Live τώρα    
Θέατρο / Το γοτθικό και το πολιτικό
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Θέατρο / Το γοτθικό και το πολιτικό

Υπόθεση του έργου: Η ΓιόνγκΧιε δεν είναι ούτε όμορφη, ούτε άσχημη, ούτε ιδιαίτερα έξυπνη, ούτε ανόητη. Μια μέση, συνηθισμένη νέα γυναίκα, θα μπορούσαμε να πούμε, μια γυναίκα χωρίς ιδιότητες. Έχει μόνο μια μανία με την τάξη, θέλει να κρατάει το σπίτι της σχολαστικά καθαρό. Ο άντρας της τη νυμφεύεται γι’ αυτόν τον λόγο, επειδή είναι άχρωμη και άοσμη, δίχως ιδιότητες, επειδή τη θεωρεί υποτακτική και επειδή πιστεύει ότι όλα αυτά θα κάνουν τη ζωή μαζί της πιο εύκολη. Αλλά τα πράγματα δεν πάνε ακριβώς όπως τα έχει σχεδιάσει στο μυαλό του. Δεν μπορούσε να προβλέψει την καταιγίδα που θα ξεσπούσε.

Μια νύχτα η ΓιόνγκΧιε βλέπει ένα εφιαλτικό, αιματοβαμμένο όνειρο και όλα στη ζωή της έρχονται τα πάνω κάτω. Ξυπνάει η λανθάνουσα κρίση συνείδησης που λαγοκοιμόταν κάτω από το «πετσί» της και μεταμορφώνεται σε μια άλλη γυναίκα. Αρνείται να ξαναφάει κρέας, πετάει στα σκουπίδια όλα τα αποθέματα ζωικών τροφών που υπήρχαν στο σπίτι και γίνεται χορτοφάγος. Δεν υπάρχει απολύτως τίποτα παθολογικό σε αυτό, μπορεί να συμβεί σε καθέναν από εμάς, αλλά η οικογένεια του συζύγου της και ο ίδιος δεν είναι σε θέση να την καταλάβουν. Αντιμετωπίζει την απόλυτη, αδιάλλακτη εχθρότητά τους, καθώς η απόφασή της θεωρείται αδιανόητη σε μια χώρα ανδροκρατούμενη όπως η δική τους. Σταδιακά η ηρωίδα μεταμορφώνεται όλο και περισσότερο, ονειρεύεται να γίνει δέντρο και να ζει σαν φυτό. Ολόκληρος ο κόσμος που την περιβάλλει επηρεάζεται από τη μεταμόρφωσή της. Θεωρούν τη συμπεριφορά της ψυχοπαθητική και την αντιμετωπίζουν ανάλογα. Αλλά η ΓιόνγκΧιε δεν θέλει να πάψει να ζει, θέλει μόνο να σταματήσει να ζει όπως όλοι οι άλλοι, μέσα σε μια ανθρωπότητα που επιτελεί όλα όσα εκείνη απορρίπτει, ούσα επιβλαβής, δολοφονική και βίαιη. Το κρυφό «στίγμα» της ζωής της που την έχει σημαδέψει δεν μας αποκαλύπτεται, παρά μόνο στο τέλος.

Το «γοτθικό» μυθιστόρημα της Χαν Γκανγκ, σκοτεινό, περίπλοκο, μεταφυσικό, χάνεται σε πολλά σημεία της διαδρομής του σε υπόγειους, μυστικούς, κακοφωτισμένους για τον αναγνώστη δρόμους. Πρόκειται για μια σκληρή, σχεδόν ωμή χαρτογράφηση της αδιέξοδης βίας που ασκείται μέσα στην οικογένεια και τον μάταιο αγώνα μιας γυναίκας να ελευθερωθεί από αυτή. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό, είναι επίσης μια περιπλάνηση στη σκοτεινή άβυσσο χωρίς διέξοδο της ψυχής του σύγχρονου ανθρώπου. Η θεατρική προσαρμογή του μυθιστορήματος από την Ντάρια Ντεφλοριάν και τη Φραντσέσκα Ματσιάνο κάνει το έργο πιο απλό, χωρίς να το απλουστεύει, και πιο «ελαφρύ», χωρίς να κόβει τα φτερά του, απαλλάσσοντάς το από τον μυστικισμό και τον συμβολισμό, για να το φέρει πλησιέστερα στην αγωνία του σύγχρονου «διαφανούς» ανθρώπου των πόλεων, πιασμένου στο δόκανο της καθημερινής επιβίωσης, κάτω από την πίεση ενός απάνθρωπου συστήματος που ελέγχει τα πάντα. Το «γοτθικό» κοστούμι του έργου μεταποιείται πια σε πολιτικό.

Χωρίς να είναι αυτό που λέμε «ρεαλιστική», η σκηνοθεσία της Ντάρια Ντεφλοριάν βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με την πραγματικότητα του κόσμου σήμερα, μετουσιώνει την ωμή δύναμη του μυθιστορήματος σε μαγικό θεατρικό ελιξίριο, αναμειγνύει σωτήρια το ονειρικό με το πραγματικό και αποδίδει «συμπαθητικά», συμπάσχοντας, με ήπια μέσα, χωρίς άμεση προβολή της βίας, την αγωνία και τον αγώνα των παγιδευμένων μελών της ανθρωποβόρου οικογένειας στην τιτάνια προσπάθεια να λυτρωθούν πρώτα από τις ίδιες τις ενοχές τους. Ο θεατής βγαίνει από το θέατρο θαμπωμένος από τη μαγική, μεταμορφωτική δύναμη της μεγάλης τέχνης, ανακουφισμένος, ακόμα και αν το τέλος του έργου είναι πικρό σαν δηλητήριο. Φτάνει μόνο να είναι το οικείο και αληθινό τέλος.

Βαδίζοντας σε μια λεπτότατη γραμμή μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, η διδασκαλία και η ερμηνεία του ισοκέφαλου «τετράγωνου» των ρόλων βρίσκουν τον στόχο τους. Η σπουδαία ρολίστα Ντάρια Ντεφλοριάν αυτοσκηνοθετείται ποιοτικά και ποιητικά με «απόσταση», δίχως να την αμαυρώνει το σκότος της βίας. Ο Πάολο Μούσιο αφήνει το αποτύπωμά του ακόμα και όταν δεν είναι παρών στη σκηνή, η Μόνικα Πισέντου είναι προικισμένη με μινιατουρίστικη λιτότητα και ο Γκαμπριέλε Πορτογκέζε διαθέτει μια έντονη, φωτεινή, υποκριτική αύρα.

Τα «μετέωρα» στον χωροχρόνο σκηνικά (Ντανιέλε Σπανό) και τα κοστούμια (Μετέλα Ραμπόνι), οι ερωτηματικοί φωτισμοί (Τζούλια Παστόρε), οι υπόκωφοι ήχοι-τριγμοί (Εμανουέλε Ποντεκόρβο) έδεναν με το κλίμα της υπνοβατούσας πραγματικότητας.

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0