Η Ρωσίδα σκηνοθέτρια Αναστασία Τροφίμοβα έκανε την παράτολμη απόπειρα να ακολουθήσει με την κάμερά της ένα τάγμα του ρωσικού στρατού στο πεδίο της εισβολής στην Ουκρανία. Θολώνοντας τα όρια ανάμεσα στο σινεμά τεκμηρίωσης και στην ερευνητική δημοσιογραφία και με αίσθημα ευθύνης απέναντι στα πρόσωπα που καταγράφει, το «Ρώσοι σε πόλεμο» («Russians at war») απευθύνεται σε θεατές που δεν αναζητούν εύπεπτες απαντήσεις.
Το ντοκιμαντέρ ήταν προγραμματισμένο να προβληθεί πριν από λίγες μέρες στην Αθήνα, στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου «Νύχτες Πρεμιέρας», όμως οι προβολές ακυρώθηκαν ύστερα από απειλές που πραγματοποιήθηκαν και από πιέσεις που ασκήθηκαν. Η ανακοίνωση του Φεστιβάλ ανέφερε ότι η ακύρωση έγινε για «λόγους ασφαλείας» των θεατών, όμως η ταινία θα παρέμενε στο Διαγωνιστικό Τμήμα υπογραμμίζοντας την επιλογή των ανθρώπων του Φεστιβάλ να τη συμπεριλάβουν εξαρχής στο πρόγραμμα.
Η Αν. Τροφίμοβα, που έχει σκηνοθετήσει τα εξίσου δυναμικά «Congo, my precious» (2015) και «Women vs ISIS» (2017) μεταξύ άλλων, μας μίλησε για την ψύχραιμη ανθρωποκεντρική της καταγραφή σε δύσκολες συνθήκες πολέμου και για το πώς προέκυψε αυτό το βαθιά αντιπολεμικό ντοκουμέντο, που, αν του δίνονταν χώρος και αίθουσες, θα μπορούσε ενδεχομένως να φέρει τις δύο πλευρές πιο κοντά.

Μπορείς να εντοπίσεις και να εξηγήσεις τι είναι αυτό που εξοργίζει τους πολέμιους της ταινίας; Μπορείς να το δικαιολογήσεις από τη δική τους οπτική;
Εχω αναρωτηθεί πολλές φορές γι’ αυτό, αλλά πλέον μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι οι όποιες αντιρρήσεις δεν αφορούν το περιεχόμενο της ταινίας γιατί οι επικριτές της δεν την έχουν δει καν. Οι περισσότεροι είναι θεσμικοί παράγοντες της Ουκρανίας ή πρέσβεις, που επίσης δεν έχουν δει την ταινία. Επομένως, όλοι οι επίσημοι φορείς και πολιτιστικοί οργανισμοί που αντιδρούν το κάνουν για την ιδέα πίσω από την κατασκευή της ταινίας της ίδιας, που είναι εξανθρωπισμός των Ρώσων στρατιωτών. Προσωπικά δεν συμφωνώ εντελώς με την άποψη ότι υπάρχουν κατηγορίες ανθρώπων που δεν επιτρέπεται να εξανθρωπίσουμε. Στην ιστορία της ανθρωπότητας, όταν κληθήκαμε να επιλέξουμε το ποιες κατηγορίες ανθρώπων αξίζουν να είναι ορατές και ποιες όχι, καταλήξαμε σε πολέμους, σε γενοκτονίες και σε άλλες καταστάσεις για τις οποίες κανείς δεν είναι περήφανος. Από την άλλη, καταλαβαίνω ότι μπορεί να υπάρχουν γνήσια παράπονα και το σέβομαι. Ειδικά όταν έχεις χάσει συγγενείς ή αγαπημένους σου ανθρώπους, και χωρίς μάλιστα να αντιλαμβάνεσαι την αιτία που σκοτώθηκαν. Ο θρήνος είναι τεράστιος και αποτελεί οικουμενική υπόθεση. Αλλά, από την άλλη, το να εργαλειοποιείς τον θρήνο για πολιτικούς σκοπούς και να ακυρώνεις μια κινηματογραφική ταινία που επιχειρεί, αν μη τι άλλο, να προσεγγίσει και να κατανοήσει αυτούς τους ανθρώπους είναι λάθος. Αυτός είναι ένας τρόπος να δει ο ένας τον άλλον και να κατανοήσουμε καλύτερα τα κοινά στοιχεία και τις διαφορές μας. Και δεν πιστεύω ότι όλοι οι Ουκρανοί καταδικάζουν αυτή την ταινία, καθώς έχω εισπράξει την υποστήριξη πολλών - όχι δημόσια βέβαια, γιατί φοβούνται μην στοχοποιηθούν από το κράτος, κάτι που δεν καταδεικνύει ελευθερία έκφρασης.
Στην ταινία βλέπουμε την απόγνωση, την απουσία σκοπού, ακόμα και την άγνοια των νεαρών ή μεγαλύτερων στρατιωτών και μισθοφόρων. Ήξερες από πριν τι ανθρώπους θα συναντούσες ή σε εξέπληξαν κι εσένα οι χαρακτήρες;
Με ξάφνιασαν εντελώς, γιατί στη χώρα μου δεν είχαμε την παραμικρή εικόνα για τους Ρώσους στρατιώτες. Τους πρώτους οκτώ μήνες προσπαθούσα απεγνωσμένα να αποκτήσω πρόσβαση σ’ αυτόν τον κόσμο. Πήγαινα σε κηδείες στρατιωτών για να δω τους συγγενείς τους ή κατασκήνωνα έξω από οργανισμούς ανθρωπίνων δικαιωμάτων για να δω αυτούς τους ανθρώπους. Η αντίληψή μου γι’ αυτούς είχε σχηματιστεί από δύο εντελώς αντικρουόμενα πολιτικά αφηγήματα. Το ρωσικό αφήγημα είναι ότι πρόκειται για γενναίους ήρωες που δεν πεθαίνουν. Δεν έχουμε επίσημη καταμέτρηση νεκρών εξάλλου. Το τελευταίο νούμερο που μας έχει γνωστοποιηθεί κυμαίνεται στις 11.000 κι αυτό είναι πριν από έναν χρόνο. Την ίδια στιγμή έχουμε το άλλο αφήγημα, που θέλει τους Ρώσους στρατιώτες να είναι βιαστές και στυγνοί φονιάδες. Έπρεπε λοιπόν να απαντήσω στον εαυτό μου για το ποιοι είναι τελικά αυτοί οι άνθρωποι κι αυτό που με σόκαρε είναι το πόσο κοινότοποι ήταν οι χαρακτήρες. Τότε ήταν που κατάλαβα ότι τα πράγματα δεν είναι άσπρο-μαύρο όσο κι αν θέλουν να το παρουσιάζουν έτσι τα αντικρουόμενα πολιτικά αφηγήματα αυτού του πολέμου.
Παρά την ελεύθερη καταγραφή των συζητήσεων και των εξομολογήσεων, δεν γίνονται ιδιαίτερες πολιτικές αναφορές. Δεν αναφέρθηκαν πολιτικά σχόλια για τους κυβερνώντες ή αυτά ήταν κάτι που έκοψες στο μοντάζ;
Όταν έφτασα στο πεδίο μάχης, περίμενα να συναντήσω ανθρώπους που είχαν κίνητρο και ήξεραν για ποιο πράγμα πολεμούσαν. Και δεν βρήκα αυτό. Αντιθέτως, βρήκα απλούς ανθρώπους που δεν ήξεραν ποιος πολεμάει ποιον και δεν παρακολουθούσαν τις πολιτικές εξελίξεις. Έβλεπαν μόνο αυτό που συνέβαινε μπροστά τους. Στο μόνο πράγμα που συμφωνούσαν όλοι ήταν ότι αυτός ο πόλεμος παρατείνεται τεχνητά. Θα έπρεπε να είχε λήξει και να είχαν γίνει οι διαπραγματεύσεις. Το παράδοξο, λοιπόν, είναι ότι όσοι ζουν αυτόν τον πόλεμο απέξω μιλούν πολιτικά, ενώ όσοι τον ζουν από μέσα μιλούν ρεαλιστικά.
Ένας καχύποπτος θεατής θα μπορούσε να επισημάνει την απουσία των πιο αιμοβόρων ή φανατικών στρατιωτών που διψούν για αιματοχυσία. Έχεις συναντήσει προσωπικά τέτοιου είδους μάχιμους στρατιώτες;
Η αλήθεια είναι ότι ήμουν εκεί μυστικά και παράνομα, άρα δεν μπορούσα να έχω πρόσβαση σε όλο το μέτωπο. Οι στρατιώτες μου είχαν πει να κινούμαι διακριτικά και να φοράω στολή, γιατί θα κινδύνευα από τα πυρά αλλά και από τη στρατιωτική επιθεώρηση, καθώς δεν είχα ούτε δημοσιογραφική άδεια κι αν με έπιαναν, θα απειλούμουν με φυλάκιση ή με κάτι πολύ χειρότερο. Στην ταξιαρχία που συνόδευα, οι τριακόσιοι είχαν μόλις καταταχθεί, που σημαίνει ότι μέχρι την προηγούμενη μέρα δούλευαν σε εργοστάσια και σε απλές δουλειές. Οι υπόλοιποι ήταν πολίτες και δεν είχαν ιδέα για τους λόγους που βρέθηκαν εκεί, κάποιοι ακολούθησαν τους συντρόφους τους. Περίπου οι ογδόντα απ’ αυτούς ήταν εθελοντές, που συνήθως ήταν απογοητευμένοι γιατί αυτό που συνάντησαν δεν αντανακλούσε όσα έβλεπαν στην τηλεόραση. Αυτή ήταν η σύνθεση του τάγματος. Υπήρχαν βέβαια και οι στρατιώτες που δεν κάνουν ερωτήσεις και απλώς πάνε όπου τους στέλνει η πατρίδα τους. Υπάρχουν κι αυτοί σε κάθε χώρα που έχει οργανωμένο στρατό.
Με τον πόλεμο στην Ουκρανία να είναι κάθε άλλο παρά κοντά σε λήξη και με την αιματοχυσία στη Μέση Ανατολή να εξελίσσεται δυσάρεστα, τι θα ήθελες να καταφέρει μια ταινία όπως η δική σου όταν θα τη δει ένας θεατής που δεν είναι απαραίτητα καλά ενημερωμένος;
Εμένα προσωπικά αυτή η εμπειρία με έκανε να βλέπω τους πολέμους με εντελώς διαφορετική ματιά. Ζούμε μια εμπόλεμη κατάσταση όπου διάφορες εχθροπραξίες ξεκινούν παντού. Και συνειδητοποίησα ότι, προκειμένου να υπάρχουν πόλεμοι, πρέπει να συνοδεύονται από τη διαδικασία του απανθρωπισμού. Σε κάθε πολεμική σύρραξη μας ζητούν να επιλέξουμε ένα στρατόπεδο. Διάλεξε μία πλευρά ανάμεσα στο Ισραήλ και στην Παλαιστίνη, διάλεξε μία πλευρά ανάμεσα στη Ρωσία και στην Ουκρανία ή στον επόμενο πόλεμο, όποιος κι αν είναι αυτός. Εγώ θεωρώ πως δεν πρέπει να διαλέγουμε μία πλευρά. Είναι φρικτός ο τρόπος που άρχισε αυτός ο πόλεμος και δεν θα έπρεπε να είχε συμβεί ποτέ. Όταν όμως αρχίζεις την απανθρωποποίηση για έναν πληθυσμό ή για ένα ολόκληρο έθνος, θα γίνεις κι εσύ μέρος της πολεμικής μηχανής. Πρέπει να θυμόμαστε ότι όλοι είμαστε άνθρωποι. Οι πολιτική είναι βρόμικη και οι πολιτικοί κάνουν λάθη. Να κρίνουμε τους πολιτικούς για τις επιλογές τους, αλλά όταν πρόκειται για τους απλούς ανθρώπους, ας είμαστε προσεκτικοί όταν αναγκαζόμαστε να απορρίψουμε συλλήβδην ένα ολόκληρο έθνος και να του φορέσουμε τα διαβολικά κερατάκια ενώ βλέπουμε τους αντιπάλους του σαν αγγέλους. Γιατί αυτό ακριβώς είναι η προπαγάνδα. Η προπαγάνδα απλοποιεί τις απαντήσεις σε επίπεδο άσπρου-μαύρου. Όπου ακούς για το καλό που πολεμάει ενάντια στο κακό να ξέρεις ότι αντιμετωπίζεις προπαγάνδα. Όπου βρίσκεις αντιφάσεις και διαφορετικές αποχρώσεις να ακούς πιο προσεκτικά.
Το φινάλε της ταινίας αφήνει ένα ερώτημα να πλανάται: πώς θα εξηγήσουμε στα νέα παιδιά αυτό που συμβαίνει γύρω μας. Σε απασχολεί κι εσένα αυτό το ερώτημα;
Απολύτως. Με απασχολεί το πώς θα καταφέρω να συνοψίσω και να εξηγήσω όσα συνέβησαν μ’ αυτόν τον πόλεμο. Και καταλαβαίνω ότι δεν διεξάγεται μεταξύ των λαών της Ρωσίας και της Ουκρανίας. Πιστεύω ότι οι πρόγονοί μας έχτισαν την Ουκρανία και έχτισαν τη Ρωσία μαζί. Πρόκειται για ένα μεγάλο πολιτικό παιχνίδι που έχει εξελιχθεί σε μεγάλη αδικία, με διαστάσεις τραγωδίας. Αυτός ο πόλεμος εξυπηρετεί τους επιφανείς πολιτικούς και τους μεγάλους επιχειρηματίες που έχουν εμπλακεί και όχι τους λαούς της Ρωσίας και της Ουκρανίας. Και δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί, γιατί δεν είναι ένας παραδοσιακός πόλεμος ανάμεσα σε δύο χώρες, γιατί στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο που ζούμε εμπλέκονται πολλά επιχειρηματικά συμφέροντα και όταν αναλύουμε αυτά τα φαινόμενα, πρέπει να τα λαμβάνουμε πάντα υπόψη. Όπως και την επιρροή στην πολιτική από τις εταιρείες που κατασκευάζουν οπλισμό, οι οποίες φυσικά θα πιέζουν για περισσότερες εχθροπραξίες και εισβολές που δεν θα οφείλονται σε κάποια δίψα για αίμα που έχουν οι λαοί μεταξύ τους. Όμως το αποτέλεσμα θα είναι κάθε φορά οι άνθρωποι διαφορετικών χωρών να αναγκάζονται να μάχονται μεταξύ τους.