Live τώρα    
Duke Ellington / Ο «Δούκας της Τζαζ»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Duke Ellington / Ο «Δούκας της Τζαζ»

dd

Φιλόδοξος και απαιτητικός όπως ήταν πάντα από τη ζωή, ο Duke Ellington δεν άργησε να αποκτήσει τη δική του μπάντα. Ήδη το 1924 έπαιζε στη Μέκκα της τζαζ, στη Νέα Υόρκη. Λίγο μετά άρχισε η μακρά θητεία του στο Cotton Club του Χάρλεμ. «Όργανο» της δημιουργίας του ήταν οι μουσικοί-μέλη της Duke Ellington Orchestra, έμπιστοι συνεργοί του στη σύνθεση της μουσικής του με τους αυτοσχεδιασμούς τους. Μαζί τους κι αυτός, ένας «δανδής» της μουσικής, γύρισε τον κόσμο, ηχογράφησε και δοξάστηκε από την εποχή του swing μέχρι και το τέλος της πολυκύμαντης ζωής του, στις 24 Μαΐου του 1974.

Πρωτευουσιάνος μεσοαστός

Ο Edward Kennedy Ellington γεννήθηκε στις 29 Απριλίου 1899 από μια μεσοαστική μαύρη οικογένεια της πρωτεύουσας Washington. O πατέρας του, σερβιτόρος στον Λευκό Οίκο και όχι επαγγελματίας μουσικός, έπαιζε πιάνο. Έτσι από 7 ετών ο μικρός Duke, χωρίς να δείχνει αρχικά μεγάλο ενδιαφέρον για τη μουσική, ξεκίνησε μαθήματα πιάνου. Στα 14 του πήγαινε κρυφά σε συναυλίες και στα 17 παράτησε το σχολείο. Είχε, όμως, αρχίσει να παίζει για το νυχτοκάματο στα μαγαζιά της πρωτεύουσας και απώτερος στόχος του ήταν να γίνει ένας καλός επαγγελματίας μουσικός.

Ο νεαρός Edward απολάμβανε μια σταθερή αστική ανατροφή, χωρίς να υπάρχει καμία ένδειξη για το μέλλον του ως μια από τις κομβικές φιγούρες της τζαζ μουσικής. Εγκατέλειψε τα μαθήματα πιάνου ως παιδί λόγω της απροθυμίας του να μάθει να διαβάζει μουσική, και από όλες τις τέχνες διέπρεπε στη ζωγραφική.

Κομψός σαν δούκας

Οταν άρχισε να ενδιαφέρεται για τη μουσική, τα τελευταία χρόνια στο Γυμνάσιο, διαπίστωσε ότι μπορούσε να τα βγάλει πέρα μ’ ένα μείγμα της δικής του ευφυΐας, της εφευρετικότητάς του και των ελάχιστων σπουδών του στο πιάνο. Με το παρατσούκλι «Duke», για την κομψή εμφάνισή του, συνέθεσε ως έφηβος τα πρώτα κομμάτια, το «Soda fountain rag» και το μπλουζ «What you gonna do when the bed breaks down?». Το 1919 δημιούργησε την πρώτη μουσική ομάδα του, τους Duke’s Serenaders. Από τους Barron’s, το συγκρότημα το οποίο περιλάμβανε τον ντράμερ Sonny Greer και τον σαξοφωνίστα Otto Hardwick, ο Duke Ellington βρέθηκε στο Hollywood Inn, στο κλαμπ στην Times Square, όπου η πελατεία ήταν υψηλότατου επιπέδου και οι αμοιβές αναμφισβήτητα πιο ουσιαστικές.

Αν και το υπόβαθρο του Duke δεν ήταν στην τζαζ, άρχισε να απορροφά επιρροές από ragtime πιανίστες και άλλους δημοφιλείς ερμηνευτές της εποχής, συμπεριλαμβανομένων των Willie «The Lion» Smith και James P. Johnson, πατέρα του Harlem stride piano. Ωστόσο, το ρεπερτόριο της ορχήστρας επικεντρωνόταν κυρίως σε ποπ και χορευτικά κομμάτια, μέχρι που ο ήχος της Νέας Ορλεάνης άρχισε να επιδρά στον δικό της.

Στο μυθικό Cotton Club

Τον Σεπτέμβριο του 1923, ζώντας μόνιμα πια στη Νέα Υόρκη, έπαιζε με την μπάντα του σε διάφορα μουσικά μαγαζιά, πριν αυτή γίνει η μόνιμη ορχήστρα του περίφημου Cotton Club. Τρία χρόνια μετά η ορχήστρα του, μέλη της οποίας ήταν οι καλύτεροι μουσικοί της εποχής, ήταν μία από τις δημοφιλέστερες, ενώ ο Ellington ξεχώριζε ως σπουδαίος συνθέτης και ενορχηστρωτής. Το Cotton Club, με το δύσκολο λευκό κοινό του, ήταν το «διαβατήριό» του για την επιτυχία και τη διεθνή καταξίωση. Η διακόσμησή του θύμιζε μια εξωτική ζούγκλα και απευθυνόταν κυρίως σε τουρίστες. Ο Ellington ανταποκρίθηκε στην πρόκληση του χώρου, ενορχηστρώνοντας μουσική με τρομπέτες να… κρώζουν, τρομπόνια να βρυχώνται και σαξόφωνα να ουρλιάζουν!

«Take the A train»

Το καλοκαίρι του 1933 βρέθηκε με την ορχήστρα του για πρώτη φορά στην Ευρώπη. Σταθμοί της περιοδείας τους, η Βρετανία, η Ολλανδία και η Γαλλία, με σημαντική κάλυψη από τον Τύπο της εποχής. Μετά την επιστροφή του συνέχισε να παίζει και να ηχογραφεί σε όλες τις μεγάλες πόλεις των ΗΠΑ, εκτός από αυτές του ρατσιστικού Νότου. Στις αρχές της επόμενης δεκαετίας πλαισίωναν την Duke Ellington Orchestra μουσικοί όπως ο πολλά υποσχόμενος, σπουδαίος τενόρος σαξοφωνίστας Ben Webster. Τότε άρχισε η συνεργασία του με το συνθετικό alter ego του, τον πιανίστα και ενορχηστρωτή Billy Strayhorn. Η κορύφωσή της το 1941 έφερε το «Take the A train», με το οποίο άρχιζε κάθε συναυλία της ορχήστρας του. Μια απολαυστική σύνθεση της εποχής του swing που γνώρισε μεγάλη διεθνή επιτυχία.

Στο Φεστιβάλ του Newport

Το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σήμανε και το τέλος της εποχής των big bands και του χορευτικού swing. Ο Duke Ellington κατάφερε να κρατήσει ζωντανή και ενωμένη την ορχήστρα του, με την οποία συνέχισε να περιοδεύει, χάρις στα πνευματικά δικαιώματα που εισέπραττε από τα τραγούδια που έγραφε για γνωστές φωνές της εποχής, ενώ συνάμα συνέθετε μουσική για τα μιούζικαλ του Broadway και τον κινηματογράφο. Μετά τα χρόνια της Ύφεσης, η εμφάνισή του στο περίφημο Φεστιβάλ Jazz του Newport (7 Ιουλίου του 1956 ήταν) υπήρξε το σημείο καμπής και αναγέννησης της ορχήστρας. Η ζωντανή ηχογράφηση της συναυλίας αποτέλεσε την, αναμφισβήτητα, μεγαλύτερη δισκογραφική του επιτυχία.

Επίμονος και καινοτόμος

Ο Ellington ήταν παθιασμένος με τη μουσική του κι αυτό που ήθελε να πετύχει. Αυτό ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του. Παραγωγικός συνθέτης, δημιούργησε πάνω από δύο χιλιάδες κομμάτια, συμπεριλαμβανομένων των μυθικών τραγουδιών «It don’t mean a thing if it ain’t got that swing» και «Sophisticated lady», αλλά και πιο μεγάλα έργα, τις σουίτες «Black, brown and beige» και «The Liberian Suite». Ισχυρός και παθιασμένος χαρακτήρας σε πολλά σημεία της ζωής του, το 1943 συντέλεσε στη δημιουργία μιας ετήσιας σειράς συναυλιών στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης, που διήρκεσαν μέχρι το 1955, όπου μπορούσε να παρουσιάσει τα νέα, μεγαλύτερα έργα του.

Κυνηγός ονείρων

Ο Duke Ellington επιθυμούσε να δώσει «πίσω» αυτό που πίστευε πως όφειλε στην κοινότητα της τζαζ, στήνοντας μεγάλα γεγονότα για να διαδώσει την αγάπη του για τη μουσική. Αντί να κάθεται αδρανής και να αφήνει τους άλλους να κάνουν πράγματα γι’ αυτόν, έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να ασχοληθεί με όποιον τομέα της μουσικής μπορούσε, είτε παίζοντας είτε δημιουργώντας σημαντικά έργα. Γεμάτος αποφασιστικότητα, εκεί που οι περισσότεροι θα υποχωρούσαν και θα έβρισκαν μια καλά αμειβόμενη δουλειά και θα τα παρατούσαν, συνέχισε να κυνηγάει τα όνειρά του. Δεν έκανε ποτέ πίσω, όσο σκληρή κι αν ήταν η ζωή του. Λίγοι, όμως, αμφισβητούν τη σημασία της επιρροής του στην παγκόσμια μουσική, υπεράνω ειδών και κατηγοριών.

Απολογισμός ζωής

Κομβική φιγούρα στον κόσμο της τζαζ μουσικής, πολλοί ήταν οι κριτικοί που συμφωνούσαν ότι ο Duke Ellington ξεπέρασε κατά πολύ το αρχικά ακατέργαστο μουσικό του ταλέντο. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 ξεχώρισαν οι συνεργασίες του και οι ηχογραφήσεις με τους John Coltrane, Charles Mingus και Coleman Hawkins. Από το 1963 ο Ellington και η ορχήστρα του περιόδευσαν στη Μέση Ανατολή και στην Ιαπωνία («The Far East Suite»), ενώ από το 1968 έως και το 1971 βρέθηκαν στη Λατινική Αμερική και στη Σοβιετική Ένωση. Κοντά στο τέλος της δημιουργικής ζωής του ο Duke ενσωμάτωνε στην τζαζ μουσική του θρησκευτικά στοιχεία, παρουσιάζοντας τα στα Sacred Concerts του σε εκκλησίες και καθεδρικούς ναούς, συνοδεία χορωδιών και χορευτών.

O «Δούκας της Τζαζ» άφησε την τελευταία του πνοή στις 24 Μαΐου 1974 χτυπημένος από τον καρκίνο. Η ορχήστρα του συνέχισε να διαδίδει τη μουσική του υπό την καθοδήγηση του γιου του Mercer Ellington και από το 1996 του εγγονού του.

Ενα απρόβλεπτο jam session

Κι εγώ βρέθηκα εκεί, ανάμεσα στο ενθουσιώδες κοινό του κατάμεστου Palais des Concerts μιας μικρής παραλίμνιας φιλόμουσης ελβετικής πόλης, σ’ έναν σταθμό της ευρωπαϊκής περιοδείας του, για να συναντήσω στην κορύφωση της ωριμότητάς της τη μεγάλη ορχήστρα του. Στιγμές απόλαυσης, με το καλά κρυμμένο κασετόφωνο να ηχογραφεί και να διαιωνίζει αυτή την αλησμόνητη, τόσα χρόνια μετά, μουσική εμπειρία. Στο διάλειμμα οι μισοί θεατές βγήκαν έξω για τσιγάρο. Προφανώς μη καπνιστής, ο οργανίστας Wild Bill Davis έμεινε μόνος στο ημίφως της σκηνής, μπροστά στο βαρύ Hammond B-3 όργανό του, παίζοντας ένα αργό, χαμηλόφωνο blues. Και τότε το «αφεντικό» πρόβαλε τραβώντας την κουρτίνα, ευθυτενής και χαμογελαστός. Κάθισε στο πιάνο του και άρχισε να συνοδεύει τον φίλο του και μόνιμο οργανίστα της ορχήστρας του. Ξαφνιασμένοι, ένας-ένας οι μουσικοί που το πήραν χαμπάρι βγήκαν στη σκηνή, άνοιξαν τις θήκες των πνευστών τους και συμμετείχαν σ’ αυτό το θεσπέσιο jam session. Έκπληκτοι οι θεατές επιστρέφοντας στις θέσεις τους, στέκονταν όρθιοι μπροστά στη σκηνή, ζώντας μια απρόοπτη, μια μοναδική στιγμή, όταν η μουσική δεν παίζεται για το κοινό, αλλά για την απόλαυση των ίδιων των δημιουργών της. Παραπάνω από απολαυστική για τον τότε νεαρό φοιτητή και άπειρο ακροατή που ακόμα τη ζει σαν να είναι τώρα εκεί.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0