Να είναι ξεκάθαρο ευθύς εξαρχής: δεν πρόκειται για κείμενο νοσταλγίας. Δεν πρόκειται για ύμνο στον «παλιό καλό καιρό», που όλα ήταν ωραία και αθώα και τα καλοκαίρια μύριζαν μόνο θάλασσα και ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν τα τζιτζίκια. Ουδεμία πρόθεση υπάρχει για τέτοιο κείμενο. Όχι πως δεν αγαπώ τα παιδικά μου καλοκαίρια. Και ποιος δεν τα αγαπάει άλλωστε; Αν και ούτε αυτό είναι απόλυτο, αφού υπάρχουν και καλοκαίρια απίστευτης δυσκολίας, ανεκδιήγητων ελλείψεων αλλά και οριστικής φρίκης, όπως διδάσκει (;) στις μέρες μας οδυνηρότατα η τραγική Γάζα. Αν σε όλο αυτό προστεθεί το γεγονός ότι δεν μεγαλώσαμε όλοι στην ίδια Ελλάδα και ότι η δική μας Ελλάδα (ιδιαίτερα η Ελλάδα της επαρχίας και των κλειστών τόπων) δεν ήταν και τόσο αθώα ούτε τόσο ανέμελη, αλλά κυνηγημένη, αποκλεισμένη, περιορισμένη σ’ ένα αόρατο στρατόπεδο ελέγχου -για να μην πω κάτι βαρύτερο-, τότε εύκολα γίνεται κατανοητό ότι η νοσταλγία παίζει «κρυφτό», μια που μιλάμε για παιδικά καλοκαίρια, ακροβατώντας στο ίδιο σχοινί με τη μνήμη. Κι όσο περνούν τα χρόνια της απουσίας σου από τα δεδομένα του γενέθλιου τόπου τόσο η νοσταλγία κρύβεται βαθύτερα στη μνήμη, αφού και οι πάσης φύσεως αλλαγές σκεπάζουν για πάντα τις παλιές κρυψώνες.
Το μόνο που μένει ίδιο, επειδή ξέρει να αλλάζει (όπως ο «Γατόπαρδος» του Λαμπεντούζα), είναι η αγάπη. Ίδια, διαρκώς αλλάζοντας, για τον τόπο που γεννήθηκες και υπήρξες. Για τον τόπο, θέλω να πω, που σε χτύπησε πρώτη φορά κατάστηθα ο καιρός κι έγινε χρόνος κάνοντας να πονούν τα κόκαλα των ποδιών σου σε ώρες μεγάλης μοναξιάς.
Ισως να είναι αυτός ο ίδιος ο παλιός πόνος ή η μνήμη του που επανέρχεται (η μνήμη κάθε τραύματος είναι αγιάτρευτη…) και αγκυλώνει κάθε φορά που επιστρέφεις και βλέπεις ξεκάθαρα τη συντελεσθείσα καταστροφή. Και η πληγή ανοίγει διάπλατα γιατί βλέπεις ξεκάθαρα την καταστροφή της δικής σου καθημερινότητας κι εκεί όπου τώρα ζεις. Δεν επιστρέφεις από κάποιον παράδεισο σε κάποια κόλαση. Η επιστροφή στον γενέθλιο τόπο σε κάνει να συνειδητοποιείς το μέγεθος της γενικής καταστροφής, το τρομακτικό κενό χωρίς κέντρο, χωρίς άκρα, χωρίς έρμα, μέσα στο οποίο πλέει «εική και ως έτυχε» η ζωή μας. Μια ζωή -το αντικρίζεις... ολοσχερώς- που αφέθηκε χωρίς προστατευτικούς φραγμούς στη φτήνια και στην ασχήμια. Δεν μιλώ για φτώχεια, η φτώχεια έχει τη δική της αξιοπρέπεια. Δεν μιλώ για ανάγκη, η ανάγκη εφευρίσκει μυστικά περάσματα για να περάσει η ομορφιά. Δεν είναι νοσταλγία ένα γεράνι στο παράθυρο ή ένα ασβεστωμένο πεζοδρόμιο, είναι τρόπος για να ανθίσει η ομορφιά του κόσμου. Ή αλλιώς η ίδια η γνώση.
Αλλά ας δεχτούμε (γιατί είναι αλήθεια) ότι αυτά η εποχή τα ξεπέρασε ανεπιστρεπτί. Τα ξεπέρασε όμως; Ή πέρασε από πάνω τους σαν οδοστρωτήρας (που λέει και ο, άδειος από καθετί ανθρώπινο, Μητσοτάκης) καταστρέφοντας κάθε συμπέρασμα, εξανδραποδίζοντας κάθε αλληλουχία, διακόπτοντας τη συνέχεια της θέλησης για ομορφιά, τη συνέχεια, δηλαδή, της πεποίθησης για γνώση. Ζούμε έχοντας διολισθήσει «ανεπαισθήτως» σε έναν απηνή διωγμό της ύπαρξης που ούτε η Αριστερά τον αντιλήφθηκε, παρασυρμένη και η ίδια από το ορμητικό ποτάμι ενός καθολικού -ας μου επιτραπεί ο όρος- αντιπολιτισμού. Γενικού και ακατάσχετου. Ενός αντιπολιτισμού που όταν φτάσει στην καταστροφή κάθε κοινωνικής πρόνοιας, στη διάλυση κάθε μορφής δικαιοσύνης, στη βαράθρωση κάθε συντακτικής συγκρότησης της Πολιτείας (όπου ως Πολιτεία νοούνται το κράτος και ο λαός) είναι πια πολύ αργά.
Ας μην αναρωτιόμαστε λοιπόν από πού ξεπήδησαν η φτήνια και η ασχήμια του υπερτουρισμού που σου επιτίθεται ουρλιάζοντας. Ας μην αναρωτιόμαστε για την κατακλυσμιαία αρχιτεκτονική αγριότητα, σε βαθμό παροξυσμού, που βιάζει κάθε έννοια του κατοικείν. Ας μην αναρωτιόμαστε για τον οχετό από τα στίφη και τις ορδές του κενού βλέμματος που προσπαθούν να ξεγελάσουν το γενικό άδειο, άλλοτε «με ξυπόλυτα σαββατοκύριακα» κι άλλοτε σκαρφαλώνοντας σ’ έναν τσιμενταρισμένο κι αδειανό Παρθενώνα, πρόσφυγα από τον ίδιο τον πολιτισμό της δημοκρατίας που τον γέννησε.
Πριν νοσταλγήσουμε εντέλει, ας αναρωτηθούμε πόσος αντιπολιτισμός αντιστοιχεί ανάμεσα σε κάθε μονάδα τουριστικού συναλλάγματος και σε κάθε «παιδικό καλοκαίρι» ή σε κάθε γιατρό που λείπει από ένα νοσοκομείο.