Live τώρα    
Εκδόσεις / «Πού μας πάτε μόνους, τρεις χιλιάδες άνδρες;»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Εκδόσεις / «Πού μας πάτε μόνους, τρεις χιλιάδες άνδρες;»

Το βιβλίο «Θε μου, η Γιούρα - Μαρτυρίες εξορίας του Γιώργου Κουκά» είναι η δική μου προσπάθεια να μην σβήσει η μνήμη. Η αγωνία να κρατηθεί ζωντανή, να μεταφέρει στους νεότερους όσα συνέβησαν τη μαύρη επταετία. Είναι η ανάγκη να επικοινωνήσω το τραύμα του πατέρα μου, το συλλογικό τραύμα των αγωνιστών της δημοκρατίας. Να κάνω ένα άτυπο μνημόσυνο σ’ εκείνους που έφυγαν, να δώσω δόξα και τιμή σε όσες κι όσους φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, εξορίστηκαν, δολοφονήθηκαν την περίοδο της δικτατορίας, να δώσω την υπόσχεση πως δεν θα αφήσω να ξεχαστούν.

Στο «Θε μου, η Γιούρα» γίνεται μια άτυπη αλληλογραφία μεταξύ του πατέρα μου και εμένα, κυρίως μεταξύ του πατέρα μου και του αναγνώστη. Ο πατέρας μου, οι μαρτυρίες εξορίας του οποίου υπάρχουν μέσα στο βιβλίο, συνελήφθη το 1967 κατά το πραξικόπημα των συνταγματαρχών και μεταφέρθηκε αρχικά στη Γυάρο και αργότερα -όταν αποφάσισαν να αποσυμφορήσουν τη Γιούρα- στο Παρθένι της Λέρου, όπου και κρατήθηκε ως την αποφυλάκισή του. Υπήρξε δημοσιογράφος και η αρπαγή του έγινε στη Θεσσαλονίκη στα γραφεία της εφημερίδας. Πολλά χρόνια αργότερα αποφάσισε ν’ αντέξει και να επικοινωνήσει τα χρόνια της άγριας μνήμης στο χαρτί. Άφησε πίσω του πολλά χειρόγραφα. Δυστυχώς, πέθανε και δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει.

Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του αποφάσισα να φέρω εις πέρας το τύπωμα του βιβλίου. Να πραγματοποιήσω την επιθυμία, να γίνω η φωνή του. Συμπεριέλαβα κάποια απ’ τα χαρτιά του, κάποιες από τις περιγραφές, εκείνες που θεώρησα πιο αντιπροσωπευτικές - φυσικά υπάρχουν κι άλλες καταγεγραμμένες. Υπάρχουν η περιγραφή της σύλληψής του, η κράτηση στην Ασφάλεια, η περιγραφή του κελιού, η μεταφορά τους με τζέιμς, οι αγωνιστές στο αρματαγωγό. Υπάρχουν η χυδαιότητα, η αγριότητα των χουντικών. Υπάρχουν τα συναισθήματά του. Αγωνία, φόβος, θυμός, απελπισία, αλλά και αντοχή.

Χαρακτηριστικό το συναίσθημα της απελπισίας τη στιγμή που το καράβι πλησίασε στη Γυάρο. Με συγκλόνισε αυτή η περιγραφή. Δείχνει το πανανθρώπινο συναίσθημα όταν κάποιος βρίσκεται μπροστά σε τρομακτικές καταστάσεις. Με συγκλόνισε τόσο, που δίχως δεύτερη σκέψη αποφάσισα να γίνει και ο τίτλος του βιβλίου. Ένας συναγωνιστής του, όταν το καράβι έφτανε στα αβαθή της Γυάρου, σηκωμένος στις μύτες των ποδιών του, την αναγνώρισε κι έβγαλε σπαρακτική φωνή: «Θε μου, η Γυάρος...».

Να αναφέρω πως ανάμεσα στις μαρτυρίες του υπάρχουν μικρά κείμενά μου που φτιάχνουν την αλληλογραφία με αναφορές στη δική μας εποχή, όπως η δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Είχε πει ο Μπεχράκης: «Η αποστολή μου είναι να εξασφαλίσω ότι κανείς δεν θα μπορεί να πει “δε γνώριζε”». Αυτό προσπάθησα να κάνω με το βιβλίο. Στέκομαι μπροστά σας και σας επικοινωνώ την εξορία του πατέρα μου.

* Η Γιάννα Κουκά είναι κόρη πολιτικού εξόριστου της Γυάρου και της Λέρου

 

 

Οκτώ παρά πέντε, χτυπά άγρια η πόρτα. Το κατάλαβα *

Ήταν 20 Απριλίου 1967. Ώρα 11 το βράδυ, βρισκόμουνα στα γραφεία της εφημερίδας. Το τηλέφωνο χτύπησε. Ήταν από την Αθήνα, την «Αυγή». Αύριο η εφημερίδα θα είχε βαρυσήμαντη ύλη για τις ερχόμενες εκλογές και να φροντίσω την σωστή διανομή της, ελέγχοντας το Πρακτορείο Τύπου. Εντάξει; Εντάξει. Σε λίγη ώρα τα τανκς του Παττακού έφευγαν από τη Ν. Φιλαδέλφεια για να θρονιαστούν στο Σύνταγμα, στην Ομόνοια. Για να μασήσουν οι ερπύστριές τους τη δημοκρατία. Με κάποια καθυστέρηση, ειδοποίησαν από τα γραφεία της ΕΔΑ στη Θεσσαλονίκη. Τα τηλέφωνα λειτουργούσαν ακόμη. Θα λειτουργούσαν για πολλές ώρες. Όσα στελέχη της ΕΔΑ δεν είχαν συλληφθεί -κι είχαν συλληφθεί τα περισσότερα- κρύφτηκαν. Εγώ, πού να πάω δεν είχα. Άγνωστος στη Θεσσαλονίκη. Όσους γνώριζα, θα τους συναντούσα σε λίγο στην Ασφάλεια, στου Βαρδάρη. Επικοινωνούσα με τις εφημερίδες «Μακεδονία» και «Θεσσαλονίκη» που είχα συναδέλφους, αλλάζαμε νέα, τους έδινα ονόματα συλληφθέντων που μάθαινα από την ΕΔΑ κι οι ώρες περνούσαν. Φτάνει το πρωί. Γύρω στις 8 παρά τέταρτο χτυπά το τηλέφωνο. Ήταν ο Γιώργος Ο., ένας συνάδελφος από τη «Θεσσαλονίκη». Ήθελε να μάθει ονόματα συλληφθέντων. Του ’πα όσα είχα μάθει. Οκτώ παρά πέντε, χτυπά άγρια η πόρτα. Το κατάλαβα.

- Γιώργο, περίμενε ν’ ανοίξω κι έρχομαι, λέω στον συνάδελφο δημοσιογράφο. Ήταν εκείνοι. Οπλισμένοι σαν αστακοί κι εγώ μπροστά τους, θα τους έμοιαζα με καλλιγραφία κρατώντας στο χέρι το στυλό. Όρμησαν μέσα. Με ζητούν στην Ασφάλεια, για λίγο ο «κύριος Διοικητής».

- Να κλείσω το τηλέφωνο, τους λέω.

Πηγαίνω στο τηλέφωνο και φωνάζω:

- Γιώργο, γράψε άλλο ένα όνομα: το δικό μου, ήλθαν.

* Απόσπασμα από το βιβλίο «Θε μου, η Γιούρα - Μαρτυρίες εξορίας του Γιώργου Κουκά», εκδόσεις Μετρονόμος

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0