Ένα μυστήριο με τον Ηρακλή Πουαρό διά χειρός Κένεθ Μπράνα είναι η πιο αξιοσημείωτη κυκλοφορία της εβδομάδας. Μια γαλλική κοινωνική σάτιρα, ένα σκανδιναβικό δράμα που αναβλύζει μισανθρωπία και ένα ακόμα σίκουελ του «Γάμου α λα ελληνικά» από τη Νία Βαρντάλος συμπληρώνουν αυτή την άνιση κινηματογραφική εβδομάδα
Ο Κένεθ Μπράνα υποδύεται ξανά τον θρυλικό ντετέκτιβ της Αγκάθα Κρίστι
Μυστήριο στη Βενετία (A haunting in Venice) ***
Σκηνοθεσία: Κένεθ Μπράνα
Πρωταγωνιστούν: Κένεθ Μπράνα, Μισέλ Γεό, Ρικάρντο Σκαμάρτσιο, Τίνα Φέι

Ο θρυλικός Βέλγος ντετέκτιβ, όπως τον αναβίωσε ο Κένεθ Μπράνα, επιστρέφει για άλλη μια υπόθεση, αυτή τη φορά στοιχειωμένη και μακάβρια, για να κερδίσει μερικούς από τους νεότερους οπαδούς των σύγχρονων ταινιών τρόμου. Ο Ηρακλής Πουαρό απολαμβάνει τα χρόνια της σύνταξής του στη Βενετία, όπου απασχολεί τον πρώην αστυνομικό Βιτάλε (Ρικάρντο Σκαμάρτσιο) ως προσωπικό του σωματοφύλακα. Εκεί συναντά τη φίλη του, την Αμερικανίδα συγγραφέα μπεστ σέλερ μυστηρίου Αριάδνη Όλιβερ (Τίνα Φέι), που τον πείθει να έρθει μαζί της σε μια περφόρμανς μιας διάσημη μέντιουμ (Μισέλ Γεό). Ο τετραπέρατος ντετέκτιβ ξαφνικά καλείται να βρει τον ένοχο μιας δολοφονίας και μάλιστα σε ένα παλάτι που φημολογείται πως είναι στοιχειωμένο. Φυσικά, ο Πουαρό είναι φανατικός ορθολογιστής και πιστεύει μόνο στη φαιά ουσία, επομένως η έρευνα για τα ίχνη του δολοφόνου θα διεξαχθεί παρακάμπτοντας τους μεταφυσικούς αντιπερισπασμούς. Το σενάριο της ταινίας βασίζεται αμυδρά σε ένα μεταγενέστερο μυθιστόρημα της Αγκάθα Κρίστι, το «Hallowe'en party», του 1969. Στην τρίτη του ταινία με ήρωα τον Πουαρό, ο Μπράνα στήνει τη δράση σε κλειστοφοβικό σκηνικό με έμφαση στα ανατριχιαστικά ξαφνιάσματα τρόμου από το υπερπέραν. Μάλιστα ο ηθοποιός και σκηνοθέτης καταφέρνει και συνδυάζει τα ψυχαγωγικά στοιχεία των παραδοσιακών whodunit με το κλασικό είδος των ghost stories και αξιοποιεί όσο μπορεί τον διάκοσμο της Βενετίας (που είχε λειτουργήσει τόσο ευεργετικά και στο αριστουργηματικό «Don’t look now» του Νίκολας Ρεγκ). Τα πάντα θα λειτουργούσαν περίφημα αν δεν έκανε τόσες πολλές εκπτώσεις σε επίπεδο αισθητικής για να καλοπιάσει το εφηβικό κοινό των multiplex. Αντί για σαρκασμό έχουμε καλογυαλισμένα αστεία και αντί για ζωηρή ενέργεια στις σκηνές μυστηρίου εισπράττουμε ένα συνθετικό περιβάλλον, τεχνοκρατικό στη φτιαξιά του. Επιπλέον το βοηθητικό καστ είναι εντελώς σπαταλημένο σε άνευρους ρόλους. Ο Κένεθ Μπράνα ακόμα κουβαλάει την έπαρση των σαιξπηρικών του διασκευών και δεν μπορεί να αντιληφθεί την έννοια της ένοχης απόλαυσης ή έστω της αγνής απόλαυσης που έχουν αυτές οι ιστορίες μυστηρίου και καταναλώνει φαιά ουσία (το ιερό τοτέμ του Πουαρό) για να σοβαρέψει με πομπώδη (σαιξπηρικό, θα λέγαμε) τρόπο κάτι που θα όφειλε να είναι απλά κομψό και να φουσκώσει με λογοτεχνικό βάρος τους διαλόγους μιας ιστορίας που είναι τόσο γερή ώστε λειτουργεί από μόνη της.
Κοινωνική σάτιρα με ένα παράδοξο ερωτικό τρίγωνο
Ηρωας κανενός (Nobody’s hero) **1/2
Σκηνοθεσία: Αλέν Ζιροντί
Πρωταγωνιστούν: Ζαν-Σαρλ Κλισέ, Νοεμί Λβόφσκι, Μισέλ Μασιερό, Ιλιέ Καντρί
Tην παραμονή των Χριστουγέννων, στην πόλη του Κλερμόν-Φεράν συμβαίνει ένα τρομοκρατικό χτύπημα και ταυτόχρονα ο Μεντερίκ ερωτεύεται με πάθος μια πόρνη αρκετά μεγαλύτερή του, την Iσαντόρα. Τότε ο Σελίμ, ένας άστεγος Άραβας, βρίσκει καταφύγιο στο κτήριο του Μεντερίκ και σύντομα εγείρει υποψίες τρομοκράτη. Ο τρόμος και η παράνοια των ημερών θα αλλάξει για πάντα τις σχέσεις τους και τις ζωές τους. Οι ρατσιστικές προκαταλήψεις, η γυναικεία χειραφέτηση, η αντιμετώπιση των προσφύγων και η κοινωνική ανιδιοτέλεια σε καιρούς ακραίου κινδύνου κινούν αυτή την παράδοξη ιστορία ενός απρόσμενου ερωτικού τριγώνου, σε μια ασυνήθιστη και πρωτότυπη σάτιρα με οξύ κοινωνικό σχόλιο που συμπεριφέρεται ως ρεαλιστικό δράμα, ενώ παράλληλα μας κλείνει πονηρά το μάτι για τον προφανή παραλογισμό της πλοκής του. Όμως κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι πραγματικά πραγματεύεται ο «Ήρωας κανενός». Είναι μια αλλόκοτη κωμωδία; Μια Μπουνιουελική σάτιρα; Ένα χαριτωμένο φιλμ καταγγελίας στην ισλαμοφοβία και την ακροδεξιά ψύχωση; Οι ιδέες μένουν ανολοκλήρωτες και οι προθέσεις είναι ασαφείς. Το ίδιο ισχύει και για τους χαρακτήρες, που μένουν ημιτελείς και χαμένοι μέσα σε νευρώσεις και εγωισμούς. Η ταινία τουλάχιστον προσφέρει μια ρεαλιστικά θλιβερή απεικόνιση της σύγχρονης γαλλικής κοινωνίας και της Ευρώπης, αποκαλύπτοντας πόσο γρήγορα μπορεί να ξεσπάσει η βία όταν οι εντάσεις και οι υποψίες φτάνουν στα ύψη, με μια κατάληξη (ή κλιμάκωση;) που αποτελείται από ένα απίθανο μείγμα όπλων, εκρήξεων και υπερβολικά δυνατούς οργασμούς στις ερωτικές σκηνές των ηρώων.
Λαϊκοπόπ συντηρητική ψυχαγωγία με τη γνωστή οικογένεια Ελληνοαμερικανών
Γάμος α λα ελληνικά 3 (My big fat greek wedding 3) *1/2
Σκηνοθεσία: Νία Βαρντάλος
Πρωταγωνιστούν: Νία Βαρντάλος, Τζον Κόρμπετ, Έλενα Καμπούρις, Τζία Καρύδη

Τα μέλη της οικογένειας Πορτοκάλος επισκέπτονται τη χώρα καταγωγής τους, την Ελλάδα, για να συναντήσουν τους συγγενείς τους. Η Νία Βαρντάλος σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί στην τρίτη ταινία της ρομαντικής σάτιρας, που αυτή τη φορά μεταφέρει έναν ποταμό από κλισέ στη γενέτειρά τους. Κανείς δεν μπορεί να την κατηγορήσει για φιλαργυρία, καθώς οι πρώτες δυο ταινίες είχαν σπάσει τα ταμεία χωρίς να το περιμένει κανείς. Ο λαϊκοπόπ χαβαλές που είναι χτισμένος γύρω από «opa», «yamas», «horio» και «gyros» που ξεστομίζουν αδιάλειπτα τα αδέλφια Πορτοκάλος αποκτά και το στοιχείο της τουριστικής φαρσοκωμωδίας που έλειπε από τα προηγούμενα δυο μέρη. Η ιστορία έχει ξεμείνει από φρεσκάδα και αυτό που κάνει τη θέαση της ταινίας ανυπόφορη είναι τα τραγούδια που πέφτουν στο πέρασμα των σκηνών, που κυμαίνονται από τον Παντελίδη και τον Ρέμο μέχρι τον Αλκαίο. Ο τρόπος που αντιμετωπίζει ο κινηματογράφος τη διαμονή στην Ελλάδα (όπως είδαμε φέτος και στο ανεκδιήγητο «I love Greece») έχει τυποποιηθεί σε γαλανόλευκα τοπία βγαλμένα από καρτ ποστάλ, όπου η φιλοξενία αγγίζει τα όρια της ομηρίας και κάθε απόπειρα χορτοφαγίας αντιμετωπίζεται με σφοδρότητα. Όταν η Βαρντάλος επικεντρώνεται στο δοκιμασμένο συναισθηματικό οικογενειακό δράμα, είναι ομολογουμένως πιο γλυκά τα αποτελέσματα, όμως οι προσπάθειες του σεναρίου να συμπεριλάβει τους πρόσφυγες και την ταυτότητα φύλου αποτυγχάνουν παταγωδώς.
Επιθετικό σκανδιναβικό δράμα που προσπαθεί με κάθε τρόπο να ενοχλήσει
Σιχάθηκα τον εαυτό μου (Sick of myself) *
Σκηνοθεσία: Κρίστοφερ Μπόργκλι
Πρωταγωνιστούν: Κριστίνε Κούγιατ Θορπ, Αϊρικ Σαϊθερ, Φάνι Βαάγκερ

Ένα σύγχρονο ζευγάρι, η Σίγκνε και ο Τόμας, ζουν μια αρρωστημένη, ανταγωνιστική σχέση, η οποία παίρνει άσχημη τροπή όταν ο Τόμας αποκτά ξαφνική φήμη για το καλλιτεχνικό του έργο. Ο Σκανδιναβός σκηνοθέτης Κρίστοφερ Μπόργκλι στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία (έχει υπογράψει κάμποσες ταινίες μικρού μήκους) χρησιμοποιεί τη σπάνια ψυχοπαθολογία που κάνει τον άνθρωπο να προσποιείται πως είναι άρρωστος ή ότι πάσχει από κάτι ανίατο για να εισπράττει τη συμπόνια των γύρω του. Η ηρωίδα της ταινίας εισπράττει μια ξαφνική αποδοχή από τον ανταγωνιστικό σύντροφό της όταν εκείνος ανησυχεί που τη βλέπει καλυμμένη στα αίματα (όχι τα δικά της αλλά μιας άτυχης γυναίκας που βοήθησε στον δρόμο). Αυτό την βάζει σε περίεργα και σκοτεινά μονοπάτια και δεν θα αργήσει να καταπιεί χάπια που θα της προκαλέσουν μια φριχτή δερματική πάθηση. Η ψυχαναγκαστική αναζήτηση της προσοχής και της προστασίας των άλλων θα την κάνουν να υποβάλει τον εαυτό της και το σώμα της σε μαρτύρια ώστε να απολαύσει στιγμές φροντίδας και να πυροδοτήσει την ενσυναίσθηση των γύρω ανθρώπων.
Το μισανθρωπικό δραματάκι από τον ευρωπαϊκό Βορρά διαθέτει περισσότερο ναρκισσισμό από τη διαταραγμένη πρωταγωνίστριά του και προσπαθεί να καλύψει την ανημποριά του να εκφράσει κάτι ουσιαστικό τραβώντας τις καταστάσεις (αυτο)θυματοποίησης στα άκρα μέσα από μια γκροτέσκο υπερβολή που δεν διαθέτει καν την τεχνική ώστε να γίνει έστω ένα αξιοπρεπές κακέκτυπο του πρώιμου Κρόνεμπεργκ ή να μιμηθεί επαρκώς τις επιτυχίες του σύγχρονου σωματικού τρόμου (όπως το «Raw»). Το «Sick of myself» είναι μια άσφαιρη δημιουργία, φτιαγμένη με δόλο για να προκαλέσει θυμό και αποτροπιασμό και ύστερα να τραφεί από τις αντιδράσεις. Είναι βέβαιο ότι ο σκηνοθέτης έχει προβάρει στον καθρέφτη του τη συνέντευξη που θα λέει ότι τον πολεμάνε γιατί «ενόχλησε». Ας μην του κάνουμε τη χάρη και ας τον αφήσουμε να νιώθει μοναξιά μέσα στον ναρκισσισμό του.
ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ
Oldboy ***1/5
Σκηνοθεσία: Παρκ Τσαν-Γουκ
Πρωταγωνιστούν: Τσοι Μιν-Σικ, Γου Τζι-Τάε, Κανγκ Χιε-Τζουνκ

Ένας άνδρας που είναι κλεισμένος για 15 χρόνια σε ένα πολυτελές κελί φυλακής, με μοναδικό δίαυλο επικοινωνίας με τον έξω κόσμο μια τηλεόραση, χωρίς να έχει ιδέα για τον λόγο που τον έχουν κλειδώσει εκεί, θα αναζητήσει τους απαγωγείς για να μάθει τα κίνητρά τους. Το «Oldboy» ήταν μια από τις μεγαλύτερες νοτιοκορεάτικες επιτυχίες στη Δύση. Ο Παρκ Τσαν-Γουκ σκηνοθέτησε με οξυδέρκεια (ας χαριστούμε και ας μην πούμε πονηριά) και συνδύασε στοιχεία αρχαιοελληνικής τραγωδίας, με manga αφήγηση και με δράση που θυμίζει αμερικάνικο video game, όλα τυλιγμένα στην nurock και rap metal αισθητική των βίντεο κλιπ εκείνης της εποχής. Ο ήρωας της ταινίας μαθαίνει ότι έχουν σκοτώσει τη γυναίκα του και τα ίχνη της κόρης του χάνονται, ενώ τον ίδιο τον έχει υιοθετήσει ένα ζευγάρι Σουηδών. Ένας υπνωτισμός θα πυροδοτήσει μια αιματοβαμμένη ιστορία μανιακής εκδίκησης, με μια μηχανή πολέμου που δεν έχει τίποτα να χάσει και που αψηφά τον θάνατο. Το «Oldboy» είναι ένας γρίφος ταυτοτήτων και μια υπερβίαιη εγκεφαλική περιπέτεια που χορεύει βαλς με τα θραύσματα της μνήμης ενός αποκτηνωμένου ανθρώπου να μαίνονται τριγύρω. Θα ήταν μνημειώδης ταινία αν ο σκηνοθέτης δεν επέμεινε τόσο πολύ να καλοπιάσει τα mainstream αμερικάνικα ένστικτα θεατών που δεν ήξεραν μέχρι τότε πώς είναι οι ταινίες με υπότιτλους. Ωστόσο παραμένει άριστο δείγμα βιρτουόζικου σινεμά βίας, με σοβαρό πολιτιστικό αντίκτυπο σε αυτό το πολύπαθο κινηματογραφικό είδος.