Live τώρα    
Θέατρο / Μικρό αφιέρωμα στον μεγάλο Ίψεν (2ο μέρος)
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Θέατρο / Μικρό αφιέρωμα στον μεγάλο Ίψεν (2ο μέρος)

bri

Στο σημείωμά μου της προηγούμενης Κυριακής, αφιερωμένο στους «Βρικόλακες», επιχείρησα να δω το έργο πέρα από την κλασική ψυχανάλυση που έχει κατά κόρον ασχοληθεί με αυτό. Αναζήτησα τις απώτατες καταβολές του στην αρχαιοελληνική τραγωδία, στη σαιξπηρική παράδοση και σε βιβλικές αφηγήσεις. Συνοψίζω σήμερα και ολοκληρώνω.

«Μητέρα, δώσε μου τον ήλιο!»

Το κορυφαίο αυτό έργο του Ίψεν φωτίζεται πληρέστερα αν ανιχνεύσουμε τη σχέση μάνας και γιου σε αυτό σαν αντανάκλαση της ομόλογης σχέσης αγάπης-μίσους, Άμλετ και Γερτρούδης, μάνας και γιου στο έργο του Σαίξπηρ «Άμλετ». Αλλά, επίσης, αν τη δούμε σαν μια παραλλαγή της αμφιθυμικής σχέσης οικείωσης-αποξένωσης της Κλυταιμήστρας και του Ορέστη στις «Χοηφόρους» του Αισχύλου. Η ψυχαναλυτική ερμηνεία, κυρίως των επιγόνων του Φρόιντ, έχει τονίσει την αδυναμία των δύο ηρώων Άμλετ και Όσβαλντ να «σκοτώσουν», πάντα σε επίπεδο συμβόλων, τη μάνα.

Από τους τρεις «γιους», μόνο ο Ορέστης τολμά να φέρει ως το τέλος τη φονική πράξη, σκοτώνοντας την ίδια του τη μάνα. Όσον αφορά, τέλος, τη μορφή της μάνας, με όποιον τρόπο και αν τη δούμε στα τρία προαναφερθέντα θεμελιακά έργα της παγκόσμιας δραματουργίας, είτε στη γλώσσα της φροϊδικής ψυχανάλυσης, ως ένα μνημειακό και δεσπόζον μητρικό υπερεγώ που κρύβει τον ήλιο-πατέρα από τον γιο, είτε στη γλώσσα των μυθικών συμβόλων, οικεία στον Καρλ Γιουνγκ, σαν μια σεληνιακή μητέρα που υποκλέπτει τον γιο από τον πατέρα-ήλιο, πάντα θα καταλήγουμε στην ίδια τραγική κραυγή του τέλους του Όσβαλντ των «Βρικολάκων», πριν βυθιστεί για πάντα στο χάος της ασυνειδησίας: «Μητέρα, δώσε μου τον ήλιο!».

Βιβλικά πρόσωπα

Το πρόβλημα της ομορφιάς και της ασχήμιας δεν είναι ζήτημα αισθητικής, είναι κατεξοχήν ζήτημα πνευματικό. Έτσι το έβλεπαν οι αρχαίοι καιροί, έτσι το βλέπει ο Ίψεν και έτσι το αντιμετωπίζει. Να έρθω τώρα στο θέμα των βιβλικών καταβολών που διατρέχουν υπόγεια τα έργα του Ίψεν. Στους «Βρικόλακες» συναντάμε μια τριάδα μεταμφιεσμένων «βιβλικών» προσώπων: τον Πάστορα Μάντερς ως μέγα υποκριτή Φαρισαίο, τον αχρείο πληβείο Ένγκστραντ στον ρόλο ενός άθλιου Τελώνη και τη Ρεγγίνα ως τη δυνάμει «αμαρτωλή» της παραβολής. Και οι τρεις στερούνται της προοπτικής να αναχθούν από τον «υιό» στη «βασιλεία των ουρανών», επειδή ο «υιός» βρίσκεται καθηλωμένος σε κατάσταση ανήμπορου βρέφους από την παρεμβαίνουσα ζηλωτική μητέρα που ματαιώνει τη συνάντηση με τον πατέρα του. Αυτή ακριβώς είναι η εικόνα και της εποχής μας, μιας εποχής τεράτων, με προφήτη της τον μέγιστο Ίψεν.

Ρεαλισμός του βάθους

Η σκηνοθεσία της Αναστασίας Παπαστάθη στο Θέατρο Ραντάρ «πιάνει» το έργο στη γυμνή του ουσία και το αποδίδει καίρια στην πολύ καλή μετάφραση της ίδιας σε μεστά ελληνικά, χωρίς περιττούς πειραματισμούς και άλλα νεωτεριστικά, δήθεν, στολίσματα. Μια παράσταση ρεαλιστική, με γνώση του τι σημαίνει ρεαλισμός∙ όχι του καθρέφτη, αλλά της πραγματικής, άπειρα πολυπρόσωπης, πολυπρισματικής ζωής. Ένας ρεαλισμός του βάθους, όχι της επιφάνειας αλλά της πίσω όψης του καθρέφτη, κυμαινόμενος αλλά συμπαγής, με ενιαίους ρυθμούς και, κυρίως, ανθρώπινος. Με στέρεους, δουλεμένους ως τις λεπτομέρειές τους ρόλους.

Ο Νίκος Αναστασόπουλος δίνει έξοχα τον αχρείο Ένγκστραντ, χαλκήλατο, με «σφυριές» επάνω σε ένα τεντωμένο ανθρώπινο έλασμα, κράμα πάσχοντος και δρώντος ήρωα, με κατατομή σαιξπηρική. Η Αναστασία Παπαστάθη ως Λαίδη Άλβινγκ διαπρέπει τόσο στους χαμηλούς τόνους όσο και στις ψηλές νότες, έκτακτη κατάθεση μιας ψυχής «χτισμένης», παγιδευμένης μέσα σε δοτό κοινωνικό «καλούπι». Ένας πλήρης ρόλος. Ο Πάστορας Μάντερς του Θοδωρή Σκούρτα είναι μονολεκτικά αριστουργηματικός, με ομιλούσες, σιωπές και παύσεις, δέσμιος του σχήματός του που δεν τολμάει να αποβάλει. Η Μαριλένα Λιακοπούλου (Ρεγγίνα) έκτακτη, χτίζει με φερτά υλικά τον δικό της ρόλο, μια χωμάτινη πρωτόπλαστη Εύα, και ο Νεκτάριος Φαρμάκης (Όσβαλντ), πρωτόπλαστος πήλινος Αδάμ, είναι ένα αυτόφωτο μικρό διαμάντι.

Τα σκηνικά-κοστούμια της Κυριακής Πανούτσου αποτυπώνουν με ακρίβεια ένα «θηκάρι των ψυχών» και οι φωτισμοί της σκηνοθέτριας το διαπερνούν δημιουργικά. Η μουσική επιμέλεια (Πάνος Φορτούνας) απογειώνει το έργο. Βοηθός σκηνοθέτη η Φρόσω Ανδριώτη, που επίσης ευθύνεται για το άρτιο, πλούσιο πρόγραμμα της παράστασης.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0