϊ διασκευάζει στη μεγάλη οθόνη το ομώνυμο μυθιστόρημα της Αριάνα Χάρβιτς από το 2012, αφαιρώντας τα περισσότερα στοιχεία ποιητικού ρεαλισμού και ποντάροντας στην ψυχοσωματική κατάδυση της ηρωίδας της. Η Τζένιφερ Λόρενς δίνει απλόχερα όλη της την ερμηνευτική ικανότητα στην προσπάθειά της να υπηρετήσει το όραμα της Βρετανίδας δημιουργού. Αν τύγχανε εμπνευσμένης σκηνοθετικής προσέγγισης, η Λόρενς ενδεχομένως να έκανε θαύματα στον τρόπο που ενσαρκώνει μια γυναίκα που χάνει το μυαλό της, όμως η Ράμσεϊ προσεγγίζει αμήχανα το υλικό της, έχοντας για μπούσουλα από τη μια το ελλειπτικό μοντάζ με το οποίο ο Μάλικ ιχνογραφεί τις αναζητήσεις στη φύση και από την άλλη τον μηχανισμό του ρεαλιστικού σοκ (χτυπήματα στο κεφάλι, αυτοτραυματισμοί κ.λπ.). Επιπροσθέτως, η Σίσυ Σπέισεκ και ο Νικ Νόλτε μένουν παντελώς ανεκμετάλλευτοι και φαντάζουν σαν σκιές από μια παράλληλη ταινία που ενδεχομένως θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Οι παράπλευρες εξερευνήσεις της δυναμικής του άπιστου και ερωτικά παροπλισμένου συζύγου (αξιόλογος εδώ ο Πάτινσον) και του αντίκτυπου των φυσιολογικών ξεσπασμάτων που παρεξηγούνται ως ψύχωση στα μάτια της μικρής κοινωνίας μένουν σε πρώτο επίπεδο απ’ τον φακό της Ράμσεϊ, που προτιμάει να εντυπωσιάζει και να θαμπώνει παρά να προκαλεί σκέψεις και να εγείρει ερωτήματα.

Για πάντα; (Eternity) **
Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Φρέιν
Πρωταγωνιστούν: Ελίζαμπεθ Όλσεν, Μάιλς Τέλερ
Σε μια μετά θάνατον ζωή όπου οι ψυχές έχουν μία εβδομάδα για να αποφασίσουν πού θα περάσουν την αιωνιότητά τους, η Τζόαν καλείται να επιλέξει μεταξύ του άντρα με τον οποίο πέρασε όλη της τη ζωή και του πρώτου της έρωτα που πέθανε νέος. Όταν επιλέξει μια αιωνιότητα δεν θα μπορεί ποτέ να επιστρέψει ή να αλλάξει σε άλλη. Το «Eternity» έχει μια χαριτωμένη πλοκή, που όμως φθείρεται από την επανάληψη. Το υπαρξιακό δίλημμα ανάμεσα στο ενδεχόμενο της αιώνιας φλόγας του νεανικού έρωτα και της παρηγορητικής οικειότητας της καθημερινής αγάπης παίρνει τη μορφή μιας συντηρητικής αλλά εύπεπτης δραμεντί που παίζει με τις χαμένες προσδοκίες και τις επιλογές ζωής.