Live τώρα    
Φεστιβάλ Επιδαύρου / Η «Ορέστεια» του Αισχύλου
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Φεστιβάλ Επιδαύρου / Η «Ορέστεια» του Αισχύλου

135495022.jpg
Εγχάρακτος πίθος του τελευταίου τετάρτου του 6ου αιώνα π.Χ., σήμερα στο Βρετανικό Μουσείο, με ακριβή παράσταση της σκηνής των αετών από τον «Αγαμέμνονα», πριν ακόμη ο Αισχύλος συνθέσει το 458 π.Χ. την «Ορέστεια»! Πρέπει, άραγε, να υποθέσουμε ότι ο ποιητής αντλεί την πιο πάνω σκηνή από μια χαμένη για μας μυθική παράδοση;

Το σημερινό σημείωμά μου δεν είναι αφιερωμένο στην κριτική μιας παράστασης. Επειδή η «Ορέστεια» του Αισχύλου είναι ένα εξαιρετικά πυκνό και σύνθετο κείμενο και ταυτόχρονα ένα μέγιστο πνευματικό γεγονός, θα ασχοληθώ με αυτή ως ένα επιλεγόμενο στο φετινό Φεστιβάλ Επιδαύρου και θα επιχειρήσω να ερμηνεύσω μερικά από τα δύσκολα σημεία της.

Η θυσία της Ιφιγένειας δεν είναι ένα επεισόδιο στον «Αγαμέμνονα», αλλά μια μακρά αφήγηση. Παρακολουθούμε στην πάροδο τον κορυφαίο του χορού να μας εξιστορεί τι έγινε πριν από δέκα χρόνια στην Αυλίδα και πώς ξεκίνησε αυτό το «απέραντο σφαγείο Τρώων και Ελλήνων». «Όταν ο Μενέλαος και ο Αγαμέμνων διαπίστωσαν τη φυγή της Ελένης, έβγαλαν μια τρομερή πολεμική και θρηνητική κραυγή, όπως δύο αετοί που επιστρέφουν στη φωλιά τους και τη βρίσκουν έρημη από τους νεοσσούς τους - που κάποιοι απερίσκεπτοι κυνηγοί είχαν αφαιρέσει. Ακούει, όμως, κάποιος ύπατος Θεός, Απόλλων, Παν ή Ζευς, την κραυγή των αετών και στέλνει την Ερινύα στερνή τιμωρό στους παραβάτες. Έτσι, με τον ίδιο τρόπο, ο Ξένιος Δίας έπεμψε τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο εκδικητές στην Τροία». Υπάρχει εδώ μια παραδοξότητα. Η κραυγή των αετών είναι μια δραματική παρομοίωση που δεν υπάρχει εκτός κειμένου και δεν μπορεί να την άκουσαν οι θεοί. Αυτό που μπορεί να άκουσαν οι θεοί είναι η κραυγή του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου. Το κείμενο θα έπρεπε, δηλαδή, κανονικά να αρθρώνεται ως εξής: «Ακούει κάποιος Θεός, Απόλλων, Παν ή Ζευς, την κραυγή του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου, όμοια με την κραυγή δύο αετών που βρήκαν τη φωλιά τους άδεια από τους νεοσσούς τους. Και πέμπει τότε ο Ξένιος Ζευς εκδικητές στην Τροία τον Αγαμέμνονα και τον Μενέλαο». Για ποιον λόγο, όμως, ο ποιητής αναστρέφει τη φυσική ροή του χωρίου;

Υπάρχει η απάντηση η οποία μας δίνει ταυτόχρονα την αιτία της οργής της Αρτέμιδος που ζήτησε τη θυσία της Ιφιγένειας για να ελευθερώσει τους ανέμους. Στη συνέχεια της παρόδου ο κορυφαίος μάς πληροφορεί ότι φάνηκαν στον ουρανό δύο αληθινοί αετοί, κυνηγώντας μία ετοιμόγεννη λάγισσα, που την πρόλαβαν και την κατασπάραξαν. Έρχεται τότε η στιγμή του Κάλχα που δίνει τον μοιραίο χρησμό. Μας μιλάει πρώτα για την Αρτέμιδα, που είναι η προστάτιδα θεά όλων των ανυπεράσπιστων πλασμάτων της φύσης, μεταξύ των οποίων οι νεοσσοί των μεταφορικών αετών που είδαμε πιο πάνω, και τα μωρά στην κοιλιά της λάγισσας. Ταυτίζει ύστερα τους αετούς που ξέσχισαν την ετοιμόγεννη λάγισσα με τους δύο Ατρείδες, τον Αγαμέμνονα και Μενέλαο, που ετοιμάζουν παρόμοια τύχη για την Τροία, προειδοποιώντας τους ότι αυτό θα αρέσει διόλου στον Δία και πως η εντολή που τους έδωσε δεν περιλαμβάνει σφαγές αμάχων, βιασμούς γυναικών, πυρπόληση των ναών και εκθεμελίωση της πόλης, πολεμικές πρακτικές από τις οποίες θα πρέπει εκ των προτέρων να παραιτηθούν. Διότι τότε η Άρτεμις, προστάτιδα θεά όλων των ανυπεράσπιστων πλασμάτων της φύσης, οργισμένη θα διατάξει μια ανόσια θυσία που θα φέρει την Ερινύα μέσα στο σπίτι των νικητών. Επειδή η Άρτεμις μισεί τα φτερωτά πατρικά σκυλιά που κατασπάραξαν την έγκυο λάγισσα (αυτότοκον) πριν γεννήσει (προ λόχου). Αλλά εδώ υπάρχει μια αμφιλογία, το κείμενο του χρησμού μπορεί να διαβαστεί και διαφορετικά: Επειδή η Άρτεμις μισεί τα φτερωτά πατρικά σκυλιά που θυσίασαν το ίδιο τους το παιδί (αυτότοκον) μπροστά στον στρατό (προ λόχου). Ο σπαραγμένος θηλυκός λαγός δεν είναι μόνο η Τροία, είναι και η Ιφιγένεια!

Μένει να απαντήσουμε στο ερώτημα: «Γιατί θυμώνει η Άρτεμις;». Ο Κάλχας ταύτισε στον χρησμό του τους αετούς, μεταφορικούς και πραγματικούς, με τους Ατρείδες. Η Άρτεμις ως προστάτιδα θεά των ανυπεράσπιστων πλασμάτων της φύσης είναι η αρμόδια να τιμωρήσει τους παραβάτες άρπαγες των νεοσσών. Αλλά έχει μεσολαβήσει κάτι άλλο, οι αετοί ταυτίζονται πλέον με τους Ατρείδες και, επειδή πρόκειται για βασιλείς, η αρμοδιότητα της τιμωρίας διαφεύγει από την Αρτέμιδα και μεταβιβάζεται αναδρομικά στον Δία. Η επίφθονη Άρτεμις μένει χωρίς κανένα ρόλο σε αυτό το σκληρό παιχνίδι των θεών με τους ανθρώπους και οργισμένη ζητάει τη θυσία της Ιφιγένειας για να επανακτήσει τη χαμένη της αρμοδιότητα και τον ρόλο που της αφαιρέθηκε. Καταλαβαίνουμε τώρα γιατί ακούει ένας ύπατος, ανώτερος θεός, Απόλλων, Παν ή Ζευς, την κραυγή των αετών που βρήκαν τη φωλιά τους έρημη και στέλνει την τιμωρό Ερινύα στους παραβάτες.

Ο Αγαμέμνων μπαίνει σε δεινή δοκιμασία. Αν θέλει να πάει στην Τροία και να χύσει το αίμα αθώων, θα πρέπει να χύσει το πρώτο αίμα στο δικό του σπίτι. Θα μπορούσε ο Αγαμέμνων να βρει έναν τρόπο να παρακάμψει τον χρησμό της Αρτέμιδος; Ίσως, αν προσέφευγε στον ίδιο τον Δία. Αλλά σε αυτή την περίπτωση θα έπρεπε να υπαχθεί στους κανόνες του Δία και να απαρνηθεί όλες τις πολεμικές δραστηριότητες που σήμερα χαρακτηρίζονται εγκλήματα πολέμου. Δεν θέλει να το κάνει, και θα υποστεί τις συνέπειες.

Η Ιφιγένεια, που παρασύρθηκε δόλια στην Αυλίδα με την παραπλανητική υπόσχεση ενός ψεύτικου γάμου με τον Αχιλλέα, οδηγείται στον τόπο της θυσίας της με τη βία, τυλιγμένη σφιχτά στον «κρόκεον» νυφικό της πέπλο, φιμωμένη για να μην καταραστεί τους δικούς της, όπως μας πληροφορεί το ίδιο το κείμενο. Και ο πέπλος της, που την καλύπτει ολόκληρη, πέφτει ξαφνικά την κρίσιμη στιγμή. Το θέμα αυτό έχει απασχολήσει κατά κόρον τους ερευνητές χωρίς να έχει δοθεί οριστική απάντηση. Μπορούμε, όμως, να δώσουμε μία. Ο πέπλος που πέφτει την κρίσιμη στιγμή είναι το «ανακαλυπτήριον» του γάμου της με τον Άδη. Η τελετή αφαίρεσης του πέπλου μπροστά στον γαμπρό και στην οικογένειά του ακολουθούσε την είσοδο της νύφης στο νέο της σπίτι, με καλυμμένο πρόσωπο στη διαδρομή για να αποφεύγει τα βάσκανα βλέμματα. Όμως εδώ ανάγκη προστασίας από τα βάσκανα βλέμματα δεν έχει η νύφη, αλλά οι καλεσμένοι του ανόσιου γάμου-θανάτου. Η Ιφιγένεια, που εδώ πρόκειται να πεθάνει πραγματικά όσο και αν δυσκολευόμαστε να το παραδεχτούμε, δεν μπορεί να καταραστεί τους δικούς της με φιμωμένο στόμα και τους καταριέται με το βλέμμα: «Έβαλε έκαστον θυτήρων απ’ όμματος φιλοίκτω βέλει» -κάρφωνε του ματιού της η ελεεινή σαϊτιά έναν έναν τους φονιάδες- «πρέπουσα δ’ ως εν γραφαίς προσεννέπειν θέλουσα» -και έμοιαζε σαν ζωγραφιά που θέλει να μιλήσει- είναι ο παραδοσιακός τρόπος με τον οποίο μεταφράζεται πάγια η συνέχεια του πιο πάνω χωρίου. Ωστόσο το «εν γραφαίς», αυτή η αμείλικτα σκληρή δοτική του οργάνου, μας τρυπάει σαν πυρωμένη ρομφαία και μας προτρέπει να αναζητήσουμε το νόημα πιο πέρα από μια παθητική «ζωγραφιά». Ενώ το ρήμα «προσεννέπω» δεν σημαίνει απλώς μιλάω, αλλά απευθύνω τον λόγο σε κάποιον. Επιλέγουμε σε πρώτο στάδιο την απόδοση «έμοιαζε με γραφή που ήθελε να μιλήσει», και σε δεύτερο στάδιο προκύπτει, μόνο του σχεδόν, το νόημα ολόκληρης της πρότασης: «Κάρφωνε του ματιού της η ελεεινή σαϊτιά έναν έναν τους φονιάδες και έμοιαζε να ήθελε να τους μηνύσει το γραφτό τους». Όλη η σκηνή προάγεται σε μια «αφήγηση δραματική σφηνωμένη στα πλευρά της παράστασης που αιμορραγεί», όπως ίσως θα έλεγε ο Ρολάν Μπαρτ.

Η εντελής κατάρα της κόρης, ανήμπορης να μιλήσει, τινάζεται από το βλέμμα. Μέσα από το βλέμμα της η φίλοικτος Άρτεμις σαϊτεύει τους φονιάδες. Εδώ αρχίζουν όλα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0