Είναι χαρακτηριστικό του αριθμού και της σημασίας των μουσικών γεγονότων ποιότητας που προσφέρθηκαν στους Αθηναίους φιλόμουσους κατά τη λήγουσα καλλιτεχνική περίοδο το γεγονός ότι σχολιάζουμε με παρόμοια καθυστέρηση, σεβόμενοι όμως την αντικειμενικότητα της χρονικής προτεραιότητας, τη συναυλία της 10ης Μαρτίου, επικεντρωμένη στην παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας. Αυτό δε όχι απλώς επειδή το πρόγραμμα της Συμφωνικής Ορχήστρας του Δήμου Αθηναίων περιελάμβανε την ενδεχομένως πανελλήνια πρεμιέρα της 3ης και τελευταίας Συμφωνίας μίας αδίκως λησμονημένης -λόγω φύλου- συνθέτριας του 19ου αιώνα ή μία επιπλέον εμπνευσμένη από τη γυναικεία χειραφέτηση μελοποίηση της «Μήδειας», αλλά και επειδή η αρχιμουσικός επί σκηνής των «Ολυμπίων» ήταν η Μάτα Κατσούλη, από τις ισχυρότερες ερμηνευτικές προσωπικότητες πού έχει φιλοξενήσει ο χώρος. Μια υψίφωνος που χαρακτήρισε τις νεανικές λυρικές μας αναμνήσεις από την τότε Εθνική Λυρική Σκηνή ακριβώς για τις φωνητικά και δραματικά αγέρωχες ενσαρκώσεις της, σταθερά δηλωτικές ισχυρού ταυτοτικού μηνύματος. Η βίαιη -εκ λόγων υγείας- «φίμωσή» της μας την είχε παρουσιάσει επικεφαλής ενός αξιομνημόνευτου «Έτσι κάνουν όλες», δυστυχώς με ελάχιστη συνέχεια.

Όποιος ανατρέξει στα διαδικτυακά διαθέσιμα για τη Louise Farrenc και την 3η συμφωνία της, περιγραφόμενη ως θετικά συμβατική, και τα αντιπαραβάλλει με την ανάλυση της αρχιμουσικού, θα κατανοήσει τη σημασία της στράτευσης για την εμβάθυνση σε ένα έργο. Πρέπει να αισθανθείς την αρχική, ανίσχυρη δήλωση ενός όμποε ως «σπίθα» για να ενστερνιστείς, όπως οι ίδιοι, απροετοίμαστοι από τα κείμενα, τη δραματική φόρτιση του αρχικού adagio και την αποφασιστικότητα εκβολής του σε ένα τυπικό για συμφωνία της εποχής allegro. Η ασφαλής και γεμάτη πεποίθηση διεύθυνση της Κατσούλη διέλυσε για εμάς κάθε αμφιβολία για την ανθεκτικότητα της μουσικής στη δοκιμασία του χρόνου, αποκαλυπτική μιας εντός πλαισίου εμπνευσμένης συνθετικής «φωνής» και στη διάσταση της άδουσας φραστικής που υπαγορεύει η αγωγική ένδειξη ενός αξιοπρόσεκτου adagio cantabile. Σε πλαίσιο αποκάλυψης ενός έργου γεμάτου εκπλήξεις, η μουσική διεύθυνση διακρίθηκε, ακόμη και δεδομένης της τρέχουσας ακουστικής του χώρου, για την πλαστικότητα και τη στέρεη δομική εποπτεία, που κατ’ εξοχήν επιτάσσει αυτό το σχεδόν μπρουκνερικής διάρκειας αργό μέρος, ώστε να υπηρετηθεί, όπως εν προκειμένω, χωρίς χάσματα στην εμπροσθοβαρή αφηγηματική ροή του.
Τολμηρής ρυθμικής ευρηματικότητας και το σκέρτσο, επίσης χωρίς καμπές αμηχανίας σε μια έμπνευση ευπρόσδεκτα ανανεωτική μιας ευχερώς προβλέψιμης φόρμας. Σημειώνουμε τις ενδιαφέρουσες αναθέσεις στα ξύλινα και τα pizzicati των εγχόρδων για την ενδιάμεση παράγραφο της κίνησης, αλλά και την εντυπωσιακά δραματική στροφή στην επανέκθεση του αρχικού θέματος. Έστω κι αν το τόσο υψηλό επίπεδο οίστρου δεν επιτεύχθηκε αδιάπτωτα στο τελευταίο μέρος της Συμφωνίας, απολαύσαμε το γεμάτο πρωτορομαντικό δράμα φινάλε και τις συνεχείς, ενδιαφέρουσες ατραπούς μιας τρικυμιώδους μεν, αλλά λυρικής και τρυφερής ιδιοσυγκρασίας. Εξίσου ακράδαντα υπηρετήθηκε και η περισσότερο οικεία μας «Μήδεια» του Jiří Antonin Benda στην «εκτενή ορχηστρική εκδοχή» της, για την οποία όμως θα επιθυμούσαμε από τη Μαρία Σκουλά μεγαλύτερο μέγεθος φωνητικής εξαγγελίας του τραγικού κειμένου…