Live τώρα    
Θέατρο / Η Ανδρομάχη και οι άλλες
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Θέατρο / Η Ανδρομάχη και οι άλλες

135490222.jpg

Στην «Εκάβη», στις «Τρωάδες» και στην «Ανδρομάχη» του Ευριπίδη δεν ανατέμνεται μόνο η ψυχολογία της ήττας, αλλά μπαίνει από τον ποιητή σε πρώτο πλάνο η ουσία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αυτή που παραμένει ορθή μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες. Στην «Εκάβη» η «Πολυξένη» μάς δείχνει την οδό από τη θυσία στην αυτοθυσία, προετοιμάζοντας τον δρόμο για την «Ιφιγένεια στην Αυλίδα» του Ευριπίδη. Εδώ δεν έχει νόημα το φιλολογικό ερώτημα, αν η τελική συναίνεση της Ιφιγένειας στη θυσία της είναι πατριωτική ή ειρωνική. Οι ώριμες, ύστερες τραγωδίες του Ευριπίδη πρέπει να διαβάζονται διακειμενικά. Η Ιφιγένεια της Αυλίδας δεν θέλει να έχει τη θλιβερή, ταπεινωτική τύχη της Ιφιγένειας στην πάροδο του αισχυλικού «Αγαμέμνονα» και επιλέγει ελεύθερα τη γενναία στάση της Πολυξένης του Ευριπίδη: «Κανείς να μην με αγγίξει, είμαι έτοιμη, θα βαδίσω μόνη μου ως το τέρμα»!

Με αυτήν την κίνησή του ο Ευριπίδης, με φορέα μια νέα κοπέλα, μια παρθένο, επαναφέρει το ηρωικό στοιχείο σε έναν γκρεμισμένο κόσμο, όπου όλοι οι ήρωες έχουν πια πεθάνει. Τίποτα δεν είναι τυχαίο στον Ευριπίδη και τίποτα δεν έχει τελειώσει.

Στις «Τρωάδες», η Ανδρομάχη, που τη φέρνουν σε άρμα, μάλλον από το κρεβάτι του βιαστή της Νεοπτόλεμου για να αποχαιρετήσει για πάντα το παιδί της, μας δίνει μέσα από τους δύο μεγάλους μονολόγους της μια συμπύκνωση «εν σμικρώ» του γυναικείου άλγους, προετοιμάζοντας την κορυφαία δραματική σκηνή του τέλους. Όπου, σε μια έρημη ακρογιαλιά και ανάμεσα στους καπνούς της πυρπολημένης πόλης, μια παντέρημη χαροκαμένη γριά ολομόναχη πια στον κόσμο, η Εκάβη, κηδεύει και μοιρολογεί το άγρια δολοφονημένο εγγόνι της.

Στην τραγωδία «Ανδρομάχη» δεν υπάρχει αυτό το μεγάλο, «γκρο πλαν» φινάλε με την Εκάβη. Η Ανδρομάχη εδώ είναι η απόλυτη πρωταγωνίστρια του δράματος και ο Ευριπίδης βρίσκει χώρο για να αναπτύξει πλήρως, μετωπικά το ψυχολογικό πορτρέτο της, σε αντίθεση με τα άλλα πρόσωπα που σκιαγραφεί το προφίλ τους. Εφαρμόζει και εδώ την προσφιλή του μέθοδο, επιχειρώντας μια ανακεφαλαίωση του τραγικού μύθου με άξονα μια πάσχουσα γυναικεία μορφή, στην οποία συγκλίνουν και την οποία διαπερνούν όλα τα πάθη και τα παθήματα νικητών και ηττημένων.

Τα πρόσωπα του έργου εμφανίζονται απογυμνωμένα από την ηρωική τους αίγλη, είναι σχεδόν «ώσπερ ημείς», αλλά χρειάζεται άκρα προσοχή στον σκηνοθετικό χειρισμό. Επειδή ο Ευριπίδης μάς στήνει άλλη μια παγίδα: το στοιχείο της υπέρβασης εξακολουθεί να υπάρχει, ο κόσμος μας είναι μετέωρος ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους. Η μοίρα παίζεται ταυτόχρονα στο «εδώ» και στο «αλλού» και... όπου κάτσει η μπίλια! Ζούμε σε ένα σύμπαν που κατοικείται εναλλάξ και απρόβλεπτα από φίλιες ή εχθρικές στον άνθρωπο δυνάμεις.

Τι κατάλαβε από τα πιο πάνω η σκηνοθεσία της Μαρίας Πρωτόπαππα; Λίγα, φοβάμαι. Από όλο το έργο διάβασε μόνο τον τίτλο, «Ανδρομάχη», και τον ερμήνευσε κατά το δοκούν, σαν να σημαίνει: «Η γυναίκα που μάχεται, πολεμάει τους άνδρες». Είναι, όμως, έτσι; Δεν το πιστεύω. Παραδοσιακά η Ανδρομάχη εντάσσεται στον κύκλο των γυναικών που πρόθυμα μπαίνουν στον ρόλο της οικοδέσποινας, συζύγου, μητέρας και «βασίλισσας του οίκου της». Έτσι μας τη δίνουν τα έπη και οι τραγωδίες που αφορούν τον βίο της. Δεν είναι μια σύγχρονη φεμινίστρια που αντιδρά, με τον τρόπο που μπορεί, στην «εργαλειοποίηση» του σώματός της από τον αφέντη-βιαστή της, όπως μονομερώς την είδε η σκηνοθεσία της Μαρίας Πρωτόπαππα. Έχει γεννήσει και ένα παιδί από αυτόν, κάτι που κάνει ακόμη δυσκολότερη, πιο σύνθετη την περίπτωσή της. Αντιδρά κατά της βίας της αντίζηλής της, νόμιμης «συζύγου» του «αφέντη» της, αλλά ταυτόχρονα προσβλέπει σε αυτόν, ως μοναδική ελπίδα προστασίας της ίδιας και του παιδιού της.

Στην πραγματικότητα το έργο μάς μιλάει, μέσα από την περίπτωση μιας γυναίκας που έχασε όλα όσα είχε εξαιτίας ενός άδικου και παράλογου πολέμου, για το δράμα της προσφυγιάς, για τη βία που συνεχίζεται και μετά το τέλος των συγκρούσεων, για τη μοίρα των αθώων πέρα από έθνος, φύλο και θρησκεία, για τον απαράδεκτο διαχωρισμό βαρβάρων και Ελλήνων, για την αδικία και το μίσος που βασιλεύουν στον κόσμο των ανθρώπων και για το έλλειμμα δικαιοσύνης. Μέσα σε όλα τα πιο πάνω περιλαμβάνεται και το γυναικείο ζήτημα, το έργο, όμως, δεν εξαντλείται εκεί.
Εχω την εντύπωση ότι η σκηνοθεσία της Μαρίας Πρωτόπαππα, με τη συνεργασία στη δραματουργική επεξεργασία της Έλενας Τριανταφυλλοπούλου, μέσα στον ζήλο της να «εκσυγχρονίσει» το έργο και να το φέρει στην εποχή μας υπερέβαλε στον τονισμό του γυναικείου ζητήματος υποβιβάζοντας αντίστοιχα τους ανδρικούς ρόλους σε επίπεδο ανδρεικέλων. Μεταβάλλοντας έτσι το δράμα του Ευριπίδη σχεδόν σε κωμωδία. Το γεγονός ότι στην αρχαιότητα όλοι οι ρόλοι -και οι γυναικείοι- παίζονταν από άνδρες ουδόλως δικαιολογεί την παρενδυσία, με κακή μάλιστα αισθητική, που επικράτησε και «τίναξε στον αέρα» πρώτα τον κύριο ρόλο της «Ανδρομάχης» τον οποίο έδωσε ο Αργύρης Ξάφης ανδρικά, αλλά με κοστούμι, μακιγιάζ, κόμμωση κ.λπ., εξωφρενικά και παράταιρα, σαν να έβλεπες μπροστά σου την «Επιστροφή της γηραιάς κυρίας» του Ντίρενματ ή ένα ον εξωγήινο. Έλεος! Την Ερμιόνη ερμήνευσε ντυμένη επίσης αλλόκοτα, ούτε ανδρικά ούτε γυναικεία, κάτι σαν το φάντασμα του Καντέρμπουρι, ο Τάσος Λέκκας. Χωρίς διόλου να φταίει γι’ αυτό ο καλός ηθοποιός. Παράλληλα η ανορθόδοξη, λοξή, έξω από αρμονία και μέτρο πολύσπαστη κίνηση του χορού, σε κινησιολογία του Αλέξανδρου Βαρδαξόγλου, και η ανάλογη φωνητική δραματουργία-διδασκαλία της Άννας Παγκάλου δεν νομίζω ότι ήταν τα καλύτερα στοιχεία της παράστασης, μάλλον την υπονόμευαν. Η μουσική του Λόλεκ, ίσως ακατάλληλη για αυτό το έργο. Τα σκηνικά και οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη, λιτά. Τα κοστούμια της Βάνας Γιαννούλα, βαριά.

Οι άλλοι, μικρότεροι ρόλοι: Γυναίκα η Μαρία Πρωτόπαππα. Θεράπαινα ο Δημήτρης Γεωργιάδης. Τροφός ο Κωνσταντίνος Πασσάς. Αγγελιαφόρος (καλός) ο Γιάννης Μάνθος. Θέτιδα η Στέλλα Γκίκα. Ο Δημήτρης Μαμιός ως δίβουλος, εφηβικός Ορέστης ξεχώρισε. Τον Πηλέα ερμήνευσε ο Δημήτρης Πιατάς, κατορθώνοντας να εντάξει με την εξαιρετική φωνή και με την ιδιόρρυθμη υποκριτική του στόφα κωμικά στοιχεία σε έναν ρόλο δίσημο που τα δικαιολογεί. Μας χάρισε, έτσι, έναν απολαυστικό κλαυσίγελο. Ως Μενέλαος ο Γιάννης Νταλιάνης έπεισε με την ολοκληρωμένη παρουσία του. Η «έξοδός» του -νικημένου από τον Πηλέα- αριστουργηματική.

Η μετάφραση του Γ.Β. Τσοκόπουλου, ξεπερασμένη γλωσσικά, δυσκόλευε. Τα παράλληλα αποσπάσματα του αρχαίου κειμένου, σαν σφήνες μέσα στον νεοελληνικό λόγο, δεν νομίζω ότι προσέθεταν κάτι.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0