Αυτά που τον έκαναν ξεχωριστό ήταν η πραγματική ουσία στον τρόπο που έπαιζε τα τύμπανα, η γενναιοδωρία του και το ανοιχτό πνεύμα του απέναντι στα νέα μουσικά ρεύματα. Ο συνδυασμός του πάθους αλλά και η αίσθηση της ανθρωπιάς του είναι σπάνια σε μεγάλους καλλιτέχνες, που συνήθως είναι από τη φύση τους εγωκεντρικοί.
Σε ενεστώτα χρόνο
Η ικανότητά του να αγγίζει τους ανθρώπους έκανε τον Elvin Jones να ξεχωρίζει από άλλους ντράμερ, σπουδαίους ομότεχνούς του χειριστές των κρουστών. Ακόμα κι ένας περιστασιακός ακροατής παρασύρεται στη δίνη και στην «αύρα» του, στην έκφραση στο πρόσωπο ενός πολύ ιδιαίτερου ανθρώπου, που η λάμψη του φτάνει πέρα από την ίδια τη μουσική. Όταν οι ντράμερ περιγράφουν το ύφος του, τα λόγια δεν λείπουν. Όμως ο τρόπος που παίζει είναι πέρα από κάθε φραστική περιγραφή.
Οι φυσικές ιδιότητες που διαθέτει είναι προφανείς: μεγάλα χέρια και μακριά πόδια, η κίνηση του σώματός του πηγάζει από την πλάτη και τη μέση του. Τίποτα δεν είναι άκαμπτο, όλα είναι σε κίνηση παράγοντας ένα ρέον ύφος. Οι φυσικές του ιδιότητες και το ευαίσθητο αυτί του επέτρεψαν να θεωρείται ένας από τους «δάσκαλους» όλων των εποχών στα κρουστά. Γιατί ο Elvin γεννήθηκε για να παίζει με απόλυτη φυσικότητα.

Η μουσική φαμελιά των Jones
Γεννημένος στις 9 Σεπτεμβρίου 1927 στο Πόντιακ του Μίσιγκαν, ο Elvin Ray Jones ήταν ο μικρότερος αδερφός του πιανίστα της τζαζ Hank Jones και του τρομπετίστα και επικεφαλής μεγάλης τζαζ ορχήστρας Thad Jones. Από τα χρόνια του Δημοτικού άρχισε να παίζει με δανεικά τύμπανα γύρω από το Πόντιακ, ιδίως με τα αδέρφια του. Στα 18 κατατάχθηκε στον στρατό και πέρασε τα επόμενα τρία χρόνια συμμετέχοντας σε στρατιωτικές μπάντες.
Μετά τη θητεία του επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου απέκτησε το πρώτο ολόδικό του σετ ντραμς και έπαιξε στο Bluebird Club με leader έναν σαξοφωνίστα από το Ντιτρόιτ, τον Billy Mitchell. Ο Elvin είχε την ευκαιρία να παίξει με εξέχοντες μουσικούς της τζαζ όποτε εμφανίζονταν στην πόλη. Χρόνια μετά, το 1955, περιόδευε με τον μπασίστα Charles Mingus και τον πιανίστα Bud Powell.
Στη Μέκκα της μουσικής
Ο Elvin Jones έφτασε στη Νέα Υόρκη στα μέσα της δεκαετίας του 1950 και άκουσε όλους τους μεγάλους, αλλά το στιλ του δεν μπορούσε να εντοπιστεί σε συγκεκριμένη επιρροή, θεωρήθηκε ανορθόδοξο από τις αρχές της περιόδου του στο Μεγάλο Μήλο. Σύντομα έπαιζε και ηχογραφούσε με σπουδαίους μουσικούς όπως ο JJ Johnson, ο Donald Byrd, ο Harry «Sweets» Edison, ο Miles Davis, ο Pepper Adams και ο Stan Getz.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, μία από τις πλέον σημαντικές ηχογραφήσεις του υπήρξε αυτή με τον Sonny Rollins στο άλμπουμ «Live at the Village Vanguard». Ένα ντοκουμέντο του αναδυόμενου ύφους του με τη χρήση της χαρακτηριστικής του πολυρρυθμίας και των εντυπωσιακών δραματικών ηχοχρωμάτων που τον έκαναν να ξεχωρίζει. Παρ’ όλα αυτά, κάποιοι μουσικοί της εποχής τον επέκριναν λέγοντας ότι ήταν δύσκολο να παίξουν μαζί του λόγω του πρωτόγνωρου, «ανορθόδοξου» στιλ του.
«Είμαι σίγουρος ότι ο Monk και ο Miles και όσοι άλλοι είχαν νέες ιδέες είχαν την ίδια εμπειρία. Ήταν η σειρά μου. Αλλά δεν ήμουν και ηλίθιος. Αποφάσισα να είμαι ρεαλιστής και σε κάποιες συναυλίες φρόντιζα να παίζω όπως ήθελε ο αρχηγός, να μην προσπαθώ να πολεμήσω το σύστημα» έλεγε πολύ κοντά στο τέλος της ζωής του.
Ο Γιώργος Τρανταλίδης για το ίνδαλμά του
«Όταν ο Elvin Jones έπαιξε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 στην Αθήνα, στο θέατρο του Λυκαβηττού, η Keiko -η σύζυγος και φύλακας άγγελός του, που έφυγε το 2022- με έχρισε ηχολήπτη: με εμπιστεύτηκε να κάνω τη μείξη της συναυλίας χωρίς καν να γνωρίζει αν θα μπορούσα να ανταποκριθώ. Φαντάζομαι πως το έκανε από ένστικτο, επειδή ήμουν φίλος με τον άντρα της. Το πρώτο πράγμα που έκανα: αφαίρεσα δέκα μικρόφωνα από το ντραμς σετ του και άφησα τα μισά. Όλα αυτά τα μικρόφωνα ήταν περιττά για τον ήχο του. Ο Elvin Jones ήταν για μένα μια εμπειρία ζωής. Ο ντράμερ, ο Άνθρωπος, ο Μουσικός!»
«Ο Elvin έφερε μια μορφή χαλάρωσης στη μουσική» έλεγε ο σαξοφωνίστας Pat La Barbera, που έπαιζε συχνά μαζί του τα τελευταία 25 χρόνια της ζωής του. «Χαλάρωσε τον χρόνο και όταν έπαιζα μαζί του, ένιωθα πως η μουσική ήταν πολύ πιο ανοιχτή».
Η εποποιία του John Coltrane Quartet
Το 1960 ο Elvin Jones έγινε μέλος του ιστορικού κουαρτέτου του John Coltrane, που υπήρξε το τέλειο σκηνικό για την ανάπτυξη του ύφους του
Ηταν δύο πραγματικοί συνεργάτες, καθώς εξερευνούσαν ταυτόχρονα τον ρυθμό και τη μελωδία. Κάθε τμήμα του drumset του συνέβαλε στην προώθηση της μουσικής τους ως ένα ενιαίο μουσικό όργανο. Με τον John Coltrane ο Jones έγραψε ιστορία, κάνοντας τα ντραμς του ισότιμο μέλος του κουαρτέτου αντί απλώς να το υποστηρίζει ρυθμικά.

«A Love Supreme» και «Ascension»
Ο Jones ηχογράφησε εκτενώς με τον Coltrane και πολλοί θεωρούν το άλμπουμ του «A Love Supreme» ως το πιο καθοριστικό ντοκουμέντο του γκρουπ που περιλάμβανε τον πιανίστα McCoy Tyner και τον μπασίστα Jimmy Garrison. Μια άλλη σημαντική ηχογράφηση του Coltrane είναι το «Ascension», στο οποίο το κουαρτέτο ενισχύθηκε από άλλους σημαντικούς μουσικούς, όπως ο τρομπετίστας Freddie Hubbard και τα σαξόφωνα των Archie Shepp και Pharoah Sanders. Το άλμπουμ αυτό αποτελείται από ένα κομμάτι 40 λεπτών, στο οποίο ο Elvin προωθεί τον ρυθμό με όποιον τρόπο μπορεί κανείς να φανταστεί. Κάποιες φορές η μουσική ακούγεται οργανωμένη και κάποιες άλλες ακούγεται ελεύθερη αυτοσχεδιαστικά, με τα τύμπανά του να ωθούν τη μουσική του κουαρτέτου μπροστά.
Κατά τη διάρκεια των χρόνων του με τον Coltrane, ο Jones έγινε ένας περιζήτητος ντράμερ, που συμμετείχε σε αμέτρητα άλμπουμ τζαζ καλλιτεχνών: Grant Green, Wayne Shorter, Joe Henderson, Freddie Hubbard, Larry Young, Kenny Burrell και Rahsaan Roland Kirk. Παράλληλα ηχογραφούσε προσωπικούς δίσκους με το όνομά του.
Ο Coltrane άρχισε σταδιακά να επεκτείνει το κουαρτέτο και πρόσθεσε έναν δεύτερο ντράμερ, τον Rashied Ali, στα τέλη του 1965. Ο Elvin έπαιξε μαζί με τον Ali για λίγο, αλλά στη συνέχεια έφυγε από το γκρουπ, στις αρχές του 1966. Ενάμιση χρόνο μετά ο John Coltrane θα πέθαινε αφήνοντας μια αξεπέραστη μουσική κληρονομιά.
Η ζωή μετά τον Trane
Μετά τον Trane, ο Elvin Jones πέρασε δύο εβδομάδες περιοδεύοντας στην Ευρώπη με την ορχήστρα του Duke Ellington. Στη συνέχεια πέρασε λίγο χρόνο στο Παρίσι, όπου υποδέχθηκε τον Kenny Clarke στο κλαμπ Blue Note. Όταν επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες, ξεκίνησε το δικό του τρίο με τον σαξοφωνίστα και φλαουτίστα Joe Farrell και τον Jimmy Garrison, πρώην μπασίστα του Coltrane. Το ντεμπούτο άλμπουμ του γκρουπ «Puttin’ It Together» στη δισκογραφική Blue Note θεωρείται από πολλούς ως μία από τις καλύτερες ηχογραφήσεις του και ο ίδιος το εκτιμούσε ως ένα από τα προσωπικά του αγαπημένα.
Τα επόμενα χρόνια τα συγκροτήματα του Jones περιλάμβαναν μουσικούς όπως οι σαξοφωνίστες Dave Liebman, Frank Foster, Steve Grossman και George Coleman, οι τρομπετίστες Hannibal Peterson και Lew Soloff, οι πιανίστες Chick Corea και Jan Hammer και οι μπασίστες Wilbur Little και Gene Perla. Στο Λονδίνο ο Elvin συμμετείχε σε μια πολυδιαφημισμένη «μάχη τυμπάνων» με τον ντράμερ των Cream Ginger Baker, ενώ ηχογραφούσε επίσης με καλλιτέχνες όπως ο άλτο σαξοφωνίστας Art Pepper, ο τζαζ πιανίστας Tommy Flanagan και ο σαξοφωνίστας Bennie Wallace.
The Jazz Machine
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο Elvin Jones άρχισε να αποκαλεί το γκρουπ του The Jazz Machine. Για μερικά χρόνια περιλάμβανε τον σαξοφωνίστα Pat La Barbera, τον κιθαρίστα Jean Paul Bourelly ή τον μπασίστα Chip Jackson. Μεταξύ 1985 και 1989 ο Elvin και η σύζυγός του Keiko πέρασαν τον περισσότερο χρόνο τους στην Ιαπωνία, όπου διατηρούσαν ένα εστιατόριο κι ένα τζαζ κλαμπ.
Το 1990 ο Elvin έκανε τη Νέα Υόρκη ξανά βάση του και τα επόμενα χρόνια στα μέλη του The Jazz Machine περιλαμβάνονταν οι σαξοφωνίστες Joshua Redman, Sonny Fortune και Ravi Coltrane, ο πιανίστας Kenny Kirkland, οι μπασίστες George Mraz Reggie Workman και Andy McCloud, οι τρομπετίστες Wallace Roney και Nicholas Payton και ο τρομπονίστας Delfeayo Marsalis.
Συνέχισε να είναι περιζήτητος σε ηχογραφήσεις και συμμετείχε στα άλμπουμ των Wynton Marsalis, Marcus Roberts, John Hicks, David Murray, Sonny Sharrock, John McLaughlin, Michael Brecker και Joe Lovano. Μία από τις τελευταίες του ηχογραφήσεις ήταν με τον αδερφό του, τον δημιουργικό πιανίστα Hank Jones, στο άλμπουμ με τίτλο «Autumn Leaves».
Το 1991 ο Elvin Jones μπήκε στο Hall of Fame της Εταιρείας Κρουστών Τεχνών και το 1998 έγινε αποδέκτης του βραβείου American Drummers Achievement Award που απονεμήθηκε από τη φημισμένη εταιρεία Zildjian. Παρέμεινε ενεργός έως και λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του, στις 18 Μαΐου του 2004.