Στις «Βάκχες» του Ευριπίδη ο Διόνυσος, παιδί του Διός και της Σεμέλης, με μια ιδιαίτερα τραυματική γέννηση και παιδική ηλικία, ένας γεννημένος θεός με δύο όψεις, του θανάτου και της ζωής, επιστρέφει στη γενέθλια πόλη του τη Θήβα για να διεκδικήσει την εκ Διός πατρότητά του και για να «ξαναγεννηθεί» από μια φίλια, όχι απορριπτική, μήτρα γυναίκας.
Η Αντιγόνη στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, μόνη αυτή σε ολόκληρη τη Θήβα, με την ταφή του νεκρού αδελφού της Πολυνείκη ενάντια στην εντολή του θεομάχου τυράννου Κρέοντα, υποδέχεται τον θεό της τραγωδίας Διόνυσο και τον ενανθρωπίζει, παίρνοντας επάνω της ολόκληρο το τρομερό του βάρος.
Στις «Βάκχες» του Ευριπίδη, με την απουσία της Αντιγόνης, έχει εκλείψει ο τραγικός ήρως/ηρωίδα που θα πάρει επάνω του/της την πράξη της ενανθρώπισης του θεού. Ο λογοκρατούμενος Πενθέας δεν θέλει να μετάσχει στη διονυσιακή τελετή, θέλει να είναι ένας απλός θεατής της. Για να γίνει εντέλει ο ίδιος, άθελά του, από θεατής θεώμενος, θέαμα οικτρό και θύμα τραγικό της ανθρωποθυσίας που ολοκληρώνει τη φρικτή τελετή της αιματηρής μύησής του στα άρρητα Διονυσιακά μυστήρια. Το δράμα τελειώνει με μια δεινή διαχρονική προφητεία. Λένε του Κάδμου: «Θα φύγεις με μορφή φιδιού και θα επιστρέψεις ως αρχηγός βαρβάρων, οδηγώντας αμέτρητες βοϊδάμαξες. Στο πέρασμά σου θα σαρώνεις όλες τις πολιτείες, αλλά μην διανοηθείς να αγγίξεις τον Ναό των Δελφών». Η προφητεία αυτή, που ενσωματώνει όλο το νόημα των «Βακχών», κόπηκε από το σώμα του έργου, δεν γνωρίζω με ποιο σκεπτικό.
Οι «Βάκχες» είναι ένα πολιτικό θεατρικό έργο για όλες τις εποχές, με ενεργητικούς, εναργείς διακριτούς ρόλους, που μας μιλάει προφητικά για το τέλος του ανθρωποκεντρικού πολιτισμού όπως τον γνωρίζουμε και για την ανάδυση ενός άλλου πολιτισμού, ετερογενούς, χωρίς τον ζωντανό άνθρωπο στο κέντρο του.
Η σκηνοθεσία του Javor Gardev επέλεξε να τονίσει την πάντα επίκαιρη, διαχρονική πολιτική διάσταση του έργου. Δεν άφηνε τους καλούς ηθοποιούς να αναπτύξουν ως το τέλος τους ρόλους τους, υποθέτω για να μην εγκλωβίσει τους ήρωες σε χώρο ή χρόνο, θέλοντας να ιχνηλατήσει το αποτύπωμά τους μέσα στη ροή του ιστορικού γίγνεσθαι. Διέκοπτε κάθε προσπάθεια δημιουργικής ερμηνείας τους πριν καν την ολοκληρώσουν, για να φωτίσει μπρεχτικά το μεταθεατρικό τοπίο στο οποίο θητεύει ως σκηνοθέτης. Οι επιλογές του εν μέρει μόνο ευδοκίμησαν. Ο δωδεκαμελής χορός από νέες κοπέλες ήταν αποκομμένος από το υπόλοιπο έργο και δεν λειτούργησε, έστω ως ένα μουσικοτελεστικό δρώμενο απέναντι στους ανδρικούς ρόλους, που δόθηκαν, πλην του εξαιρετικού Διόνυσου, ως υπερφυσικές, γιγάντιες μαριονέτες. Το μουσικό συγκρότημα των Τiger Lillies με τις υποχθόνιες γοτθικές μουσικές του φάνταζε σαν ένα αταίριαστο μουσικό παραγέμισμα - παστίς μέσα στο ήδη σφύζον από ζώντες ήχους σκηνικό τοπίο των «Βακχών».
Ο Leonid Yovchev έδωσε σωστά και εξίσου αποτελεσματικά τον Διόνυσο και στις δύο εκδοχές του: ως αγύρτη ξένο, γελαστό θαυματοποιό και ως αγνώριστο θαυματουργό, εντόπιο σκυθρωπό θεό. Η σκηνή της παρένδυσης του Πενθέα έπρεπε, νομίζω, να δοθεί εντονότερα και σε κάθε περίπτωση το γυμνό του βασιλιά ήταν άστοχο. Ο Διόνυσος τον ντύνει με το νυφικό της μάνας του. Ξέρει ο Ευριπίδης για ποιο πράγμα μιλάει! Ο Αλέξανδρος Μυλωνάς και ο Samuel Fintzi ενσάρκωσαν με κωμικά στοιχεία τούς δύο απόμαχους γέροντες της Θήβας Κάδμο και Τειρεσία, που αρέσκονται να παίζουν κάπου-κάπου... τα τρομερά παιδιά. Ο Μιχαήλ Ταμπακάκης έδωσε αχρωμάτιστο πολιτικά τον νεαρό, άπειρο αλλά ορμητικό βασιλιά της Θήβας Πενθέα, φανατικό «άνδρα», εχθρό των γυναικών και οπαδό του «νόμου και της τάξης». Ο Ιvan Nikolov υποδύεται τον πιστό υπηρέτη, ο Ivan Youroukov τον πρώτο άγγελο και ο Martin Dimitrov, εξαιρετικός, τον δεύτερο εξάγγελο της συμφοράς.
Την παράσταση σηκώνει επάνω της στο τραγικό φινάλε η σπουδαία ρολίστα Λουκία Μιχαλοπούλου ως Αγαύη. Μια συγκλονιστική, διαχρονική ερμηνεία, κυριολεκτικά στην κόψη του ξυραφιού, καθώς περνάει από το σκοτάδι στο φως και από την άγνοια στην επώδυνη γνώση τού τι ακριβώς έχει διαπράξει μέσα στον βακχικό της οίστρο. Ο σπαρακτικός κομμός και η σιωπηλή, βουβή αποχώρησή της από τη σκηνή, δύο κομμάτια για ανθολόγηση.
Δεν έχω άλλο τι να προσθέσω.
Μια συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου Βουλγαρίας «Ιβάν Βάζοφ», του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, της Vegas cultural CO και του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.
