Πρώτα έπεσα πάνω στα δημοσιεύματα των εφημερίδων του 1963. «Πτώμα βρέφους εξεβράσθη την νύκτα εις την νέαν παραλιακήν λεωφόρον». «Η μητέρα έπνιξε το παιδί της εις την θάλασσαν. Συνελήφθη και απαθέστατα το ωμολόγησεν». «Η νέα Μήδεια αναπαριστά το τρομερόν έγκλημα. Κατέπληξε τους πάντας η κτηνώδης απάθειά της». «Κάθειρξις 14 ετών εις την παιδοκτόνον. “Εθόλωσε το μυαλό μου” είπε απολογουμένη».
Οταν διάβασα τα ρεπορτάζ, θόλωσε και το δικό μου το μυαλό. Η παιδοκτόνος κατάγεται από ένα χωριό της Μακεδονίας. Παντρεύεται και γεννά μια κόρη. Χρόνια μετά αυτή και ο άντρας της αφήνουν την κόρη στα πεθερικά στο χωριό και φεύγουν μετανάστες στη Γερμανία. Εκεί οι δρόμοι τους χωρίζουν. Έπειτα από λίγα χρόνια η γυναίκα γεννά κι ένα άλλο παιδί, καρπό εφήμερης γνωριμίας. Το περιθάλπει ένα γερμανικό ίδρυμα μέχρι που γίνεται 1 έτους, οπότε το επιστρέφει στη μητέρα. Η μάνα μπαίνει στο τρένο και το φέρνει στη Θεσσαλονίκη για να το αφήσει σε γνωστό ίδρυμα της πόλης. Το ίδρυμα δεν το δέχεται. Δεν συνοδεύεται από τα κατάλληλα έγγραφα λένε. Η μάνα το παίρνει αγκαλιά και περιφέρεται αποκαμωμένη στην πόλη. Καταλήγει στα παγκάκια του Λευκού Πύργου. Τριγύρω οικογένειες με μωράκια στα καρότσια, ανέμελες εικόνες. «Γιατί να μην είμαι κι εγώ έτσι;» συλλογίζεται. Πέφτει η νύχτα. Πλησιάζει τα σκαλάκια της προκυμαίας. Ρίχνει το μωρό στη θάλασσα. Το βλέπει να βουλιάζει και φεύγει. Παίρνει το λεωφορείο και πηγαίνει στους γονείς της, στο χωριό. Σε δυο μέρες τη συλλαμβάνει η αστυνομία.
Μα καλά, δεν έχει νερά η Γερμανία; Ποτάμια, θάλασσες, λίμνες; Αν θέλει να ξεφορτωθεί κανείς το παιδί του, χρειάζεται να ταξιδέψει τόσα χιλιόμετρα για να το κάνει; Δεν είναι μια λογική απορία αυτή; Ναι, βέβαια είναι. Οπότε; Οπότε άρχισα να ερευνώ και να επινοώ τα δεδομένα αυτής της αληθινής μυθιστορίας για να μπορέσω να καταλάβω πώς μπορεί μια μάνα να οδηγείται σε μια τόσο ακραία πράξη, αυτή της παιδοκτονίας. Κι έτσι άρχισε να ξεπροβάλλει σιγά-σιγά το σκηνικό της τραγωδίας που εκτυλίχθηκε στο πλακόστρωτο της Νέας Παραλίας, μπρος στον Λευκό Πύργο.
Το ίδρυμα που δεν δέχτηκε να περιθάλψει το παιδί διοχέτευε παρανόμως βρέφη του, που αγοράζονταν στην Αμερική. Το μοιραίο μωρό κρίθηκε σκάρτο στην υγεία του, οπότε δεν το δέχτηκαν. Πολιτικά σκάνδαλα και μεσίτες βρεφών. Αλισβερίσια δημοσιογράφων και αστυνομίας, κάτω απ’ το τραπέζι, για να κουκουλωθεί το βρόμικο κύκλωμα. Διάσημος πολιτικός που κάνει κομπίνες με τα οικόπεδα και τα βρέφη που πουλά ο κουμπάρος του. Νεογνά-μούμιες στις σοφίτες των παλιών σπιτιών της Αθήνας. Μια βρόμικη πραγματικότητα που τυλίγει το πτωματάκι του βρέφους σαν μαγαρισμένη φασκιά και την αποθέτει στα χέρια τής μάνας ψιθυρίζοντάς της «Πέτα το στη θάλασσα». Αυτή τη φωνή είπε στην απολογία πως άκουσε μέσα της.
Αν ζει αυτή η μάνα, σήμερα, στα 2025, θα είναι ακριβώς 100 ετών. Θα θυμάται κάτι από όλα αυτά ή έχουν γίνει πολτός μες στο μυαλό της; Αν ζούσε το παιδί, σήμερα θα ήταν 63 ετών, λίγο μικρότερός μου. Θα μπορούσαμε να ήμασταν συμφοιτητές στο πανεπιστήμιο ή να συχνάζουμε στα ίδια μπαρ.
Τα σκαλάκια της προκυμαίας μπρος στον Λευκό Πύργο υπάρχουν ακόμη. Έχω πιει μπίρες εκεί, αμέριμνος, όπως κι οι παρέες τριγύρω. Όποτε περνώ τώρα πια, στέκομαι και κοιτάζω τα νερά να σκάνε μπρος τους. Κανείς τριγύρω δεν υποψιάζεται τι βλέπω μέσα τους.
* Ο Σάκης Σερέφας είναι συγγραφέας

Ενα ποδάρι στη θάλασσα*
Ολα ξεκίνησαν από ένα τηλεφώνημα. Που λέτε, κύριε συγγραφέα μου, ήταν οχτώ το βράδυ. Έρχεται ο αξιωματικός υπηρεσίας και μου λέει «Κύριε Διοικητά, κάποιος τηλεφώνησε και είπε ότι είδε ένα πτώμα στη θάλασσα, στη Νέα Παραλία, κοντά εκεί που χτίζεται το μεγάλο το ξενοδοχείο».
Ούτε η πρώτη φορά ήτανε ούτε η δεύτερη που μας ειδοποιούσανε στην Ασφάλεια για κάτι τέτοιο. Τριάντα χρόνια στην υπηρεσία, βαρεθήκαμε να μαζεύουμε πνιγμένους από την παραλία, όλοι εκεί πάνε και φουντέρνουνε.
Μια φορά, πριν από πολλά χρόνια, ακόμα και για ένα σκέτο πόδι μας είχανε φωνάξει. Πάμε, το μαζεύουμε από το νερό, τότε δεν ήμουνα ακόμη Διοικητής, το πιάνω, το βλέπω, τίγκα στους κιρσούς ήτανε, ζαρωμένο, σαν του βατράχου το μπούτι ένα πράμα. Ερευνήσαμε στις κλινικές, μιας γριάς ήτανε, της το είχανε κόψει στο χειρουργείο κι η αποχέτευση, τι αποχέτευση δηλαδή, ένα ρεματάκι ήτανε, το έβγαλε στη θάλασσα, λίγο παρακάτω αποκεί που είναι σήμερα η Σχολή Τυφλών. Οχτώ μήνες φυλακή έφαγε ο κλινικάρχης και λίγα του ρίξανε. Ρε μπαγλαμά, το πετάνε το ποδάρι στη θάλασσα;
* Απόσπασμα από το βιβλίο «Πέτα το στη θάλασσα» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο