Live τώρα    
Εκδόσεις / Η μελοποίηση ως πράξη πολιτική
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Εκδόσεις / Η μελοποίηση ως πράξη πολιτική

135540324a.jpg

Το παρόν βιβλίο αναδεικνύει σε βάθος τη διαδρομή που ακολούθησε η πρόσληψη της μελοποίησης του «Επιτάφιου» και της «Ρωμιοσύνης» του Γιάννη Ρίτσου από τον Μίκη Θεοδωράκη μέσα από την πολύπλευρη παρουσίαση-ανάλυση του νέου καλλιτεχνικού προϊόντος που προκύπτει από τη συνάντηση της μουσικής με την ποίηση, του τραγουδιού. Το βιβλίο αποτελεί μια τροποποιημένη και πιο σύντομη εκδοχή τής διδακτορικής μου διατριβής, η οποία υποστηρίχθηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών υπό την επίβλεψη των Ευριπίδη Γαραντούδη, Χριστίνας Ντουνιά και Νίκου Μαλιάρα.

Ο «Επιτάφιος» και η «Ρωμιοσύνη» αποτελούν τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα όχι μόνο μελοποιημένης αλλά τραγουδισμένης ποίησης, ποίησης που έγινε κτήμα, τραγουδήθηκε και τραγουδιέται από ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου. Πρόκειται για δύο έργα τα οποία είχαν και έχουν αδιαμφισβήτητη αναγνωρισιμότητα στο ευρύ κοινό και αυτόνομη καλλιτεχνική πορεία που μετράει πολλές δεκαετίες από τη δημιουργία τους μέχρι σήμερα. Πρόκειται για τις μελοποιήσεις που περικλείουν με τον πιο αντιπροσωπευτικό τρόπο την πορεία του ποιητικού-πολιτικού τραγουδιού τη δεκαετία του ’60 στην Ελλάδα.

Το τραγούδι, το οποίο μελετάται στη βάση όλων των παραγόντων που το συναποτελούν -συνθέτης, ποιητής/στιχουργός/απαγγέλλων, ερμηνευτής, συναυλία-, έβγαλε με χειμαρρώδη δυναμική τα λόγια ποιήματα από το μικρό περιβάλλον του ποιητικού γραφείου και τα έκανε κτήμα των μαζών μέσα και από τη χρήση του δίσκου, ο οποίος τη δεκαετία του ’60 ήταν ένα πολύ εμπορικό προϊόν. Έτσι, μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο γίνεται αντικείμενο μελέτης το τραγούδι ως καλλιτεχνικό προϊόν με κοινωνιολογικές, πολιτιστικές και οικονομικές διαστάσεις. Η πρόσληψη του μελοποιημένου «Επιτάφιου» πέρασε μέσα από τη συζήτηση για το ρεμπέτικο και την ελληνικότητα στην τέχνη. Η περίφημη διαμάχη των δύο «Επιτάφιων» αναδεικνύεται με ιδιαίτερο τρόπο μέσα από τα κείμενα της εποχής και αποδεικνύει ότι η συζήτηση για τη μελοποίηση ήταν συζήτηση πολιτική. Η «Ρωμιοσύνη» ήρθε να αποκρυσταλλώσει την ταυτότητα του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού και να το καθιερώσει όχι μόνο στις συνειδήσεις του λαού αλλά και του ίδιου του ποιητή και των λαϊκών ερμηνευτών. Πολύτιμος οδηγός για όλα τα παραπάνω στάθηκε το αρχείο του συνθέτη.

Τέλος, στο ερώτημα που εύλογα γεννάται «γιατί να μιλάει κανείς για τα μελοποιημένα “Επιτάφιος” και “Ρωμιοσύνη” σήμερα;» θα μπορούσα πολύ απλά να απαντήσω γιατί ο λόγος γι’ αυτά τα έργα είναι λόγος που αφορά το ποιητικό-πολιτικό τραγούδι του σήμερα. Ο πολιτικός χαρακτήρας των μελοποιήσεων αυτών είναι ανεξίτηλος και αποτελεί πολύτιμο «συνήγορο της ανθρωπότητας», όπως γράφει ο Λειβαδίτης, απέναντι όχι μόνο σε έναν διογκούμενο λόγο μίσους αλλά και σε μια εξουσία η οποία οδηγεί, στο όνομα της φυλετικής ανωτερότητας και του κέρδους, λαούς στη γενοκτονία. Οι εικόνες της μάνας του «Επιτάφιου», που θρηνεί πάνω από τον νεκρό γιο της, και των νεκρών της «Ρωμιοσύνης», όπως είχε επισημάνει άλλωστε ο Θεοδωράκης, ανήκουν κραυγαλέα στη σημερινή επικαιρότητα.

 

* Η Ευαγγελία Σκαρσουλή είναι δρ Νεοελληνικής Φιλολογίας, εκπαιδευτικός

 

 

Πολιτικά και αισθητικά ζητούμενα της εποχής*

 

Η μελοποίηση του «Επιτάφιου» από τον Θεοδωράκη και η κυκλοφορία δύο εκδοχών, μιας δικής του με μπουζούκι και αντρική ερμηνεία και μιας του Χατζιδάκι με λυρικό ύφος και γυναικεία ερμηνεία, στάθηκαν η αφορμή ιδεολογικών, αισθητικών και πολιτικών αντεγκλήσεων. Η «διαμάχη» αυτή αποκάλυψε τα πολιτικά και αισθητικά ζητούμενα της εποχής, τα οποία διαπλέκονται γύρω από την έννοια της ελληνικότητας και των στοιχείων που την αποτελούν, την προϋποθέτουν ή την υπονομεύουν.

Αν και την εποχή που ο Θεοδωράκης χρησιμοποίησε το μπουζούκι αυτό ήταν πια εμπορευματοποιημένο και ο όρος «ρεμπέτικο» είχε δώσει από καιρό τη θέση του στον όρο «λαϊκό τραγούδι», η γειτνίασή του με το κείμενο του Ρίτσου, κείμενο ποιητικά λόγιο, ήταν αυτή που προκάλεσε τις έντονες αντιρρήσεις κυρίως των αριστερών και έπειτα των αστών κριτικών.

Ο «Επιτάφιος» υπήρξε το πρώτο μουσικό δείγμα του εγχειρήματος που ονομάστηκε από τον συνθέτη έντεχνο λαϊκό τραγούδι, φέρνοντας για πρώτη φορά μέσα στο πλαίσιο της νεοελληνικής μουσικής ιστορίας το λαϊκό μουσικό ιδίωμα με τους ρυθμούς του (ζεϊμπέκικο και χασάπικο), το μουσικό του όργανο, το μπουζούκι, και τον λαϊκό ερμηνευτή πλάι στη λόγια νεοελληνική ποίηση, και συγκεκριμένα σε ό,τι αφορά τη δεκαετία του ’60 στην ποίηση της γενιάς του ’30.

Η μελοποίηση της «Ρωμιοσύνης», παρά το γεγονός ότι εντάσσεται στα ίδια μουσικά συμφραζόμενα με τον «Επιτάφιο», αυτά του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού, ανήκει σε μια διαφορετική μελοποιητική τακτική και παρουσιάζεται στο κοινό μια διαφορετική χρονική στιγμή. Τον Φεβρουάριο του 1966, όταν το έργο εκτελέστηκε για πρώτη φορά μπροστά στο κοινό, το εγχείρημα του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού είχε χάσει τον πειραματικό του χαρακτήρα και είχε παγιωθεί στα καλλιτεχνικά και πολιτικά δρώμενα, έχοντας δώσει μια σειρά από έργα πάνω σε στίχους λόγιων ποιητών, με αποκορύφωμα το λαϊκό ορατόριο «Άξιον Εστί» σε στίχους του Οδυσσέα Ελύτη.

 

* Απόσπασμα από το βιβλίο «Μίκης Θεοδωράκης-Γιάννης Ρίτσος. Επιτάφιος/Ρωμιοσύνη. Η πρόσληψη της ποίησης μέσα από τη μουσική», Εκδόσεις Μετρονόμος

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0