Ενα φεμινιστικό δράμα με δυνατή καρδιά και μια νεανική δραμεντί για μια δυσλειτουργική σχέση πατέρα και κόρης ξεχωρίζουν αυτή την εβδομάδα. Όμως ο Άντονι Χόπκινς κλέβει την παράσταση με την ερμηνεία του στην ταινία «Μια ζωή»
Μια γυναίκα μόνη εναντίον όλων
Μητέρα πατρίδα (Matria) ***1/5
Σκηνοθεσία: Αλβάρο Γκάγκο
Πρωταγωνιστούν: Μαρία Βάσκεζ, Σάντι Πρέγκο, Τατάν

Η Ραμόνα είναι μια εργατική γυναίκα που ζει σε μια παραθαλάσσια πόλη κάπου στην Ισπανία και κάνει τον εαυτό της απαραίτητο μέσα από το μαγείρεμα, το καθάρισμα, το πλύσιμο, το στέγνωμα, το πακετάρισμα, το κουβάλημα και έναν σωρό χειρωνακτικές δουλειές, συνήθως με ένα τσιγάρο κι έναν καφέ στο χέρι. Βέβαια οι δουλειές της μόλις και μετά βίας της αποφέρουν αρκετά ώστε να ζει με αξιοπρέπεια. Η ίδια είναι η επικεφαλής καθαρίστρια ενός εργοστασίου συσκευασίας ψαριών, αλλά δεν έχει λεφτά να πάει το αυτοκίνητό της στο συνεργείο. Η γυναίκα με το σιδερένιο στομάχι προσπαθεί να μην λιγοψυχήσει κάτω από το βάρος των επιβεβλημένων ευθυνών της σε μια σκληρή εργασιακή πραγματικότητα όπου μπορεί να ανοίγει ένα νέο ξενοδοχείο, αλλά για τις θέσεις καθαρίστριας πληρώνει μόλις 3 ευρώ το δωμάτιο, ενώ δεν υπάρχει στον ορίζοντα δουλειά πλήρους απασχόλησης. Παρά την πικρία της για το πώς εξελίσσεται η ζωή της και το αδιέξοδο της αποτυχημένης σχέσης που συντηρεί, η Ραμόνα διαθέτει μια αυτοπεποίθηση που οι άντρες δεν ανέχονται και εξακολουθεί να συγκεντρώνει χρήματα για να στείλει τη 17χρονη κόρη της στο κολέγιο προκειμένου να αποκτήσει μόρφωση και ένα εισιτήριο για μια ευκολότερη ζωή την οποία η ίδια στερήθηκε. Μέχρι που αναλαμβάνει τη φροντίδα ενός ηλικιωμένου που πρόσφατα έχασε τη γυναίκα του.
Το «Μητέρα πατρίδα» είναι ένα ρεαλιστικό, αλλά σε σημεία αστείο πορτρέτο μιας εργάτριας και μάνας σε ένα πνιγηρό πατριαρχικό περιβάλλον που δεν της επιτρέπει να πάρει ανάσα και να είναι έστω για λίγο ο εαυτός της. Η Μαρία Βάσκες δίνει μια αλάνθαστη ερμηνεία σε ένα ανθρωποκεντρικό δράμα που συνδυάζει τα καλύτερα στοιχεία του σινεμά του Κεν Λόουτς και των αδελφών Νταρντέν και ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Αλβάρο Γκάγκο καταφέρνει επιδέξια να δείξει τι αντιμετωπίζει η ηρωίδα του, χωρίς ωστόσο να υπονομεύει τη δουλειά του με στρατευμένα στερεότυπα.
Μια δύσκολη επανασύνδεση πατέρα και κόρης
Το αλάνι (Scrapper) ***
Σκηνοθεσία: Σάρλοτ Ρέγκαν
Πρωταγωνιστούν: Χάρις Ντίκινσον, Λόλα Κάμπελ

Ενα 12χρονο κορίτσι με παραπανίσια εξυπνάδα για την ηλικία του προσπαθεί να επανασυνδεθεί με τον πατέρα του, έναν αναξιόπιστο τυχοδιώκτη. Η μικρή Τζόρζι (την οποία υποδύεται πειστικά η πρωτοεμφανιζόμενη Λόλα Κάμπελ) ζει μόνη στο διαμέρισμά της στο Λονδίνο μετά τον θάνατο της μητέρας της και περνάει τις μέρες της κλέβοντας ποδήλατα για να τα πουλήσει και κάνοντας κοπάνες από το σχολείο με την κολλητή της. Όλα αλλάζουν όταν ο αποξενωμένος πατέρας της, ο Τζέισον (Χάρις Ντίκινσον), εμφανίζεται στο σπίτι για να αναλάβει τον ρόλο του κηδεμόνα της και να λειάνει τις γωνίες αυτής της τραχιάς σχέσης, που όμως είναι δομημένη πάνω στην αμοιβαία ειλικρίνεια. Το «Αλάνι» είναι ένα τρυφερό φιλμ, χωρίς εκβιαστικό ρομαντισμό και χωρίς οικογενειακά διδάγματα, με μια οικουμενική ιστορία που ξεδιπλώνεται μέσα από συμμετρικά πλάνα και παστέλ διάκοσμο. Υπάρχουν ένα ευπρόσδεκτο στιλιζάρισμα και μια νεανική ενέργεια στον τρόπο που είναι γυρισμένες πολλές από τις σκηνές του φιλμ, ακόμα κι όταν η Τζόρτζι, μέσα στην ευαλωτότητά της, προσπαθεί να παζαρέψει μια καλύτερη συμφωνία για ένα κλεμμένο ποδήλατο, ενώ διαισθάνεσαι ότι πίσω από τη φαινομενικά ακίνδυνη παραβατικότητα κρύβονται πολλά άλυτα ζητήματα. Αν και η δυναμική του διδύμου πατέρα-κόρης μπορεί να μην είναι τόσο μεγαλειώδης όσο στο πρόσφατο «Aftersun», η βραβευμένη στο Φεστιβάλ του Σάντανς ταινία διαχειρίζεται τη δυσλειτουργική αυτή σχέση με τρόπο σαφώς συγκινητικό και άμεσο.
Ο Άντονι Χόπκινς μεγαλουργεί
Μια ζωή (One life) ***
Σκηνοθεσία: Τζέιμς Χόους
Πρωταγωνιστούν: Άντονι Χόπκινς, Έλενα Μπόναμ-Κάρτερ, Τζόνι Φλιν

Η αληθινή ιστορία του σερ Νίκολας Γουίντον, ενός Βρετανού χρηματιστή ο οποίος λίγο μετά την εισβολή των ναζί στην Τσεχοσλοβακία κατάφερε να φυγαδεύσει 669 παιδιά εβραϊκής καταγωγής. Οι περισσότεροι ίσως τον γνωρίζουν από ένα viral τηλεοπτικό στιγμιότυπο που κάνει τακτικά τον γύρο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και παρουσιάζει έναν ηλικιωμένο άνδρα που ανακαλύπτει έκπληκτος ότι κάθεται στο στούντιό του περιτριγυρισμένος από τα ενήλικα πλέον άτομα που έσωσε περίπου πενήντα χρόνια νωρίτερα. Η ταινία εξελίσσεται χρονικά σε δύο ταχύτητες: στην προσπάθεια του ηλικιωμένου Ν. Γουίντον στα τέλη της δεκαετίας του ’80 να δημοσιοποιήσει τις ανθρωπιστικές προσπάθειες της νιότης του με την απαραίτητη μετριοφροσύνη ενός αστού που δεν ενδιαφέρεται να αγιοποιήσει τον εαυτό του και στα γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή του στη δεκαετία του ’30. Ο μεγάλος ερμηνευτής Άντονι Χόπκινς, λίγα χρόνια μετά τη θαυμάσια ερμηνεία του στον «Πατέρα», επανέρχεται με ένα σεμινάριο υποκριτικής σε μια ταινία που έχει τίμιες προθέσεις, αλλά μοιάζει τόσο μικρή μπροστά στο ερμηνευτικό εκτόπισμα του 86χρονου ηθοποιού. Το υγρό βλέμμα του Αντ. Χόπκινς μαρτυρά την οδύνη του ανθρώπου που συνήθως αποκαλείται «ο Βρετανός Σίντλερ» για όλα εκείνα τα παιδιά που δεν πρόλαβε να σώσει.
Στις προπολεμικές σκηνές τον ήρωα υποδύεται ο υπέροχος Τζόνι Φλιν, στα χρόνια που εμπλέκεται στην προσφυγική κρίση στην Πράγα με τη βοήθεια της μητέρας του (Έλενα Μπόναμ-Κάρτερ) και ιδρύει την Επιτροπή Προσφύγων για την προστασία των ανήλικων Εβραίων από τη ναζιστική απειλή. Παρά τις αδυναμίες της σκηνοθεσίας, η ερμηνεία του Αντ. Χόπκινς δολιχοδρομεί από τη θλίψη προς την αυτοσυγχώρεση με ήπιες παραινέσεις μετατραυματικού στρες, χωρίς να υπερβάλλει ούτε στιγμή στη σωματική έκφραση.
Συνωμοσιολογικό ανοσιούργημα του χείριστου είδους
Sound of freedom: Η μελωδία της ελευθερίας (0 / μηδέν / κακό -)
Σκηνοθεσία: Αλεχάντρο Μοντεβέρντε
Πρωταγωνιστούν: Τζιμ Καβίζελ, Mίρα Σορβίνο, Μπιλ Καμπ

Μια ουρανοκατέβατη παραγωγή, γυρισμένη το 2018, που έσπασε πέρσι τα αμερικανικά ταμεία γοητεύοντας το ακροδεξιό κοινό του Ντόναλντ Τραμπ μέσω ανυπόστατων θεωριών συνωμοσίας γύρω από το παιδικό trafficking. Ο Τζιμ Καβίζελ ερμηνεύει (λέμε τώρα…) έναν κυβερνητικό πράκτορα που προσπαθεί να σώσει μια ομάδα παιδιών που έχουν πέσει θύματα κυκλωμάτων σωματεμπορίας. Πρόκειται για ένα καταγέλαστο φιλμ δράσης που περηφανεύεται πως βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, όμως ο άνθρωπος του οποίου τα κατορθώματα εξιστορούνται εδώ, ο Τιμ Μπάλαρντ, είναι ένας αποδεδειγμένος μυθομανής και εκκολαπτόμενο celebrity της alt-right κοινότητας που έχει κατηγορηθεί για σεξουαλικές παρενοχλήσεις. Ο ίδιος ο Τζιμ Καβίζελ τα τελευταία χρόνια έχει εξελιχθεί σε εξέχουσα φιγούρα της συνωμοσιολογικής Ακροδεξιάς, με συνεντεύξεις όπου υπαινίσσεται έναν αόρατο πόλεμο μεταξύ πατριωτών και μιας σκοτεινής σέχτας που συλλέγει και πίνει το αίμα των παιδιών που απάγονται και άλλα τραγελαφικά σενάρια της ιδεολογίας των υποστηρικτών του QAnon. Ο οργανισμός του Τιμ Μπάλαρντ συνδέεται με σκιώδεις χρηματοδότες (Tea Party), ενώ ακολουθεί αλλόκοτες τακτικές, όπως το να ζητάει από μέντιουμ να εντοπίσει, υποτίθεται, τα ίχνη των θυμάτων απαγωγής. Κανένα στούντιο δεν ήθελε για χρόνια να ακουμπήσει μια ταινία στην οποία η πιο αξιομνημόνευτη σκηνή είναι όταν ο ήρωας ξεστομίζει με στόμφο την ατάκα «Τα παιδιά του Θεού δεν είναι για πώληση» προτού αυτή αγοραστεί από μια εταιρεία μορμόνων με έδρα τη Γιούτα, η οποία χρηματοδοτεί παραγωγές που «ενισχύουν το φως». Ο πρώην Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κατηγορούσε τα «προοδευτικά» ΜΜΕ πως αρνούνται να προωθήσουν την ταινία με τον λευκό μεσσιανικό ήρωα που διαθέτει τον κώδικα ηθικής ενός θρησκόληπτου τιμωρού, ενώ οι επίσημες Αρχές έχουν διαψεύσει την οποιαδήποτε ανάμειξη του Τιμ Μπάλαρντ σε επιχειρήσεις διάσωσης, ενώ έχει αποδειχθεί ότι έστηνε ψεύτικες φωτογραφίσεις με παιδιά που υποτίθεται πως έσωσε. Το «Sound of freedom» εικονοποιεί με κακότεχνο τρόπο την ακροδεξιά φαντασίωση γύρω από την αρπαγή ροδομάγουλων κοριτσιών και αγοριών που ανήκουν σε θεοσεβούμενες οικογένειες, αποπροσανατολίζοντας σκόπιμα από το δυσβάσταχτο και ευαίσθητο θέμα του παιδικού trafficking. Δεν είναι ζήτημα γούστου ή απλώς μια περίπτωση κακής ταινίας. Είναι ζήτημα ηθικής να μποϊκοτάρουμε αυτό το επικίνδυνο ανοσιούργημα.
Περιπέτεια με πολλά πιστόλια και καθόλου ψυχή
O γρήγορος Τσάρλι (Fast Charlie) *1/5
Σκηνοθεσία: Φίλιπ Νόις
Πρωταγωνιστούν: Πιρς Μπρόσναν, Mορένα Μπακαρίν, Τζέιμς Κάαν

Ο Τσάρλι Σουίφτ είναι ένας πληρωμένος εκτελεστής που προσπαθεί να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες όλων πριν ο ίδιος αποσυρθεί. Όμως μια εσφαλμένη δολοφονία θα ταράξει την ισορροπία της τοπικής μαφίας και ο ψύχραιμος Σουίφτ νιώθει πως η συνταξιοδότησή του απομακρύνεται λίγο περισσότερο. Ο Πιρς Μπρόσναν τα καταφέρνει στον ρόλο ενός ανθρώπου που δεν βασίζεται σε κανέναν και έχει μάθει να ελέγχει τη μοίρα του, όμως ο έμπειρος σκηνοθέτης Φίλιπ Νόις, παρόλο που έχει διαχειριστεί με καλά αποτελέσματα αρκετά φιλόδοξα σχέδια στο παρελθόν («Clear and present danger»), έχει προφανώς κουραστεί και αντιμετωπίζει βαριεστημένα το υλικό του - μάλλον έχοντας κατά νου τη δική του συνταξιοδότηση. «Ο γρήγορος Τσάρλι» είναι μια ταινία που έγινε βιαστικά, χωρίς όρεξη για κάτι ουσιώδες, και τη χαρακτηρίζει μια ρουτινιάρικη προσέγγιση στο ατακαδόρικο coolness του μάτσο ήρωα.
Ταινία για το ποδόσφαιρο από ανθρώπους που το λένε soccer
Ενα γκολ για τη νίκη (Next goal wins) *1/5
Σκηνοθεσία: Τάικα Γουαϊτίτι
Πρωταγωνιστούν: Μάικλ Φασμπέντερ, Kαϊμάνα, Γουίλ Αρνέτ, Ελίζαμπεθ Μος

Υστερα από μια ταπεινωτική ήττα με σκορ 31-0 για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλου, η Εθνική Ομάδα Ποδοσφαίρου της Αμερικανικής Σαμόα στρέφεται στον αντισυμβατικό προπονητή Τόμας Ρένγκεν με την ελπίδα να τη μεταμορφώσει σε αξιοπρεπή ομάδα, καθώς πάνε χρόνια από τη μέρα που κατάφερε να πετύχει γκολ. Μια αθλητική κομεντί με επιπόλαιο σενάριο για τα αουτσάιντερ του παιχνιδιού, που όμως με λίγη θέληση θριαμβεύουν. Αντλώντας την ιδέα από το ομώνυμο ντοκιμαντέρ του 2014, ο Νεοζηλανδός σκηνοθέτης Τάικα Γουαϊτίτι («Jojo Rabbit») κατάφερε τελικά να φτιάξει κάτι τόσο νωχελικό και κωμικά άγονο, με έναν εντυπωσιακά αταίριαστο Μάικλ Φασμπέντερ στον ρόλο του Ολλανδού προπονητή. Αυτή η εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα πανωλεθρία και η συνεργασία του στριφνού προπονητή με μια τρανς αθλήτρια θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια υπέροχη νεανική κομεντί (στο ύφος του «School of rock»), αλλά ο Τ. Γουαϊτίτι σημαδεύει σε άδειο τέρμα και στέλνει την μπάλα έξω από το γήπεδο.