«Η νύχτα έπεφτε πάνω στην πόλη σαν κουβέρτα τρύπια, φαγωμένη από τα τσιγάρα, μυρίζοντας μούχλα, σαπισμένα όνειρα και την ξινή ανάσα του καυσαερίου που ’χε ποτίσει τα πάντα. Τα φώτα της λεωφόρου τρεμόπαιζαν σαν μάτια που δεν κλείνουν, μισόσβηστα, κι ο ήχος απ’ τα κλάξον έσκαγε σαν πυροβολισμοί σε γλέντι που χε στραβώσει από ώρα.
Ο Άρης στεκόταν στο μπαλκόνι του, ένα κομμάτι τσιμέντο με σκουριασμένα κάγκελα, στον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας που ’χε δει και καλύτερες μέρες - τότε που οι ένοικοι πλήρωναν το νοίκι στην ώρα τους, οι τοίχοι δεν μύριζαν υγρασία και οι σωλήνες δεν γκρίνιαζαν σαν γέροι με εντερικά.
Κρατούσε ένα ποτήρι ουίσκι, φτηνό απ το μπακάλικο του κυρ Γιώργη στη γωνία που ’καιγε σαν καρφί στον λαιμό - τιμωρία για τις μέρες που δεν έζησε όπως ήθελε, για τις νύχτες που κοιμόταν με το φως αναμμένο για να ξεγελάσει τη μοναξιά».
Διαβάζοντας αυτό το μικρό απόσπασμα από ένα μεγάλο διήγημα, ο αναγνώστης διαπιστώνει πως αυτός που το έγραψε έχει πολλά στοιχεία τα οποία συγκροτούν έναν πολλά υποσχόμενο γραφιά. Γνωρίζει πώς να χρησιμοποιεί τις λέξεις βάζοντάς τες αρμονικά τη μία δίπλα στην άλλη, να περιγράφει με ωραίο, σχεδόν γλαφυρό τρόπο εικόνες και να τις μεταφέρει στον αναγνώστη, τον οποίο βάζει στο πλαίσιο και στην ατμόσφαιρα που θέλει να μεταφέρει στην ιστορία του, να αναφέρει λέξεις που χρησιμοποιούνται μεταφορικά, να αναδεικνύει νοήματα γράφοντας με έμμεσο αλλά ιδιαίτερα δηκτικό τρόπο. Από το απόσπασμα δεν απουσιάζουν οι κοινωνικές αναφορές που παραπέμπουν σε έναν καλό γνώστη της πραγματικότητας.
Κι όμως, αυτός που έγραψε αυτό το απόσπασμα δεν είναι άνθρωπος, το κείμενο είναι προϊόν Τεχνητής Νοημοσύνης με βάση την εντολή ενός ανθρώπου να γράψει μια ιστορία. Η Τ.Ν. ανταποκρίθηκε με περισσή επάρκεια σε αυτό που της ζητήθηκε και το ερώτημα που προκύπτει είναι αν η Τ.Ν. λειτουργώντας στη λογοτεχνία έχει όρια ή μπορεί να ξεπεράσει τον άνθρωπο. Είναι ικανή να υποκαταστήσει τους συγγραφείς ή έχει φραγμούς και συγκεκριμένα όρια;
Εχει περάσει ελάχιστος καιρός από τότε που η Τεχνητή Νοημοσύνη άρχισε να αγγίζει και τα χωράφια της λογοτεχνίας, και οι συζητήσεις και προβληματισμοί για τις δυνατότητές της έχουν ενταθεί. Θα καταφέρει άραγε αν όχι τώρα, σε απώτερο χρόνο, να λειτουργεί ως μια αυτόνομη μηχανή παραγωγής και να δημιουργήσει ένα μοναδικό και αξιόπιστο λογοτεχνικό έργο βασισμένο σε απλές προτροπές που θα παίρνει από ανθρώπους; Θα είναι οι συγγραφείς περιττοί;
Το «Δεν είμαι ρομπότ» είναι ένα πείραμα, ένα παιχνίδι από το οποίο οι ίδιοι οι αναγνώστες καλούνται να απαντήσουν στα προαναφερόμενα και σε άλλα ερωτήματα. Περιέχει δεκατέσσερις αυτόνομες ιστορίες, δεκατέσσερα διηγήματα που όμως έχουν μια ιδιαιτερότητα. Τα εννιά είναι γραμμένα από ανθρώπους που κινούνται στον χώρο της λογοτεχνίας και τα πέντε έχει δημιουργήσει η λεγόμενη ΑΙ. Όσοι τα διαβάσουν θα κληθούν οι ίδιοι να κρίνουν αν πρέπει οι άνθρωποι, αν όχι τώρα, μελλοντικά να κατεβάσουν τα μολύβια...
* Ο Γιάννης Παντελάκης είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος

Γεράσιμος Κουζέλης
Πού ξέρετε πως δεν είμαι ρομπότ;
ΠΟΥ ΞΕΡΕΤΕ ΠΩΣ δεν είμαι ρομπότ; Πού ξέρετε πως αυτό το σημείωμα δεν είναι προϊόν τεχνητής νοημοσύνης, πως δεν είναι η γραφή του «τεχνητή»;
Πού ξέρετε πως δεν είναι γραφή «μηχανική», όπως λέγαμε σε συζητήσεις παλιότερες, τότε που τα εξαρτήματα ενός συστήματος που θα εκτελούσε μια τέτοια διαδικασία ήταν ορατά. Ή όπως θα λέγαμε και σήμερα σε παράπλευρες αναφορές, όπως όταν μιλάμε για τη «μάθηση» που επιτρέπει στους υπολογιστές να την πραγματοποιούν μια τέτοια γραφή. Αν μάλιστα δεν της είχαν αποδώσει άλλη αναφορά ο Μπρετόν και ο Σουρεαλισμός, η έκφραση «αυτόματη γραφή» θα ταίριαζε νομίζω περισσότερο. Γιατί, από τη μία, θα ανέσυρε στη μνήμη μας την πλούσια λογοτεχνική και φιλοσοφική παράδοση των αυτομάτων, που κάνουν παρέα με τους «μηχανικούς ανθρώπους», τις μαριονέτες και τους «μηχανικούς Τούρκους»: από τον Ζαν Πάουλ στον Ε.Τ.Α. Χόφμαν κι από τον Κλάιστ στον Μπένγιαμιν. Κι από την άλλη, θα μας θύμιζε ποιο ήταν το ζήτημα της αυτοματοποίησης της μετάφρασης, ποιο το πρόβλημα και τι διακυβευόταν, παλιότερα, και σε κάποιο βαθμό ακόμα και σήμερα: η πολυπλοκότητα και ο συμφραστικός προσδιορισμός των νοημάτων.
Αυτή ακριβώς δεν είναι όμως η θετικιστική συνιστώσα της αυτόματης μετάφρασης και κατά προέκταση και της μηχανικής γραφής, εκείνης της τεχνητής νοημοσύνης; Δεν χωράει αμφισημίες γιατί δεν διαβάζει αμφισημίες ως αμφισημίες: αναγκαστικά τις λύνει επιτόπου υπέρ μιας, της ισχυρότερης, δηλαδή δημοφιλέστερης, εκδοχής. Και δεν δημιουργεί αμφισημίες γράφοντας, τουλάχιστον «συνειδητά» - κι έχει ενδιαφέρον αυτή η άτοπη προβολή της συνειδητότητας εδώ. Δεν «παίζει» με τις λέξεις, τις τοποθετεί στη σωστή τους θέση, έστω κι αν κάνει (σπανίως βέβαια) λάθος.
[...]
ΤΗ ΒΛΕΠΕΤΕ; Την είδατε στα διηγήματα που προηγήθηκαν σε αυτόν τον τόμο; Ή νομίζετε πως κάποια θα μπορούσαν να είναι προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης; Και κυρίως: γιατί το νομίζετε; Τι τα διακρίνει και πώς διαπιστώνεται; Διαπιστώνεται;
* Απόσπασμα από τη συλλογή «Δεν είμαι ρομπότ», εκδόσεις Θεμέλιο