Μία ώρα κρατάει η κάθοδος στον Άδη στη σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, όπου η ομηρική ραψωδία Νέκυια ζωντανεύει σε ένα ιδιαίτερο σκηνικό σύμπαν που σε παρασέρνει σε ένα ταξίδι προς τα κάτω μεν, αλλά στρέφει το βλέμμα προς τα πάνω, προς τον ουρανό.
Ο Γιάννης Αγγελάκας συλλαμβάνει το σπουδαίο αυτό κείμενο του Ομήρου και μαζί με τον Χρήστο Παπαδόπουλο δημιουργούν έναν απόκοσμο κόσμο, μετατρέποντας τους θεατές σε ακροατές συμπυκνωμένων κρυφών νοημάτων αλλά και σε συνοδοιπόρους σε ένα ονειρικό και σκοτεινό ταξίδι γεμάτο συναντήσεις εκεί ακριβώς που η ζωή συναντάει τον θάνατο.
Με εργαλείο την αφήγηση
Ο Γιάννης Αγγελάκας και η Όλια Λαζαρίδου αναλαμβάνουν, με εργαλείο την αφήγηση σαν σε θέατρο αναλογίου, να ζωντανέψουν αυτούς τους ήρωες και τις συναντήσεις τους, να τις προσγειώσουν στα αυτιά μας και να μας δημιουργήσουν μια εντελώς βιωματική εμπειρία, μια κατεύθυνση που ακολουθεί όλο το τελικό σκηνικό σύμπαν που έχει στηθεί με τέτοια θεατρικά υλικά που εξαφανίζουν ολοκληρωτικά τη θεατρική αίθουσα, δημιουργώντας μια βιωματική θεατρική εμπειρία μίας ολόκληρης ώρας.
Σε αυτό, φυσικά, συμβάλλει η αφηγηματική δεξιοτεχνία του Γιάννη Αγγελάκα, ο οποίος, έχοντας για χρόνια τραγουδήσει την ποίηση των στίχων του, γνωρίζει καλά πώς να καταπιεί τον ποιητικό λόγο του Ομήρου, να τον οικειοποιηθεί και τελικά να τον μεταφέρει στα αυτιά μας απαλά, χωρίς περιττές ασκήσεις εντυπωσιασμού, χτίζοντας την απαραίτητη γέφυρα επικοινωνίας θεατών-ακροατών και κειμένου με μια φωνή που αναμφισβήτητα πια είναι μέρος της συλλογικής μνήμης.
Η Όλια Λαζαρίδου, με μια χροιά βγαλμένη από το σύμπαν των αναμνήσεών μας, εισβάλλει στον σκοτεινό κόσμο της Νέκυιας γεννώντας εντυπωσιακά ήρωες και φωνές που αρκούν για να τοποθετήσουν τους ήρωες της ιστορίας σχεδόν στη διπλανή μας θέση, με ανάσες, παύσεις και μια διαχείριση του λόγου και των διαλόγων που κάνει κάθε λέξη του σπουδαίου αυτού κειμένου να έχει σημασία.
Οι φωνές και των δύο συμβατές, σαν από χρόνια μαζί, συμπληρώνουν ένα μαγικό διαλογικό κρεσέντο που δεν επιτρέπει στους θεατές να αποδράσουν ούτε λεπτό από αυτό το επιβλητικό ηχοτροπικό ταξίδι προς τα κάτω.

Φως και ήχος
Η μουσική της παράστασης δεν ήρθε για να υπογραμμίσει τίποτα, ούτε είναι ένα συμπληρωματικό εργαλείο. Μοιάζει σαν να γεννήθηκε από τις ίδιες τις λέξεις, πάνω τους ακριβώς, δημιουργώντας ένα ηχοτοπίο που επιτρέπει στο μυαλό περισσότερο να νιώσει παρά να μπει σε μια εντελώς συνειδητή περιττή λειτουργία.
Η Ελίζα Αλεξανδροπούλου λειτουργεί καταλυτικά στην παράσταση, αφού ο φωτιστικός κόσμος που δημιουργεί πραγματώνει όσα οι φωνές και η μουσική επιζητούσαν για να γεννήσουν τη ραψωδία. Οι θεατές μετατρεπόμαστε σε μάρτυρες διαρκών φωτιστικών απευθύνσεων που σχηματίζουν μια σκοτεινή κάθοδο, που παίζει τελικά περισσότερο με τις υπόλοιπες αισθήσεις και λιγότερο με την όραση. Ένα φωτιστικό σύμπαν που ενώνει τη σκηνή με την πλατεία του θεάτρου δεξιοτεχνικά, δημιουργώντας όλες τις προϋποθέσεις για να βιώσεις τις λέξεις και όχι μόνο να τις ακούσεις. Είναι από εκείνες τις σπάνιες στιγμές που τα φώτα με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται γεννούν ολόκληρες σκηνές με τεταμένες αισθήσεις, σε τυφλώνουν όχι για να πάψεις να κοιτάζεις, αλλά για να αναγκαστείς να κοιτάξεις προς τα μέσα.
Οι μουσικοί της παράστασης, Ηλίας Μπαγλάνης, Νίκος Γιούσεφ και Δημήτρης Σαλεπάκης, συνομιλούν μοναδικά με τη σκηνή, την ώρα που καταλυτικό στοιχείο αυτής της ηχοτροπικής διαδρομής αποτελούν με τα αλλόκοσμα φωνητικά τους οι Γιώτα και Ειρήνη Κολιούση, η Νεφέλη Μπραβάκη και η Μυρτώ Σταυρακίδου-Ζάχου, που υποφωτισμένες ξεπροβάλλουν στο βάθος της σκηνής ακριβώς όπως πρέπει για να γίνουν οι φωνές τους αναπόσπαστο ενισχυτικό στοιχείο της αφήγησης και του κόσμου που δημιουργεί.
Αυτό που συμβαίνει στη σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση έχει άρωμα ομάδας και ουσιαστικής επαφής με το κείμενο, οδηγώντας τους θεατές στην καρδιά των λέξεων του Ομήρου με τέτοια θεατρικά υλικά που είναι εύκολο να σε παρασύρουν σε μια θεατρική εμπειρία που δεν έχει υπακούσει ούτε καν στα ίδια τα υλικά που έχει χρησιμοποιήσει.
Οταν διαβάζεις τη Νέκυια, έχεις πολλά να σκεφτείς και να ανακαλύψεις. Όταν δεις αυτή τη Νέκυια, έχεις πολλά να νιώσεις μία ώρα μέσα στην αίθουσα και πολλές ώρες μετά το τέλος αυτού του θεατρικού ταξιδιού. Είναι μια επιβλητική, σκοτεινή, λυτρωτική κάθοδος... προς το φως.