«Η πόλη των τυφλών» του Σάιμον Στίβενς, εμπνευσμένη από το «Περί τυφλότητος» του Ζοζέ Σαραμάγκου, σε μετάφραση-σκηνοθεσία της Έμιλυ Λουίζου. Παγκόσμια πρεμιέρα, στην Πειραιώς 260.
Υπόθεση του έργου: Ένας άνθρωπος χάνει ξαφνικά το φως του, χωρίς προειδοποίηση ή εμφανή αιτία. Μέσα σε λίγες ώρες γίνεται αντιληπτό ότι πρόκειται για μια τύφλωση μεταδοτική, που δεν μοιάζει με καμία άλλη. Τα περιστατικά της αιφνίδιας τύφλωσης εξαπλώνονται σε ολόκληρη την πόλη. Η κυβέρνηση προσπαθεί μάταια να περιορίσει το κακό βάζοντας σε καραντίνα τους νοσούντες και περιορίζοντας την κυκλοφορία σε όσους δεν έχουν ακόμη νοσήσει. Η κοινωνία καταλαμβάνεται από πανικό καθώς τα μέτρα γίνονται όλο και πιο κατασταλτικά. Για πόσον καιρό ακόμα η κίνηση στους δρόμους θα είναι ομαλή; Για πόσον καιρό θα επαρκέσουν τα τρόφιμα; Πόσος χρόνος χρειάζεται για να καταρρεύσουν οι παροχές ρεύματος, νερού και αερίου; Μόνο μια γυναίκα μένει απρόσβλητη χωρίς να το αποκαλύπτει και γίνεται μάρτυρας των πιο σοκαριστικών αλλά και τρυφερών στιγμών σε μια πόλη που βυθίζεται όλο και περισσότερο στο σκοτάδι.
Στο προφητικό και μαγικό βιβλίο του «Περί τυφλότητος» (1995) ο νομπελίστας Ζοζέ Σαραμάγκου θέτει καίρια ερωτήματα για την ανθρώπινη συμπεριφορά σε ακραίες συνθήκες. «Άραγε, σε έναν κόσμο τυφλών τι θα έκανες αν ήσουν ο μόνος που έβλεπε;» είναι το κρίσιμο, πλατωνικό στην ουσία του ερώτημα που θέτει στο έργο ο Σαραμάγκου. Ο Σάιμον Στίβενς διασκευάζει για τη θεατρική σκηνή τον γοητευτικό μύθο του Σαραμάγκου διολισθαίνοντας ανάμεσα στο χιούμορ, στην παράνοια, στην ποίηση και στη δυστοπία δίχως όμως, φοβάμαι, να αντιλαμβάνεται την πλατωνική του προέλευση. Και το έργο τελειώνει συμβατικά, όλοι ξαναβρίσκουν το φως τους, χωρίς η περιπέτεια της τυφλότητας να τους έχει αλλάξει εσωτερικά στο ελάχιστο. Τέλος καλό, όλα καλά.
Το πιο πάνω ερώτημα -στις δύο ισοδύναμες δυνητικές εκδοχές του, «τι θα έκανες αν ήσουν ο μόνος που έβλεπε σε έναν κόσμο τυφλών;», «τι θα έκανες αν ήσουν ο μόνος αόρατος σε έναν κόσμο ορατών;» (όπως ο Γύγης με το μαγικό του δαχτυλίδι στα τελευταία κεφάλαια της πλατωνικής «Πολιτείας»)- εδώ, στο έργο του Στίβενς, μένει εντέλει αναπάντητο. Ο Στίβενς μάλλον δεν αντιλήφθηκε το οντολογικό αδιέξοδο στο οποίο κατέληξαν όλες οι φιλοσοφικές απόπειρες της Δύσης να λύσουν το αίνιγμα «άνθρωπος». Επειδή όλες οι δυνητικές απαντήσεις ήταν ομοούσιες με το ερώτημα που τις έθετε. Ιδιαίτερα μάλιστα στη θεατρική πραγματικότητα, η εκκρεμής απάντηση προηγούνταν πάντα του μετέωρου ερωτήματος και ζητούσε επίμονα να ενσωματωθεί πάλι σε αυτό (βλ. την περίπτωση του Οιδίποδα). Το μαγικό, όμως, ερώτημα δεν μπορεί να τεθεί πλέον στον κόσμο επειδή ο κόσμος μας, από την Αναγέννηση και μετά, είναι πλήρως απομαγευμένος. Τα πράγματα εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά δεν μιλούν. Διατηρούν τον όγκο τους δίχως να συρρικνώνονται, αλλά έχουν χάσει ένα σημαντικό μέρος από το τραγικό φορτίο μαζί με τη μαγεία τους. Είναι κενά νοήματος, άδεια κελύφη. Οι δαίμονες απέβαλαν το τραγικό τους προσωπείο μαζί με το πρόσωπο. Ακόμα και ο Φάουστ είναι λογοτεχνία.
«Η απομάγευση του κόσμου», γράφει ο σύγχρονος Νοτιοκορεάτης φιλόσοφος Μπγιούνγκ Τσουλ Χαν στο τελευταίο βιβλίο του «Η κρίση της αφήγησης» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Όπερα», 2025, σε μετάφραση Βασίλη Τσαλή, «σημαίνει κατ’ αρχάς ότι η αναφορά στον κόσμο περιορίζεται στην αιτιότητα. Η αιτιότητα, όμως, είναι μόνο μία από τις δυνατές μορφές αναφοράς. Η αδιαλλαξία της φτωχαίνει τον κόσμο και την εμπειρία. Μαγικός είναι ο κόσμος στον οποίο τα πράγματα συνάπτουν δεσμούς και ανταλλάσσουν μυστικά έξω από την αιτιακή συνάφεια. Η αιτιότητα είναι μηχανική και επιφανειακή. Η σημασία των μαγικών ή ποιητικών εγκόσμιων σχέσεων εντοπίζεται σε μια βαθιά συμπάθεια που συνδέει τους ανθρώπους και τα πράγματα».
Σύμφωνα με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, «τα παιδιά είναι οι τελευταίοι κάτοικοι του μαγικού κόσμου. Γι’ αυτά τίποτα δεν είναι απλώς δεδομένο. Όλα τα πράγματα έχουν κάτι να πουν και είναι πλήρη νοήματος. Μια μαγική αιτιότητα τα συνδέει με τον κόσμο. Παίζοντας έρχονται σε επαφή με τα πράγματα στο μέτρο που μεταμορφώνονται τα ίδια σε αυτά».
«Σήμερα τα παιδιά μετατρέπονται σε ψηφιακά όντα» διαπιστώνει ο Μπγιούνγκ Τσουλ Χαν. «Η μαγική εμπειρία του κόσμου ατροφεί. Τα παιδιά κυνηγούν τις ψηφιακές πληροφορίες. Η απομάγευση του κόσμου εκδηλώνεται ως εξαφάνιση της αύρας. Η αύρα είναι η λάμψη που αίρει τον κόσμο πάνω από την ανεπιτήδευτη βιοτική πραγματικότητά του, το μυστηριώδες πέπλο που καλύπτει τα πράγματα. Συγχρόνως η αύρα έχει έναν αφηγηματικό πυρήνα. Οι εγγενείς αφηγηματικές μνημονικές εικόνες έχουν αύρα, ενώ οι φωτογραφίες δεν έχουν. Αυτό που διακρίνει τις εγγενείς εικόνες της μνήμης από τις φωτογραφίες είναι η απουσία αφηγηματικής εσωτερικότητας».
«Η σημερινή απομάγευση ανάγεται στην πληροφοριοποίηση του κόσμου. Η διαφάνεια είναι η νέα μορφή της απομάγευσης, απομαγεύει τον κόσμο στο μέτρο που τον αναλύει σε δεδομένα και πληροφορίες. Δεν υπάρχει διαφανής αφήγηση. Όλες οι αφηγήσεις προϋποθέτουν το μυστήριο και τη μαγεία. Μόνο μια ιδεατή τυφλότητα θα μας λύτρωνε από την κόλαση της διαφάνειας και θα μας έκανε πάλι ικανούς να αφηγούμαστε» (Πολ Βιριλιό).
Σκηνοθεσία στον πυρήνα του έργου
Η σκηνοθεσία (και μετάφραση) της πολύ νέας, ταλαντούχου Έμιλυ Λουίζου (κίνηση της Ιόλης Φιλιππακοπούλου) ξεπερνά τις όποιες αδυναμίες του έργου, το «καθαίρει» από την τάση του να λέει πολλά και αποδίδει γυμνό τον τραγικό πυρήνα του. Ερευνά την καταλυτική επίδραση του φόβου στη διάλυση των κοινωνιών (το ζήσαμε πρόσφατα) και ανασύρει τα πολιτικά συμφραζόμενα. Με στοιχεία θρίλερ, αλλά χωρίς υπερβολή, φωτίζει «ομοιοπαθητικά», με αγάπη και οικειότητα την ανάγκη αγάπης, οικειότητας και οργάνωσης σε έναν κόσμο που βάλλεται διαρκώς, μέχρις εξόντωσης, από δυνάμεις απόλυτα εχθρικές στον άνθρωπο.
Με έντονο το σωματικό στοιχείο, με μια ισοδύναμη ομάδα καλών ηθοποιών, διδαγμένων με επιμέλεια, που επίσης μπορούν να αυτοσχεδιάζουν άριστα όπου και όταν χρειάζεται. Είναι οι Τζωρτζίνα Δαλιάνη, Νεφέλη Κουρή, Νέστορας Κοψιδάς, Λευτέρης Πολυχρόνης, Αιμιλιανός Σταματάκης, Κωνσταντίνα Τάκαλου - δεν θέλω να ξεχωρίσω, χάρηκα τη σύμπνοια, την αλληλοκάλυψη και την προσήλωσή τους στον κοινό στόχο, την αποκαθήλωση της ομορφιάς. Επίσης μετέχουν θετικά οι Άννα Αναστασάκη, Πάρης Γαρός, Ορέστης Γεωργίου, Λυδία Δαγκοβάνου, Μπίλιω Μαρνέλη, Ανανίας Μητσιόπουλος, Ελένη-Ελπίδα Μπάνου, Νίκος Μπούζης, Ερωφίλη Παναγιωταρέα, Ισιδώρα Τριβέλλα, Ηδύλη Καπλανίδη.
Τα αφαιρετικά σκηνικά της Θάλειας Μέλισσα και τα λιτά κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού συμβάλλουν στη δημιουργία κατάλληλης ατμόσφαιρας. Η ωραία μουσική σύνθεση της Ειρήνης Σκυλακάκη και οι ονειρικοί φωτισμοί της Χριστίνας Θανάσουλα είναι επίσης λειτουργικά στοιχεία της σκηνοθεσίας.